[Γήρας]
Κλείνω είναι το ρήμα που την καθορίζει τελευταία. Κλείνει επιθυμίες τη μια μετά την άλλη. Μια μόνο εμμένει, να άλλαζε σώμα. Να ξυπνούσε ένα πρωί και να την υπάκουε. Να πεταγόταν απ’ το κρεβάτι και να έφτανε στην τουαλέτα πριν κατουρηθεί πάνω της. Η διαδρομή απ’ την κουζίνα στο καθιστικό να μην ήτανε μισή ώρα δρόμος με στάσεις. Να έπινε το τσάι της χωρίς να γίνει μούσκεμα η ρόμπα της. Το κορμί της να επέστρεφε σε όχημα έκφρασης, αντί για τη φυλακή που είναι τώρα.
Κλείνει λέξεις. Πολλές λέξεις που έχουν περάσει σε αχρησία. Σκούριασε ο μηχανισμός της ανάκλησής τους. Πονάω, πεινάω, διψάω, τα χάπια μου, είναι μόνον εκείνες που καθημερινά χρειάζεται.
Καιρό τώρα, κλείνει ένα ένα και τα ενδιαφέροντα. Αυτή, η πάλαι ποτέ κοκέτα, βολοδέρνει μες στο σπίτι φορώντας την τριμμένη πιτζάμα της, από πάνω μια φθαρμένη ρόμπα και με τα μαλλιά αχτένιστα. Κομμένοι οι καφέδες στο κέντρο με τις κυρίες, οι χοροί στο Λύκειο Ελληνίδων και οι εκδρομές στα μοναστήρια. Δεν διαβάζει τα περιοδικά της αλλά ούτε και εφημερίδες. Τα γράμματα χοροπηδάνε, την μπερδεύουν. Αγνοεί το τι συμβαίνει στον κόσμο, στη μόδα. Άλλωστε, σε τι την αφορούν; Έπαψε να παρακολουθεί και τα σήριαλ στην τηλεόραση. Ξεχνάει τι ώρα παίζουν και τι έγινε στο προηγούμενο επεισόδιο.
Όσο για τις σχέσεις, έκλεισαν αναγκαστικά. Οι παλιοί οικείοι σε τόπο χλοερό. Οι γιοι της φωνές απ’ το τηλέφωνο. Οι φίλες; Ποιες φίλες; Ποτέ δεν της επιτράπηκαν τέτοιες πολυτέλειες. Ο γιατρός και η γυναίκα που καθαρίζει η τωρινή της οικογένεια, επί πληρωμή.
Ο έρωτας έκλεισε πρώτος απ’ όλα. Δεν τον έχει ανάγκη το κορμί. Τα όργανα συρρικνώθηκαν στις βασικές ζωτικές τους λειτουργίες, κι αυτές στο ρελαντί.
Εκείνο, όμως, που τη βασανίζει είναι οι μνήμες. Κάθε που εισβάλλουν, τις κλείνει με ηρεμιστικά. Προτιμά να χάνεται παρά να την ξεσηκώνουν, ζωή τετελεσμένη. Στην κατάσταση που έχει περιέλθει, πρέπει να αποφεύγει την κατανάλωση της λιγοστής ενέργειας που της απομένει.
Σταδιακά, απενεργοποιεί τον αόριστο και τον μέλλοντα. Λιμνάζει στον ενεστώτα με τα επιρρήματα της συνήθειας να την οριοθετούν.
Σφαλίζουν μία-μία οι πόρτες πίσω της. Αποκλείουν το φως, τις φωνές. Ανασαίνει αργά στο ημίφως, σκαλωμένος ίσκιος μες στους ίσκιους του σπιτιού. Είναι ο φόβος που την κρατάει να υπάρχει. Όσες πόρτες κι αν κλείνει, αυτός πάντα εκεί, κυρίαρχος.
Φοβάται. Φοβάται την επιβουλή των ανθρώπων. Φοβάται μην παραπατήσει, πέσει και σπάσει το πόδι, το χέρι της ή τη λεκάνη. Φοβάται μην της ανέβει η πίεση χωρίς να το καταλάβει και της έρθει κανένα έμφραγμα ή κανένα εγκεφαλικό.
Φοβάμαι! Φοβάμαι να πεθάνω! Φοβάμαι, λέω! Ακούει κανείς;


