Αργοπορούν οι λέξεις της Γιλά Μοσάεντ (μτφρ. Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, ISBN: 978-960-592-188-0)
Ονειρικό σε πρώτη ανάγνωση το κλίμα της ποιητικής συλλογής της Γιλά Μοσάεντ Αργοπορούν οι λέξεις (εκδόσεις Μανδραγόρας 2024), επιστρατεύει τα δέντρα, τα πουλιά και άλλα στοιχεία της φύσης με τα οποία η ποιήτρια συνομιλεί για να εκφράσει όσα την κατακλύζουν. Εξόριστη από την πατρίδα της, το Ιράν, αναγκάζεται να καταφύγει στη Σουηδία, όπου καταφθάνει με τον σύζυγο και τα παιδιά τους, αφήνοντας πίσω τους υπόλοιπους αγαπημένους ανθρώπους, χωρίς πατρίδα πια, αλλά και χωρίς γλώσσα αφού δεν μιλά τα σουηδικά. Καταφέρνει όμως να ριζώσει στο ποιητικό γίγνεσθαι της σκανδιναβικής χώρας και να εκλεγεί ισόβιο μέλος της Σουηδικής Ακαδημίας. Η ίδια δεν θέλει να τη θεωρούν ποιήτρια της εξορίας, όσο ποιήτρια που υμνεί την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την αγάπη. Και αυτό στην πραγματικότητα είναι.
Η παρούσα ποιητική συλλογή της πραγματεύεται ειδικότερα το τραύμα και τον πόνο που αυτό προκαλεί, χωρίς να χάνει την προσήλωσή της «στην εσωτερική αφύπνιση, συμφιλίωση και κατάφαση του ανθρώπου ως προσώπου και ως συλλογικότητας», όπως σημειώνει καίρια η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη στην εισαγωγή της. Ωστόσο οι λέξεις αργοπορούν, δεν φτάνουν εγκαίρως τη στιγμή που τις χρειάζεται η ποιήτρια για να εκφράσει το συναισθηματικό φορτίο του τραύματος, να ορίσει τον σωματικό πόνο, να μετουσιώσει το πυρακτωμένο ψυχικό φορτίο σε παραμυθητική ποίηση που λυτρώνει.
Τότε ο πόνος δεν έχει άλλο τρόπο να εκφραστεί παρά μέσα από τα δάκρυα, τη σιωπή ή την κραυγή. Όπως αναφέρθηκε στην αρχή αυτού του σημειώματος, σύμβολα της Γιλά Μοσάεντ είναι στοιχεία της φύσης όπως η σπηλιά, το δάσος και τα πουλιά: αυτά σωματοποιούν τον πόνο και τον καθρεφτίζουν πίσω στην ίδια και στους αναγνώστες της. Αυτά της επιτρέπουν να μιλήσει με τρόπο συμφιλιωτικό στη συγκεκριμένη συλλογή για τον θάνατο, την αίσθηση της απώλειας, την οδύνη, την αναζήτηση των αγαπημένων που απειλεί να καταπιεί η λήθη, αποδεχόμενη το πεπερασμένο του ανθρώπου και το τέλος σαν μια νέα αρχή:
Όταν πέθανα για πρώτη φορά
ήμουν μόνο τεσσάρων ετών.
Πλαγιάζω κάτω από μια κληματαριά με σταφύλια
Ο ήλιος κόβει τα μακριά νύχια των σκιών
Η γη από κάτω μου κι εγώ
αλλάζω χρώμα
Πέθανα πολλές φορές σε διάφορους τόπους
Σε διάφορους χώρους
Λαχταρώ να νιώσω
την αίσθηση
κάτω από την αγκαλιά των σταφυλιών
Καρπάθια του Άγγελου Μπέρτου (ISBN: 978-618-5521-15-8)
Όσα αγάπησε και όσα το κομματιάζουν καταμετρά το ποιητικό υποκείμενο σε αυτή τη συλλογή (εκδόσεις Θίνες, 2025), την αφιερωμένη στους γονείς του αλλά και στο νησί του, την Κάρπαθο, από όπου εμπνεύστηκε τον τίτλο, στρίβοντάς τον έτσι που να θυμίζει τα τρομακτικά όρη της Ρουμανίας, άντρο του βρικόλακα. Γίνεται λοιπόν αμέσως η αφιέρωση κάτι το ειρωνικό, κάτι που εντοπίζει την απειλή μέσα στην ίνα της οικειότητας.
