Η γέννα του Θοδωρή Τσομίδη (ISBN: 978-960-16-6776-8)
Πολύς θόρυβος έγινε για την απόρριψη του κρατικού βραβείου από τον πρωτοεμφανιζόμενο Θοδωρή Τσομίδη και προσωπικά δεν αισθάνομαι καμία ανάγκη να πάρω θέση σχετικά, ωστόσο πάντα μου γεννιέται η επιθυμία να διαβάσω ένα βραβευμένο βιβλίο, ανεξάρτητα από το αν έγινε δεκτό το βραβείο ή όχι, σε μια ατέρμονη προσπάθεια να κατανοήσω τα κριτήρια της επιλογής. Δεν είναι πάντα εύκολο, αλλά δεν είναι κακό να προσπαθεί κάποιος.
Έτσι και με αυτό το βιβλίο του Τσομίδη (εκδόσεις Πατάκη, 2024), το οποίο έχει ένα καταπληκτικό πρώτο μέρος ή εποχή, όπως την προτιμά ο ίδιος. Προσωπικά, με άφησε άφωνη η αριστοτεχνική περιγραφή του σπαραγμού για την απώλεια της αδερφής του πρωταγωνιστή τρεις μόλις μέρες μετά τη γέννησή της και ο τρόπος με τον οποίο εντυπώνει στον αναγνώστη τις αναμνήσεις εκείνου, έναν τρόπο που θα μπορούσα να εξομοιώσω με την ποιητική εικόνα μιας λευκής κουρτίνας η οποία ανεμίζει μέσα σε ένα άδειο, σκοτεινό δωμάτιο: «Δε μιλούσαμε ποτέ για το μωρό που είχε χαθεί. Δε σχολιάζαμε το άδειο σερβίτσιο που στρωνόταν στο τραπέζι μας κάθε Χριστούγεννα. Την ημέρα των γενεθλίων της δε συζητούσαμε ποτέ για εκείνην. Το πιο σημαντικό, δε μιλούσαμε ποτέ για τις τρεις ημέρες που έζησε ώσπου να πεθάνει. Για τους γιατρούς, τις ξάγρυπνες νύχτες της αγωνίας, τα συντετριμμένα βλέμματα»…
Ακολουθεί ένα δεύτερο μέρος ή εποχή, όπου περιγράφεται ένας μοιραίος και σαρωτικός έρωτας ανάμεσα στον πρωταγωνιστή και μια γυναίκα που γνώρισε σαν ιερόδουλη αλλά κατέληξε παρολίγον μητέρα του παιδιού του. Δεν πρόκειται ασφαλώς για μια απλή ιστορία: ο συγγραφέας μας οδηγεί προσεκτικά μέσα από τους δαιδαλώδεις δρόμους του πάθους, της αμφισβήτησης που γεννά η θύελλα, της αχορτασιάς που το συνοδεύει αλλά και της συνοδευτικής, πρώιμης επίγνωσης ότι μια τέτοια λαίλαπα μόνο τραγικό τέλος μπορεί να έχει – ένα τραγικό τέλος που δίνει πάλι η απώλεια ενός παιδιού, αυτή τη φορά προτού γεννηθεί.
Ο συγγραφέας μάς οδηγεί μέσα από κάθε γωνία και κορυφή ή βαθούλωμα του αδρού αναγλύφου του παθιασμένου έρωτα, μέσα από κάθε του πτυχή. Η ενότητα αυτή, μια ηχηρή αναφορά στον στρόβιλο στον οποίο ο έρωτας μπορεί να μετατρέψει τη ζωή, άρα και στην τελευταία, έρχεται σε χτυπητή αντίθεση με την πρώτη ενότητα, όπου η ζωή παρουσιάστηκε σαν λόγος παραίτησης μετά τον οριστικό χαμό της πολυπόθητης κόρης – και αυτό, στη δική μου οπτική, μου φάνηκε ασύμμετρο και ανισοβαρές. Αλλά φυσικά μιλάμε για προσωπική αίσθηση, που σε τίποτα δεν πλήττει την εγκυρότητα της απόφασης της επιτροπής των κρατικών βραβείων ούτε επηρεάζει άλλη πιθανή ανάγνωση του βιβλίου.
