Πόσο κρατάει το λίγο; Όσο ένα βλέμμα; Όσο μια λέξη που δεν ειπώθηκε ποτέ; Είναι αυτό που ζήσαμε ή αυτό που απομένει;
Στο Το λίγο που τελειώνει (εκδόσεις Πατάκη, 2021), η Ιφιγένεια Θεοδώρου στήνει ένα κόσμο όπου το μικρό, το φευγαλέο, το σχεδόν ασήμαντο αποκτά την πυκνότητα του θεατρικού λόγου. Η αφήγηση μοιάζει με θεατρική σκηνή όπου κάθε πρόσωπο μπαίνει και βγαίνει σαν να μην ανήκει πουθενά, σαν να γνωρίζει ήδη ότι ο ρόλος του τελειώνει πριν καν τον μάθει.
Το φως χαμηλώνει σταδιακά, σβήνοντας πρώτα τα πρόσωπα, μετά τα σώματα, ύστερα τις ίδιες τις αναμνήσεις τους. Κι εμείς, θεατές αμήχανοι, βλέπουμε τη ζωή τους να ξεφλουδίζεται μπροστά μας: στρώση- στρώση, μέχρι να φτάσουμε στον πυρήνα – έναν πυρήνα που τρέμει, γιατί ξέρει πως όπου να ’ναι θα σβήσει. Ακούμε μόνο τη βαριά σιωπή, όταν το λίγο εξαντλείται.
Στο Το λίγο που τελειώνει είμαστε εμείς οι θεατές αυτής της παράστασης, την ώρα που συνειδητοποιούμε ότι δεν υπάρχει επόμενη σκηνή.
Η συγγραφέας μετατρέπει τη φθορά σε σκηνικό και τη σιωπή σε κύριο αφηγητή μιας ιστορίας όπου οι άνθρωποι δεν προχωρούν, παραμένουν μετέωροι, σαν να έχουν καταλάβει ότι κάθε επόμενο βήμα θα είναι και ένα τέλος. Κοιτάζουν κατάματα το Χρόνο που απομένει, το λίγο για να αγαπήσουν, το λίγο της τρυφερότητας που αντέχει απέναντι στη φθορά, το λίγο της μνήμης που παλεύει να συγκρατήσει ότι χάνεται. Και ανακαλύπτουν ότι αυτό το λίγο είναι μια τεράστια έκταση απωθημένων συναισθημάτων, χαμένων ευκαιριών. Μια ήπειρος που κουβαλάει κάθε άνθρωπος μέσα του ενώ προσποιείται ότι ζει.
Ο αναγνώστης παγιδεύεται μαζί με τους ήρωες του βιβλίου σ’ αυτή τη συνειδητοποίηση: όσο βαθύτερα αντιλαμβανόμαστε το μεγαλείο της ζωής, τόσο πιο κοντά στεκόμαστε στο τέλος της. Η Θεοδώρου μας ξεγυμνώνει. Μας αναγκάζει να κοιτάξουμε το λίγο που τελειώνει μέσα μας και τότε αντιλαμβανόμαστε ότι ποτέ δεν ήταν λίγο, ήταν ο κόσμος όλος που δεν τον είχαμε δει.
Η λεπτή γραφή της, σχεδόν διάφανη, συγχρόνως όμως τρομακτικά αιχμηρή όταν χαράζει την επιφάνεια των ανθρώπινων σχέσεων. αφήνει περισσότερο χώρο στο σκοτάδι παρά στο φως – και εκεί, στις χαραμάδες, ανασαίνει ο αναγνώστης μαζί με τους ήρωες, περιμένοντας τη στιγμή που όλα θα σπάσουν. Το βιβλίο μοιάζει να γράφτηκε στο μισοσκόταδο, εκεί όπου οι λέξεις δεν περιγράφουν, αποκαλύπτουν τον σπαραγμό της ανθρώπινης φύσης και το φως, αντί να φωτίζει, προδίδει όλα όσα προσπαθούν να κρύψουν οι ήρωες του.
Η Θεοδώρου δεν γράφει απλά μια ιστορία. Στήνει ένα δωμάτιο όπου κάθε άνθρωπος καλείται να μπει και να αντιμετωπίσει τον Χρόνο που σπατάλησε.
