Προς υπεράσπιση της ομορφιάς (για το βιβλίο “Υπόσχεση” του Γεράσιμου Μιχελή, ISBN: 978-618-85519-7-8)
Δημήτρης Μπαλτάς
Γεράσιμος Μιχελής

Ο Γεράσιμος Μιχελής μετά από τον αγώνα που έδωσε με την ALS έφυγε από τη ζωή στις 15 Ιουλίου 2025. Εκτός από την καλλιτεχνική του παρακαταθήκη ως ηθοποιού, άφησε πίσω του και τα γραπτά του, αποκαλύπτοντάς μας τον άνθρωπο πίσω από τους ρόλους. Σε μια εποχή που η αλήθεια έχει πρόθυμα παραχωρήσει τη θέση της στην υποκρισία και ο σύγχρονος άνθρωπος καταλαμβάνεται από ανία και φόβο κλεισμένος στο καβούκι του εδραιώνοντας σχέσεις επιφανειακές και επιδερμικές, ο Γεράσιμος Μιχελής βγαίνει απ’ το κάδρο της ζωής και επιχειρεί μια επανεκκίνηση του βίου με όπλα την παρατηρητικότητα, τη βαθιά ευαισθησία και την αφτιασίδωτη συναισθηματική ειλικρίνεια. Με φόντο την εποχή της πανδημίας του κορονοϊού και το καθεστώς εγκλεισμού το οποίο επιβλήθηκε για τον περιορισμό της μετάδοσης του ιού, ο Μιχελής στα μικρά πεζά του με τον τίτλο Υπόσχεση (εκδ. Συρτάρι, 2021), ανασυστήνει τον κόσμο με γλώσσα λιτή που εμφορείται από έντονη ποιητικότητα, ζωντανές και επιδραστικές εικόνες, λυρικούς τόνους και αναμφίβολη αμεσότητα. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση εντείνει τον εξομολογητικό, βιωματικό τόνο και συντελεί στην αμεσότητα που δημιουργείται ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη.

Η ευαισθησία και η ευθραυστότητα του συγγραφέα εκφράζονται με την ειλικρινή ανησυχία του σχετικά με τη σύγχρονη κοινωνία που ολοένα κινδυνεύει να χάσει την ανθρωπιά της. Ο συγγραφέας καλυπτόμενος από ένα πέπλο θλίψης αλλά όχι παραίτησης αναζητεί επίμονα την ομορφιά. «Το πνεύμα λαχταρά ν’ ανυψωθεί, ο νους να ταξιδέψει. Στον ύπνο, λένε, φεύγεις από τη γη, την εγκαταλείπεις και φτάνεις μέχρι τα ουράνια. Μακριά από έγνοιες, σκοτούρες και βάσανα. Βαρίδια που σε κρατούν δεμένο στη γη» (σ. 17-18). Απέναντι στην αποξένωση των ανθρώπων, η οποία εντάθηκε την περίοδο της πανδημίας, ο συγγραφέας προτάσσει την ανάγκη της διαπροσωπικής επαφής. Συχνά, με όχημα το όνειρο δραπετεύει απ’ την πραγματικότητα, ταξιδεύει προκειμένου να συναντήσει αγαπημένα πρόσωπα που θα του επιτρέψουν να εκπληρώσει τον σκοπό του: τη θέαση της ομορφιάς. Σκοπός με πολλά εμπόδια, καθόλου εύκολος και δίχως κόστος. «Πυκνή ομίχλη μ’ εμποδίζει να δω κατάματα την ομορφιά! Κάνω δύο τρία βήματα σε άγνωστο μονοπάτι, μυρίζω νυχτολούλουδο, πέφτω στο κενό. Τρόμαξα! Ήρθε αμέσως η Λύπη να κοιμηθεί πλάι μου. “Μην την ξυπνήσεις!”, μου λέει μια φωνή. “Όταν την ξυπνάς, γίνεται θάνατος!” Και τότε ξύπνησα έντρομος!// Τα όνειρα είμαστε εμείς σ΄ άλλη διάσταση. Δε θα αφήσω κανέναν να μου ξυπνήσει τη λύπη που κατάφερα με κόπο να κοιμίσω. Καιρό τώρα παλεύω να ξυπνήσω τη νωθρή χαρά μου. “Οι ευθύνες αρχίζουν απ’ τα όνειρα”, λέει ο ποιητής» (σ. 19).

Το κυνήγι του ονείρου απαιτεί αγώνα και κόπο, γιατί η μνήμη μικραίνει τους ανθρώπους, τους κάνει τόσο δα ισχνούς, και η θλίψη σα χίμαιρα εφορμά στην ψυχή τους. Ο λόγος του Μιχελή ξεχειλίζει από συγκίνηση όταν αναφέρεται σε αγαπημένα πρόσωπα: στη μάνα, στην ανιψιά, σ’ ένα γειτονόπουλο, σε μια γνωστή φυσιογνωμία της καθημερινότητάς του. Ξεχειλίζει από μια βαθιά ανθρωπιά, από αγάπη και πίστη στον Άνθρωπο, γιατί μέσω εκείνου μαθαίνει ν’ αναγνωρίζει και να συλλαβίζει την ομορφιά της ζωής. Η πίστη του αντιμάχεται τη θλίψη του και η ψυχή-αερικό τη φθαρτότητα και την αδυναμία του σώματος. Η υπόσχεσή του είναι υπόσχεση αγώνα: «Επιθυμώ να δημιουργήσω, αφού δεν μπορώ να καταστρέψω. Επιθυμώ να προσευχηθώ, αφού δεν μπορώ να βλαστημήσω. Επιθυμώ να συγχωρήσω, αφού δεν μπορώ να τιμωρήσω» (σ. 28).