Η γέννα κλείνει με μια σουρεαλιστική τρίτη ενότητα ή εποχή. Μέσα στη δυστοπία κάποιου πολέμου, ο πρωταγωνιστής ψάχνει να βρει τη γυναίκα του, με την οποία έχουν στο μεταξύ χωρίσει – επειδή έχασαν το παιδί τους (επανάληψη του μοτίβου του χαμένου παιδιού). Όμως αυτή τη φορά είναι ο ίδιος έγκυος. Προχωρά και προχωρά λοιπόν, καλύπτοντας αμέτρητα χιλιόμετρα, ώσπου τη βρίσκει – ή μάλλον το σάρκινο φάντασμά της, ένα λιπόσαρκο ζωντανό κουφάρι. Και εκεί που τη βρίσκει γεννά το παιδί τους, μια κόρη με τα γαλανά μάτια της γυναίκας. Προφανώς πρόκειται για αλληγορία: ο άντρας, ξαναβρίσκοντας τη γυναίκα, την ξαναγεννά. Η εγκυμοσύνη του δεν ήταν παρά η σκέψη της που κουβαλούσε.
Μολονότι η εν λόγω γέννα ανατρέπει το προηγούμενο μοτίβο του παιδιού που δεν μπορεί να γεννηθεί ή που γεννιέται και πεθαίνει λίγο μετά, η ανοικειότητα της μεταφοράς που επιλέγει να υιοθετήσει ο συγγραφέας (του έγκυου άντρα) αλλά και η ανεπαρκής κατά τα λοιπά σύνδεση της γέννας αυτής με όσα προηγήθηκαν αφήνει ένα παράξενο κενό. Η δεινότητα του συγγραφέα στο βιβλίο μέχρι αυτό το σημείο έγκειτο στις περιγραφές, κυρίως των ψυχικών καταστάσεων, κάτι που ξαφνικά εγκαταλείπει σε αυτή την τελευταία ενότητα. Και, ενώ η απροσδιοριστία ενίοτε λειτουργεί ποιητικά, εδώ μοιάζει, κατά την προσωπική μου πάντα οπτική, σαν μια εύκολη λύση η οποία εξυπηρετεί κυρίως το αισθητικό πρότυπο του μοντερνισμού με την απάρνηση ενός ξεκάθαρου, οριστικού τέλους.
Η κοκκινοσκουφίτσα έφταιγε των Κλεονίκης Δρούγκα, Χάρη Μελιτά, Αλεξάνδρας Μπακονίκα και Θανάση Μπιλιλή (ISBN: 978-960-592-221-4)
Το παραμύθι της κοκκινοσκουφίτσας λαμβάνουν ως αφετηρία οι τέσσερις ποιητές του βιβλίου (εκδόσεις Μανδραγόρας, 2026) για να αφηγηθούν τη δική τους οπτική της γυναίκας που πέφτει θύμα της πατριαρχίας και κακοποιείται, βιάζεται, εγκαταλείπεται, εξωθείται να ταπεινωθεί με κάθε τρόπο.