Στον κόσμο της Θεοδώρου, ο χρόνος δεν κυλά. Στάζει. Κάθε σταγόνα μια απόπειρα να σωθεί κάτι πριν χαθεί για πάντα. Κάθε ταπεινή λεπτομέρεια τεκμήριο μιας ζωής που αποσύρεται. Το λίγο δεν είναι ποσότητα, είναι η καταδίκη. Ο ελάχιστος χώρος όπου χωρά όλη η ενοχή, όλη η τρυφερότητα που χάθηκε, ό,τι δεν προλάβαμε να πούμε πριν είναι αργά. Οι χαρακτήρες της δεν θρηνούν – παρατηρούν. Και αυτή η παρατήρηση, άκαμπτη και αδυσώπητη, είναι πιο σπαρακτική από κάθε κραυγή. Οι χαρακτήρες του βιβλίου έχουν απορρίψει την πραγματική ζωή, απλώς αναβάλλουν τη συντριβή τους. Κρατιούνται από ελάχιστες στιγμές που τρεμοπαίζουν σαν σπίθες πάνω σε νερό – και ξέρουν πως θα σβήσουν. Η Θεοδώρου ανοίγει έναν λάκκο μνήμης και τους ζητά να κοιτάξουν μέσα χωρίς να αποστρέψουν με φόβο το βλέμμα. Η γραφή της συγγραφέως λειτουργεί σαν λεπτή λεπίδα : δεν την νιώθεις, όταν σε αγγίζει, μόνο όταν το αίμα έχει ήδη κυλήσει. Προσφέρει την πιο ωμή αναγνώριση, ότι η ζωή μας γράφεται σε ρωγμές, και είναι μέσα σε αυτές που κρύβεται ολόκληρη η αλήθεια της.
Το λίγο που τελειώνει είναι μια λεπταίσθητη διερεύνηση της φθαρτότητας των ανθρώπινων δεσμών και της λειτουργίας της μνήμης ως αντισταθμιστικός μηχανισμός απέναντι στην απώλεια. Η συγγραφέας αξιοποιεί μια οικονομία λόγου που εντείνει τη δραματικότητα των σιωπών, η αφήγηση εκτυλίσσεται ως μια μικροιστορία της ανθρώπινης ευθραυστότητας, αποφεύγοντας τις υπερβολές , επιλέγοντας ένα ύφος σχεδόν διαφανές μέσα από το οποίο αναδεικνύεται η δραματική σύγκρουση ανάμεσα στην εμπειρία του παρόντος και την βεβαιότητα τη φθοράς. Το βιβλίο λειτουργεί ως μελέτη πάνω σε ένα θεμελιώδες παράδοξο. Οσο πιο πολύ κατανοούμε την ουσία της ζωής, τόσο πιο απειλητική διαγράφεται η συνείδηση του τέλους της.
Και καθώς η αφήγηση προχωρά, ένα σκοτεινό, σχεδόν μεταφυσικό ερώτημα αναδύεται: Τι απομένει όταν τελειώνει το λίγο; Μήπως το λίγο ήταν πάντα περισσότερο απ’ όσο αντέχαμε; Μήπως το τέλος είχε ήδη αρχίσει πριν καν το νιώσουμε;
Οι ελλείψεις που συσσωρεύθηκαν, οι μνήμες, αλλά και οι σκιές που έκρυψαν το ίδιο μας το πρόσωπο. Τα προσωπεία που ντυθήκαμε. Το βιβλίο λειτουργεί σχεδόν ως φιλοσοφικό μνημόσυνο : μια μυστική τελετή όπου ο αναγνώστης καλείται να παραδεχτεί ότι η ύπαρξη δεν βρίσκεται στο πλήρες, αλλά στο σχεδόν. Σ’ αυτό το λίγο που αποκαλύπτει πόσο, χωρίς φρόνηση, σπαταλήσαμε το χρόνο που μας δόθηκε.
Η συγγραφέας δεν γράφει για το τέλος, γράφει για εκείνη την ύπουλη στιγμή, το πριν, όταν όλα είναι ακόμα ζωντανά αλλά ήδη αρχίζουν να απομακρύνονται. Το λίγο σε υποχρεώνει να δεις τι κράτησες και τι άφησες να χαθεί. Ένα βλέμμα, ένα ματαιωμένο άγγιγμα, μια λέξη που δεν ειπώθηκε. Μια απόφαση που αναβλήθηκε, ένα θέλω που πνίγηκε.
Κι όταν η τελευταία σελίδα κλείσει, μένει ένα κενό καθόλου αθώο. Η συνειδητοποίηση ότι η ζωή μας τελειώνει με το αργό σβήσιμο μιας ανεπαίσθητης φλόγας, που ήταν όμως το μοναδικό μας φως. Εκεί, στο απόλυτο σκοτάδι, καταλαβαίνουμε: Το λίγο που τελειώνει δεν είναι λίγο. Είναι όλο το νόημα που φοβηθήκαμε να αντικρίσουμε όσο ακόμα ανέπνεε.


