Άσυλο – ΙΙ
Εδώ παράδωσε την τόση ολίγη σου δύναμη, ψυχή μου, ανάπηρη, φτωχούλα, που κάποτε σε πίστευα αθάνατη, να επιστρέψω στον πραγματικό, σημερινό μου τόπο της οδύνης. Στρέψε, ο δακρυσμένος μου οφθαλμός, άφοβα να θεωρήσεις τα σιδερένια κάγκελα που φράζουν τα παράθυρα του ψυχιατρείου. Πες μου, πόσες πολλές φορές, δυστυχισμένε, κόλλησες, δίχως ελπίδα, ελάχιστο το πρόσωπο και την καμία μορφή σου στο σιδηρούν προσωπείον των παραθύρων; Θυμάσαι να ‘πεφτε έξω αγνό χιονόνερο, όμως εσύ δεν είχες μήτε χέρι μήτε χάρη να τ’ αγγίξεις. Δεσμώτη, ένας έκπτωτος άγγελος, με τη δεξιά του σ’ επιδέσμους φασκιωμένη, τέσσερις τα χαράματα εισήλθε στην απειλή του κοινού μας δώματος και προσπαθεί να παίξει την κιθάρα του. Σ’ εμένα που δεν μπορώ να βαστάξω τη δικιά μου οφειλή, ποιος μου φορτώνει το παραπέρα – την κόλαση των άλλων;
Ηλίας Λάγιος
από τη συλλογή του Φεβρουάριος 2001
που δημοσιεύεται στα (άπαντα) Ποιήματά του
εκδόσεις Ίκαρος, 2022