Το βιβλίο ξεκινά με τα ποιήματα της Κλεονίκης Δρούγκα και το ομότιτλο ποίημα «Η Κοκκινοσκουφίτσα έφταιγε» στο οποίο η ποιήτρια αποδεικνύει το εντελώς αντίθετο. Κατόπιν, έπεται το ποίημα «Όχι, να μην μιλήσεις» το οποίο περιγράφει έναν-έναν τους λόγους που σταματούν μια γυναίκα από το να αρθρώσει τη διαφωνία της και από το να θυσιάσει τον εαυτό της. Την παραίτηση σχολιάζει και το ομότιτλο ποίημα «Παραίτηση»: «η μελανιά στο μάγουλο από παραίτηση είναι/ η σκέψη του και μόνο με μουδιάζει/ τα μάτια από τρόμο ακέραιο κλείνω». Το στερεότυπο της νοικοκυράς και πρόθυμης γυναίκας επιθυμεί να ανατρέψει η ποιήτρια στο ποίημα «Τυλιγμένη στ’ αλάτι», την ίδια στιγμή που το καθηλωτικό ποίημα «Η κόρη του καφετζή» που είδαμε σε προηγούμενη Δευτέρα περιγράφει έναν βιασμό. Την ενότητα αυτή ποιημάτων κλείνει το ποίημα «Η πολυθρόνα» που εξομολογείται πώς, ακόμη κι όταν τα γεγονότα περάσουν, οι μνήμες εξακολουθούν ανελέητες…
Ακολουθούν ποιήματα του Χάρη Μελιτά, με εναρκτήριο το εμβληματικό χαϊκού «Η μέρα της γυναίκας»: «Ό,τι κι αν λένε/ η νύχτα της γυναίκας/ δεν ξημερώνει». Ο Μελιτάς προσεγγίζει τη γυναικεία υπόθεση μέσα από την ευαισθησία του ποιητή και στιγματίζει ανδρικές νοοτροπίες και συμπεριφορές που θέλουν τη γυναίκα ανάξια και υποδεέστερη. Μιλά για μια γυναικοκτονία (ποίημα «Τελεία και τάβλα»), για τα ατελείωτα δεινά μιας γυναίκας νοικοκυράς και εργαζόμενης (ποίημα «Οι Κεχαριτωμένες»), για την επανάσταση που μπορεί να σημάνει μια πράξη γενναίας αυτοχειρίας (ποίημα «Χαστούκι»). Παραθέτω, ενδεικτικά, τους καταληκτικούς στίχους από το ποίημα «Ψοφίμια», που λαμβάνει ιδιαίτερη αξία, καθώς είναι γραμμένο από έναν άνδρα που υποδύεται τη γυναίκα:
Είμαι γυναίκα ρε σου λέω
τι φοβάσαι;
Πυροβόλησε.
Γαμώ τα παντελόνια σας ψοφίμια.
Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα συμβάλλει στο βιβλίο με τέσσερα μόλις ποιήματα, είναι όμως όλα ηχηρά. Το «Απαίτησε» μιλά για τις ανδρικές προσταγές προς τις γυναίκες που θεωρούνται δεδομένο ότι θα εκτελεστούν, σε ένδειξη της υποταγής των τελευταίων. «Η ντουλάπα», σαν μηχανή του χρόνου, μας γυρίζει στη δεκαετία του 1960 όπου ένας αδελφός ξυλοφορτώνει την αδερφή του μέσα στο κλίμα αποξένωσης και κατήφειας που επικρατεί στην οικογένεια μετά τον θάνατο της μητέρας. Το «Φετίχ» μιλά για μια άλλη όψη του μισογυνισμού, τη φετιχοποίηση, που και πάλι αποπροσωποποιεί τη γυναίκα και τη μετατρέπει σε αντικείμενο – αυτή τη φορά λατρευτικό. Τέλος, το «Τελικό χτύπημα» πραγματεύεται επίσης τη γυναικοκτονία, που σαν σκοπούμενο γεγονός διαποτίζει μέχρι και τους τοίχους ενός σπιτιού…
Το βιβλίο κλείνουν τρία ποιήματα του Θανάση Μπιλιλή και από αυτά επέλεξα να παραθέσω στίχους από το ποίημά του «Βιογραφικός μονόλογος»:
Μεγάλωσα χωρίς ήλιο
Το εγώ μου, μια πεταμένη τσιχλόφουσκα
σε χριστουγεννιάτικο πεζοδρόμιο
[…]
Με δολοφονούσαν από
πρόθεση
«ΥΠΟ»
Υπο-μονή
Υπο-χώρηση
Υπο-ταγή.
Αξιοσημείωτος ο λόγος που αρθρώνεται σε τούτο το βιβλίο, το οποίο κοσμούν οι ατμοσφαιρικές φωτογραφίες των Δέσποινας Αποστολίδου και Στέλιου Κατερίνη.
