Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο πολύ χαίρομαι να διαβάζω συλλογές που διέπονται από μία κεντρική ιδέα και σκαρώνουν ένα είδος αφήγησης που διέπεται από συνέπεια, σε αντίθεση με συλλογές που περιέχουν ασύνδετα μεταξύ τους ποιήματα σαν ατάκτως ερριμμένα αντικείμενα σε μια βιτρίνα. Έτσι, μου άρεσε ιδιαίτερα και ευχαριστήθηκα την ανάγνωση της πιο πρόσφατης συλλογής της Κυριακής Λυμπέρη Κοτσύφι στο στήθος που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κοράλλι το 2025, η οποία παρακολουθεί το κύτταρο μίας γυναίκας από την απαρχή του ιστορούμενου χρόνου μέχρι την πιο μεγάλη της απώλεια. Δείχνει έτσι τη γυναίκα σαν υφαντό της Δημιουργίας και ταυτόχρονα σαν πανίσχυρη οντότητα που αντιστέκεται στο πέρασμα του χρόνου με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο.
Η συλλογή ξεκινά από τους μεγάλους μύθους: στο Α΄μέρος, το οποίο καταλαμβάνει το εκτενές ποίημα «Των κυττάρων η μνήμη», εξιστορείται αρχικά η Εδέμ, ένας καλός στην ίνα του κόσμος: «Αθώες τότε ήταν οι ώρες./ Κι οι σκιές ακόμα φώλιαζαν στο φως./ Καθαρότητα στην πράξη, την ιδέα/ απαλό το χάδι, το φιλί και ο άνεμος». Όμως το κακό καταφέρνει κι εκεί να εισχωρήσει: «Τι αλλάζει και πέφτει σκοτάδι κάποτε/ στην αρχή που δε διακρίνεις πώς/ κατόπιν γίνεται όλο και πιο βαθύ/ και μαυρίζουν το αίμα και τα κόκαλα». Του Παραδείσου και της εξορίας από αυτόν, έπεται η Γένεσις: η δημιουργία των άστρων και της Γης, των έμβιων όντων πάνω σε αυτήν, ανάμεσα σε αυτά και του ανθρώπου, ο οποίος «βρίσκει τις λέξεις./ Γελάει./ Κάποτε βουλιάζει στη λύπη./ Σκοτώνει όχι για τροφή./ Γνωρίζει το τέλος του./ Προσεύχεται./ Ερωτεύεται αντικριστά».
Από αυτόν τον τελευταίο στίχο πιάνεται η ποιήτρια και μιλά αμέσως μετά για τον έρωτα και ακολούθως για τη ματαιότητα που τον διαπερνά, εξαιτίας του πεπερασμένου της ζωής και της φύσης. Εξυφαίνεται έτσι μια στοχαστική ματιά πάνω στα θεμελιώδη μεγέθη της ύπαρξης με τρόπο μετρημένο και ευγενικό, κυρίως όμως φιλοσοφημένο. Μένοντας στο κεφάλαιο «άνθρωπος», η ποιήτρια μας οδηγεί στη νηπιακή ηλικία, τη φιγούρα της μάνας και την εφηβεία για να μιλήσει γενικά για τη ζωή σε ελαφρώς μελαγχολικούς όρους:
Έτσι χάραξε ο αγεωμέτρητος
τη γεωμετρία της ειρήνης του.
Με πουλιά και με δάση
και με το πιο αγαπημένο παιδί του
να θητεύει αέναα στα ύψη του
με δάκρυα.
*
Μα είναι το δάκρυ ένας καθρέφτης
από τον πιο σύντομο δρόμο
που σε φτάνει στην επίγνωση.
(σελ. 16)
Ακόμη κι αν εισχωρεί η λύπη, ωστόσο η αθωότητα δεν χάνεται ποτέ ολοσχερώς. Ευτυχώς, γιατί όλα πάνω στη Γη είναι συνδεδεμένα («Αν πας να κάνεις ένα φφφ εδώ/ κυκλώνουν άνεμοι το Θιβέτ») κι έτσι η αθωότητα προστίθεται στην εγγενή ίνα της καλοσύνης του κόσμου και την ενισχύει.