Ο Γεράσιμος Μιχελής εμφορείται από αγνά ουμανιστικά αισθήματα, τα οποία σε συνδυασμό με το βαθύ θρησκευτικό του αίσθημα τού επιτρέπουν να δει την ομορφιά γύρω του, όπου ο σύγχρονος άνθρωπος συχνά δεν τη βλέπει προσπερνώντας την. Βρίσκει την ομορφιά σε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο που του εξάπτει το ερωτικό πάθος, στο τιτίβισμα των πουλιών, σε δύο νεαρούς ποδηλάτες, σε έναν ολάνθιστο μπαξέ, στη λειτουργία της εκκλησίας, στα ιερά και άχραντα μυστήρια που υμνούν το θείο πάθος. Κι εκείνος αναμιγνύοντας την άδολη πίστη του στον Εσταυρωμένο με το προσωπικό, δικό του ερωτικό πάθος, που τον υποχρεώνει εκούσια και τον ίδιο να κουβαλά τον σταυρό του πόθου, της επιθυμίας, δέχεται αδιαμαρτύρητα τα καρφιά του πόνου. «Θα είναι το φιλί μου στον σταυρό, το νιώθω, το πιο γλυκό που έδωσα ποτέ μου. Και είθε να είναι το τελευταίο. Γένοιτο! Κι ας μην μπορέσει ποτέ η λήθη να το τραβήξει προς το μέρος της. Όσο κι αν προσπαθεί, η μνήμη πάντα να νικάει. Να έχω να λέω όσο ζω, πως ποτέ δε γεύτηκα τέτοιο δροσιστικό ποτό. Αναπάντεχο καλό στα μισά του δρόμου μου» (σ. 32).

Ο συγγραφέας ψαύει την ομορφιά στα απλά πράγματα που βρίσκονται γύρω μας: «Σκύβεις, μαζεύεις βότσαλα λεπτά, λεία, πλατιά και τα πετάς με δύναμη στη θάλασσα. Γέρνοντας πλάι και πίσω το κορμί, το χέρι παράλληλο με την επιφάνειά της, έτοιμο να ρίξει τη βολή. Στόχος: να αναπηδήσει το βότσαλο, όσο το δυνατόν περισσότερες φορές. Βουτιές κι αναδύσεις μέχρι να εξαφανιστεί, ξυρίζοντας τον ασημένιο σβέρκο της θάλασσας» (σ. 41). Ο Μιχελής τολμά να σταματήσει απέναντι στους γρήγορους ρυθμούς που παρασύρουν τη ζωή του σημερινού ανθρώπου, στέκεται για μια στιγμή και αφουγκράζεται ό,τι συμβαίνει γύρω του γιατί γνωρίζει πως η γαλήνη βρίσκεται μακριά από τον θόρυβο «στο ν’ αγαπάς και να δημιουργείς σιωπηλά» (σ. 45). Βλέπει τον ήλιο, μυρίζει τη βροχή, κοιτάζει απ’ το παράθυρο πώς αλλάζει η γειτονιά στον χρόνο, χαζεύει τα πουλιά και ζηλεύει την ελευθερία τους, καμαρώνει τις ανθισμένες νεραντζιές και λυπάται με την καθημερινότητα των νέων παιδιών των οποίων ο χρόνος καταναλίσκεται μπροστά από μια οθόνη, σε συνθήκες έξωθεν επιβεβλημένες, κάνοντάς τα να χάνουν όσα έχουν πραγματικά σημασία. Ο αφηγητής εκφράζει όλους τους αποσυνάγωγους, αυτούς που δεν χωρούν στις απαιτήσεις ενός δήθεν τέλειου κόσμου· αυτούς που αφήνουν τις ρωγμές τους να φανούν, το δάκρυ τους να κυλήσει και την ψυχή τους να γευτεί όσα ποθεί, να νιώσει ό,τι ονειρεύεται. Με γραφή σπαρακτική και ευθύβολη ψυχογραφεί τους βουβούς ανθρώπους που στο βάθος της καρδιάς τους αναζητούν πάντα το άπιαστο, το ανέγγιχτο, το απρόσιτο, αυτό που τους συντρίβει και ευλαβικά προσεύχονται να τους χαριστεί, να τους προσφερθεί, γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την ομορφιά. Αυτήν επιδιώκει, αυτήν ποθεί, γι’ αυτήν θυσιάζεται. Αρκεί να τολμά.

Στον ψεύτικο κόσμο που ζούμε, ο Μιχελής είχε ένα και μοναδικό οδόσημο: την αγάπη του για τον Άνθρωπο και την αγάπη του για τον Θεό. Αυτή η αγάπη, απόρροια ψυχικής και πνευματικής αγαλλίασης και κατάνυξης, φώτιζε το σύντομο αλλά σημαντικό πέρασμά του από τη ζωή. Γράφει «η σχέση σου με τον άλλον είναι η ζωή» (σ. 37). Η συμπεριφορά του ανθρώπου προς τους άλλους δείχνουν ποιος πραγματικά είναι. Και ο Μιχελής είχε επιλέξει να βλέπει στους άλλους την ομορφιά που αντικατόπτριζε τον ίδιο. Και αυτήν την απαράμιλλη τόλμη υπερασπίστηκε μέχρις εσχάτων. Κι αυτό αποδεικνύει περίτρανα το ψυχικό του μεγαλείο απέναντι στην ανθρωπιά που εξατμίζεται.

 

*Ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Στο μετερίζι του χρόνου (Εκδόσεις των Φίλων, 2026).

Περισσοτερα αρθρα