Εγώ δε διάλεξα ποτέ της Χριστίνας Λαμπούση (ISBN: 978-618-5748-88-3)
Έναν θεατρικό μονόλογο περιλαμβάνει το βιβλίο αυτό της Χριστίνας Λαμπούση που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος το 2025. Πρωταγωνίστρια μια δύσμοιρη γυναίκα που μεγάλωσε, τελευταία από όλα τα παιδιά, σε χωριό της ελληνικής υπαίθρου, είδε όλα τα αδέρφια της να παίρνουν τον δρόμο της ξενιτιάς και να μεταναστεύουν στην Αμερική, ενώ η ίδια έμεινε πίσω – σαν στερνοπούλι που ήταν – για να γιατροπορέψει τους γονείς.
Το γεγονός της διαφορετικής της μεταχείρισης δημιούργησε μέσα της βαθιά αμφισβήτηση για την προσωπική της αξία αλλά και τη συνακόλουθη πίστη ότι είναι ένα τίποτα, ανάξια να διεκδικήσει οτιδήποτε για τον εαυτό της. Έτσι, δεν αντιστάθηκε όταν της προξένεψαν έναν άντρα που της έκανε τη ζωή πολύ δύσκολη, που γινόταν κακοποιητικός – φραστικά και φυσικά – και την περιφρονούσε: «Ούτε και πήγαμε πουθενά όλα τα χρόνια που είμαστε παντρεμένοι. Εγώ, δηλαδή, δεν πήγα, αυτός πήγαινε, όπου ήθελε πήγαινε αυτός. Κι αν τολμούσα να πω τίποτα; Μου ‘φερνε καμιά ξανάστροφη, για να με κάνει άνθρωπο, όπως έλεγε. Και να δεις που μου φαινόταν και φυσικό στην αρχή. “Καλά να πάθεις”, έλεγα μέσα μου, “αφού τον ενοχλείς”. “Η δουλειά σου δεν είναι να τον ενοχλείς, μόνο να τον υπηρετείς. Αυτό σου αξίζει”, έλεγα. “Ας ήσουν καλύτερη, να μη σε χτυπάει”. Αλλά δεν ήμουν και πολύ καλή, απ’ ό,τι φαίνεται. Και πού να καταλάβω την αξία μου; Και πότε; Όταν με κράτησαν για υπηρέτρια οι γονείς μου στο σπίτι; Όταν μου φόρεσαν έναν άντρα, χωρίς να με ρωτήσουν καν; Πού να βρω εγώ την πίστη στον εαυτό μου; Για τίποτα με είχαν, για τίποτα είχα κι εγώ τον εαυτό μου».
Η εικόνα της γυναίκας που περιγράφει η Χριστίνα Λαμπούση και που προσωπικά ελπίζω να μην αφορά πολλές γυναίκες σήμερα, σίγουρα αφορούσε την πλειονότητα των γυναικών παλαιότερων γενεών. Ευτυχώς γίνεται ολοένα και πιο αδιανόητο στις μέρες μας το πώς μια γυναίκα μπορεί να μεγαλώσει μέσα σε τόσα στερεότυπα που να χάσει την εικόνα του ίδιου της του εαυτού, να μην τη νοιάζει το τι μπορεί να της συμβεί, σαν να είναι ένα σκουπίδι, ένα τίποτα. Υπάρχουν πολλών ειδών αφυπνίσεις σήμερα και η παιδεία στα σχολεία συμβάλλει κι αυτή σημαντικά.
Ωστόσο, σαν άνθρωπος, ακόμα και μια γυναίκα παλαιάς κοπής μπορεί κάπου να βρει παρηγοριά κι αυτή. Και, όταν της δοθεί η ευκαιρία, μπορεί επιτέλους να πάρει την εκδίκησή της – μια εκδίκηση κραυγαλέα και τελεσίδικη που θα τη δικαιώσει και θα την απελευθερώσει, όπως η πρωταγωνίστρια του Εγώ δε διάλεξα ποτέ.