Σημεία τρόμου λοιπόν, κρυμμένα μέσα σε πράγματα γνωστά, διανθίζουν τη συλλογή τώρα που το ποιητικό υποκείμενο μεγάλωσε και τα αναλογίζεται, τώρα που ο ποιητής ξαναεπισκέπτεται τα γνώριμα μέρη κάθε φορά που επιστρέφει στην πατρώα γη, πραγματικά ή νοερά:
Αυτό το σαλόνι
Έχει χαλασμένο παρκέ
Στη δεξιά γωνιά
Το πικάπ με το ματωμένο βελόνι
[…]
Αυτό το μηχάνημα
Κάθε τομή στην πλάκα διαβρώνει
Με επιστρέφει στο νησί
Κ’ εγώ χορεύω
Πάνω στο παρκέ
Που χθες όλη μέρα επισκεύαζα
Η ποίηση όμως δεν γίνεται τόσο μέρος επισκευής όσο ένας κρανίου τόπος όπου το ποιητικό υποκείμενο σέρνεται σε μια ανομολόγητη κατάσταση, αιμάσσον και μέσα σε εμετούς, για να διαπιστώσει αν το αγαπούν no matter what. Ο κρανίου αυτός τόπος είναι το σημείο όπου τα παραμύθια και οι παραδόσεις παύουν να βγάζουν νόημα («Γοργόνα ξεψυχούσε στα στενά/ Τραγουδούσε/ Σώσε με/ Σώσε με/ Κι αυτός τη γόπα τής πετούσε στο λαρύγγι», από το ποίημα «Πεντόλιρο β’» καθώς και «Σε τόπο γεμάτο βαμβάκι/ η γιαγιά η Αγγέλω είπε/ […] Ω ρε Αγγέλω/ Αυτά τα βαμβάκια είναι κόκκινα/ Μυρίζουνε σαν αίμα/ Είπα» από το ποίημα «Μήτρα») και προτείνεται μια νέα αφήγηση του ομοερωτικού υποκειμένου και μαζί η διεκδίκηση ενός νέου χώρου, όχι απαραίτητα αποδοχής. Άλλωστε τους γονείς του τούς μέμφεται: «Η φυλακή μου είναι μαλλιαρή» (γράφει για τον πατέρα του) «Οι χειροπέδες καστανές/ Το κολάρο κοκκινίζει// Άντρα να βρομούν τα χέρια μου/ Μητέρα ο λαιμός μου/ […] Κάθομαι με τις μυρωδιές τους/ Και κανένας σκύλος δεν μπορεί να με βρει» (από το ποίημα «Παιδικό δωμάτιο»).
Η αορατότητα, σαν limbo ανάμεσα στην εκδήλωση και την κρυφιότητα, θα μπορούσε να απασχολεί ιδιαίτερα το ποιητικό υποκείμενο, όμως εκείνο συνειδητά και περιφρονητικά προσπερνά το δίλημμα και προτάσσει τη διατράνωση της ταυτότητάς του, ορίζοντας τον χώρο του το ίδιο και μην επιτρέποντας ετεροδιηγήσεις που να το αφορούν: «Παρά φύση συναισθήματα/ Πόνος θα μας πάει στον θεό/ Κ’ εμείς χαϊδευόμαστε μόνο στην ιδέα» (από το ποίημα «Κατάλυση εις πάντα»).