Μα εκεί που κυλάει ήρεμα ή όχι τόσο ήρεμα η ζωή, «άξαφνα σχίζονται τα ιμάτια τ’ ουρανού·/ πυροφόρος κατεβαίνει ο αρχάγγελος/ και μου σταυρώνει το μέτωπο», έρχεται η έμπνευση και η παρόρμηση στο ποιητικό υποκείμενο, ίσως στον καθένα μας, να μιλήσει, να φωνάξει. Κάπως έτσι αποκτά «ένα κοτσύφι στο στήθος/ που θέλει να τραγουδάει/ δεν αντέχει τη σιωπή». Και το τραγούδι του μπορεί, αν όχι οφείλει, να προσθέτει στη φωτεινή πλευρά της ζωής η οποία, ακόμη κι όταν σκοτεινιάζει, μπορεί να συντηρηθεί επικαλούμενη το καλό στην ίνα της.
Το Β΄μέρος σηματοδοτεί μια αλλαγή τόνου, με την επιστροφή στα πιο ανθρώπινα και χοϊκά, τα πιο γειωμένα. Ο χρόνος έρχεται να ζητήσει τον φόρο που του αναλογεί: ο έρωτας σαν πιθανότητα χάνεται, το δέρμα και τα σκέλια μαραίνονται και ρυτιδιάζουν. Εκεί που κάποτε άνθιζε η άνοιξη, τώρα κυριαρχεί η λύπη και το ποιητικό υποκείμενο «περιγράφει το σώμα της/ σαν μια σχεδία που βουλιάζει αργά». Μόνη παρηγοριά η μνήμη αλλοτινών στιγμών πληρότητας και η ελπίδα:
…καμιά φορά άμα έχεις πονέσει πολύ
επιτρέπεται ν’ ανοίξουν οι θύρες
κι ο ουρανός σκορπάει τις θωπείες
τα βάλσαμά του και τα ψέματα.
Και να είσαι έτοιμη τότε, να είσαι έτοιμη.
(σελ. 34)
Βέβαια, η απουσία του αγαπημένου ανθρώπου βαραίνει («όλες οι γλώσσες υπάρχουν/ για να γράφεται πιο καθαρά η απουσία/ στα νύχια και στα κόκαλα») και μόνο τα όνειρα μπορούν να τον φέρουν πίσω – όμως τα όνειρα τελειώνουν κάποτε, ο ύπνος τελειώνει: «Ήταν τότε που ήθελες/ όλο να κοιμάσαι αφού/ θαρρούσες θα ξεκλέψεις στον ύπνο σου/ κάποια μικρούλα σωτηρία/ ένα φτερό πουλιού, ένα μίσχο δροσιάς/ να μεταφέρεις στα επόμενα μεσημέρια» (από το ποίημα «Το σώμα»).
Το καταληκτικό ποίημα της συλλογής «Η ποδηλάτισσα τ’ ουρανού» μιλά για τη μεγάλη απουσία που σηματοδοτεί η απώλεια της μάνας. Το ποίημα περιέχει έναν συγκινητικό αναστοχασμό του ποιητικού υποκειμένου-παιδιού από τα χρόνια της παιδικότητάς του:
Όταν έμπαινα τιμωρία, δεν έκλαιγα
όχι δεν έκλαιγα.
Μα αυτό το χέρι σου πολύ μου έλειψε
να περπατάμε μαζί στους δρόμους και στην πλατεία.
Αν πεις για τις νύχτες, φοβόμουν
πως θα φύγεις πάλι μακριά
πως το τραύμα στο γόνατο δε θα γιάνει ποτέ
πως η κούκλα μου δε θα μάθει να μιλάει
Το ποίημα, και το βιβλίο, κλείνει όπως πρέπει να κλείνει ο κύκλος της ζωής, με την ανάμνηση του αγαπημένου ανθρώπου ζεστά και προσεκτικά φυλαγμένη, με τον έναν μας να επιβιώνει μέσα στον άλλον, σε έναν αέναο κύκλο που αψηφά τον θάνατο, ο οποίος έτσι γίνεται απλώς ένα όριο και όχι ένα τέλος.
Το εξόχως λυρικό αυτό βιβλίο της Κυριακής Λυμπέρη παρακολουθεί τον κύκλο της ζωής, τοποθετώντας την άνθρωπο στο επίκεντρο της Δημιουργίας και διακηρύσσοντας πως τίποτε δεν χάνεται όσο διασώζεται η μνήμη με αγάπη. Μου άρεσε ιδιαίτερα, στον γραφιστικό σχεδιασμό του βιβλίου, που τα επιμέρους ποιήματα τα οποία συνέχουν κάθε εκτενέστερο ποίημα χωρίζονται με μικρές βινιέτες-κοτσύφια – ένα πολύ ταιριαστό εύρημα.
Καλοτάξιδη η συλλογή!