Να μου λες πού πας. Χάλασα όλα τα λεφτά μου σε φτερούγες της Μαρίζας Παρασύρη (ISBN: 978-618-5769-71-0)
Λεπταίσθητη η ποιητική αυτή συλλογή της Μαρίζας Παρασύρη (εκδόσεις Ενύπνιο, 2024), μέσα στο σύμπαν της οποίας η ποιήτρια παρατηρεί, καταγράφει και διαχειρίζεται τα πολύ λεπτά συναισθήματα και τα ελάχιστου βάρους νήματα των στιγμών που παίζουν σημαντικό ρόλο στη συνοχή της αγάπης και της ζωής. Μια αίσθηση αχνής θρησκευτικότητας διαπερνά τη συλλογή: δεν είναι μόνο ποιήματα με εύγλωττους τίτλους όπως «η φλεγόμενη βάτος», «Μαρία Μαγδαληνή», «η Αποκαθήλωση», «Άγιος Θωμάς ή Δίδυμος», «Απόστολος Παύλος» και «Ιούδας ο Ισκαριώτης», τα οποία υπογραμμίζουν μεταιχμιακές στιγμές («με μία ράβδο στα σημεία των καιρών/ ποθούσα πάντοτε μι’ αγάπη για οδηγό// Γυμνά τα πόδια μου, τώρα σ’ ακολουθούν/ σαν τους αμνούς. Κι ας κινδυνεύουν να σφαχθούν», από το ποίημα «η φλεγόμενη βάτος») – είναι και τα παραθέματα από τροπάρια που προτάσσει η Παρασύρη των ποιημάτων, αλλά και οι σκόρπιες φράσεις μέσα στα ποιήματα που συντελούν σε μια εικόνα ταπείνωσης του ποιητικού υποκειμένου μπροστά στην επίγνωσή του τού υπερβατικού θεϊκού στοιχείου: «γιατί μ’ αρέσεις περισσότερο/ απ’ όλες τις πρωινές εκπομπές/ κι από τη θεία λειτουργία… δεν βρίσκω έναν Θεό να με καθηλώσει/ και να σε νικήσω» (από το ποίημα «σε θυμάμαι και τρέμω»).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον και λειτουργικότητα έχει το σχήμα του καθρεφτίσματος ή της αντιστροφής του ειδώλου, το οποίο χρησιμοποιεί πολύ αποτελεσματικά η ποιήτρια («δεν είχα σώμα/μίλαγες… με το σώμα/ δεν μιλήσαμε ποτέ», από το ποίημα «μόνο φωνές» ή «αν χωρά το κεφάλι τέτοια θαύματα… πού να χωρέσει/ κι η ψυχή/ που σου ‘δινα ισχνή/ κι αυτή μεγάλωσε/ μήπως σε χωρέσει», από το ποίημα «το κεφάλι» ή «να σ’ έχω μέσα μου/ να υπάρχεις πάντα/ εκτός μου», από το ποίημα «στην ηδονή και στο έλεος») και υπογραμμίζει την ποιητική συνθήκη μέσα στην οποία μας παρουσιάζει τις ιδέες και τις σκέψεις της.
Τα ποιήματα της συλλογής μοιάζουν να συνθέτουν έναν εσωτερικό μονόλογο που ωστόσο απευθύνεται σε κάποιον. Πρόκειται για ένα αντικείμενο του έρωτα ή ακόμα και του πόθου, το οποίο όμως παραμένει φευγαλέο και άπιαστο σε όλη τη συλλογή. Αναπόφευκτα, το γεγονός τη διαποτίζει με την αίσθηση της ματαιότητας:
τεριρέμ
που ψάλλω τ’ όνομά σου στο σκοτάδι
και ματώνει το στόμα μου
Αντί επιλόγου, θα ήθελα να παραθέσω ένα απόσπασμα από το ποίημα «σε θυμάμαι και τρέμω» της πολύ ατμοσφαιρικής και σπάνιας λεπταισθησίας αυτής συλλογής:
σε θυμάμαι και τρέμω
γιατί είναι πάλι πέντε και ξύπνησα ιδρωμένη
με κάτι τσιμεντένια ποιήματα στην πλάτη μμου
γιατί είμαι άυπνη κι ακούω ξανά
τ’ ασθενοφόρο μου
κι εμένα μέσα ν’ αναστενάζω
γιατί είναι σκοτεινά και μπορώ να φαντάζομαι
το στόμα σου πάνω μου
κι ας μην υπάρχει
(εναρκτήρια στροφή από το ποίημα «σε θυμάμαι και τρέμω»)