Μέσα από την ανατροπή, την ειρωνεία, τη χλεύη, ενίοτε και τον αυτοσαρκασμό εκφράζεται ο Μπέρτος σε τούτη την ανατρεπτική συλλογή που περιέχει και στιγμές τρυφερότητας:
Σε βλέπω στον καθρέφτη, μάνα
Και αποστρέφω το βλέμμα μου
Γιατί κατάντησα να σ’ αγαπώ
(από το ποίημα «Μετά το ξύρισμα»)
Άνθη που σκάλισε ο ουρανός του Αλέξανδρου Πλατανιώτη (ISBN: 978-960-504-402-2)
Ενδιαφέρουσα μορφολογικά κυρίως είναι αυτή η συλλογή του Αλέξανδρου Πλατανιώτη που κυκλοφόρησε το 2025 από τις εκδόσεις Νεφέλη. Ο στίχος του ποιητή διακρίνεται για την πληθωρικότητα της έκφρασης του δεύτερου: οι λέξεις απλώνονται γενναιόδωρα χωρίς τίποτα ωστόσο να κρίνεται περιττό, σε μια θαυμαστή ισορροπία και πολύ καλό ρυθμό:
Είναι το σπίτι μου ένα ρημοκλήσι
με το ταγκό σκοτάδι των αγίων
τη μαύρη κάπα που καλύπτει τους ώμους των ενοχών μου
σαν δηλητριασμένο πουκάμισο.
Φοβάμαι να μπω
φοβάμαι ν’ ασπαστώ τα μάγουλα του νεκρού πατέρα.
Φοβάμαι να φιλήσω αυτό που θα με σωπάσει.
(από το ποίημα «Δ’. Το όνειρο του Ορέστη»)
Θεματικά, τον απασχολούν θέματα γνωστά όπως ο έρωτας και ο πόλεμος, η εξουσία, η αγάπη για τη χώρα μας, ενώ επισκέπτεται συστηματικά πρόσωπα και σύμβολα του μύθου και της θρησκείας. Έτσι, στα ποιήματά του συναντάμε, μεταξύ άλλων, τον Ορέστη, τον Λουδοβίκο ΙΔ’, τη Σαλώμη, την Οφηλία, την Παναγία και άλλους, οι οποίοι παρουσιάζονται σε νέους όρους σαν να υποκύπτουν στην παρόρμηση του ποιητή να αφηγηθεί εκ νέου παλιά αφηγήματα αλλά σε πιο ανθρώπινους πλέον όρους. Συγχρόνως, γίνονται οι ιστορίες που αφηγείται αφετηρίες για να διατυπωθούν καθολικά ερωτήματα που ενίοτε ξεφεύγουν από το συγκείμενο του ποιήματος και μένουν ανοικτές σε διαφορετικές ερμηνείες. Στο ποίημα «Αποκαθήλωση ΙΙ» για παράδειγμα, το οποίο μιλά για την Ιερουσαλήμ, οι καταληκτικοί στίχοι έχουν ως εξής:
Πεθαίνεις μόνη
κι αντιδονεί το δωμάτιο απ’ τον ανεπίκαιρο ρόγχο.
Πεθαίνεις, μητέρα.
Δίπλα στο κρεβάτι σου
θαμμένο μες στο πανέρι με τα φρούτα
το χλωμό κι άκαμπτο κορμάκι τ’ ουρανού
Τώρα σε ποιο βλέμμα θα γυρέψουμε τον εαυτό μας;
Τέλος, θα ήθελα να σταθώ στη θαυμαστή εικονοποιΐα της συλλογής, η οποία διέπεται βέβαια από λυρισμό και συχνά στέκεται σε μεταιχμιακά σημεία, όπως τη στιγμή πριν από τον θάνατο, έλκοντας έτσι και από τον ρομαντισμό, γεγονός που μαρτυρεί ούτως ή άλλως και το περιεχόμενο των εικόνων που αναδεικνύει ο ποιητής:
Είναι το ανθρώπινο σύμπλεγμα ένας ψίθυρος
που εμπιστεύεσαι στον διπλανό σου λίγο πριν το τέλος
παραδομένος στο νεκρικό κρεβάτι.


