Η βιωματική ποίηση της Ελίνας Παπαδοπούλου στο βιβλίο της “Παρακείμενα” (Κουκκίδα 2025)
Μάνια Μεζίτη
Στου κόσμου τα παζάρια
αγόρασα χρυσοκλωστές
και μαύρα μανιτάρια
σοκολατάκια με λικέρ
άστρα και πεταλούδες
ένα έλκηθρο που σέρνανε

χρωματιστές αρκούδες

 

Η σύγχρονη μαρξιστική θεωρία της λογοτεχνίας ισχυρίζεται πως η ποίηση δεν είναι ένας καθρέφτης που δείχνει τι νιώθεις, αλλά ένα εργαλείο που δείχνει πώς φτιάχτηκες για να νιώθεις έτσι. Το βίωμα στην ποίηση, σύμφωνα με τον Ίγκλετον, είναι ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα και δεν πρέπει να αρκούμαστε σ’ αυτό, όταν δεν στοχάζεται τις ιδεολογικές του ρίζες. Η λογοτεχνία, κατ’ αυτόν, δεν πρέπει να γίνεται μέσο ατομικής λύτρωσης ή συναισθηματικής αυτοπραγμάτωσης. Η έννοια του «εαυτού» είναι κοινωνικά και ιδεολογικά δομημένη – όχι αυθύπαρκτη πηγή νοήματος. Η ποίηση που εστιάζει υπερβολικά στον εαυτό διατρέχει τον κίνδυνο να αγνοήσει τις συνθήκες της ύπαρξης – την τάξη, την εργασία, την εξουσία, το φύλο, το σύστημα. Ο Ίγκλετον θέλει να είμαστε κριτικοί απέναντι στο συναίσθημα ως αυταξία. Το στοίχημα δεν είναι να πεις τι νιώθεις, αλλά να σκαλίσεις από ποιον χώρο μιλά το βίωμά σου. Να αναγνωρίσεις ότι η εμπειρία σου είναι έμφυλη, φυλετική, ταξική, γλωσσική.

Όταν η Ελίνα στο ποίημα «Φέρτε το γιατρό» γράφει «και ακόμα, σε τούτο το παραλιάκι, που η Θύρα 13 υπέγραψε μεγαλοπρεπώς, σφράγισε με συνθήματα τα τείχη, ήρθαμε χωρίς να φοράμε πράσινα, συγχωρέστε μας» μήπως δεν αποτυπώνει μια ολόκληρη εποχή, μήπως το πολύ συγκεκριμένο βλέμμα της δεν κάνει μια πολιτισμική τοποθέτηση; Ή μήπως δεν τοποθετείται στο ποίημα με τίτλο «Κούβα» όπου γράφει «Όλα τα όνειρα που έκαναν καθισμένοι τ’ απογεύματα στους ίδιους κόκκινους πανομοιότυπους οικογενειακούς δερμάτινους καναπέδες των σπιτιών τους», αναφερόμενη αλληγορικά στα ματαιωμένα οράματα και τα πολιτικά ιδανικά μιας γενιάς ή και περισσότερων που προσέκρουσαν στους δερμάτινους καναπέδες του σπιτιού τους; Συνεπώς, το κερδίζει το στοίχημα. Αναγνωρίζει πως αυτό που γράφει αυτή τη στιγμή αποτελεί ζήτημα κοινωνικής τάξης. Όπως αναγνωρίζει και το έμφυλο όταν καταπιάνεται με την περιγραφή ρούχων και γυναικείων αξεσουάρ. Το βιβλίο της βρίθει αναφορών σε τόπους, εποχές, συνήθειες, τραγούδια, ενδυμασία. Η Ελίνα πλαισιώνει τη γραφή της με το context που την οδήγησε, και σε πολλές περιπτώσεις την καθοδήγησε, να γράψει. Δεν χρειάζεται, ούτε στην ίδια, ούτε στην ποίηση εν γένει, κατά τη γνώμη μου, να διαδηλώνει ρητά εναντίον της κοινωνικής ή της ιστορικής συνθήκης, αρκεί που την αναγνωρίζει και την καταγράφει με αυτό τον δαντελένιο τρόπο των στιγμιότυπων, του συμβολισμού, της μεταφοράς και της αλληγορίας, όπως στο ποίημα «Ο Άρης σταμάτησε στη Σούτσου».

Με συνάντησε στην Ομόνοια. Εντελώς τυχαία. Με γράπωσε αμέσως. Με παρέσυρε στο εσωτερικό του καφενείου η Συνάντηση. Τα είχε τσούξει για τα καλά. Πρόλαβε και μου είπε για τον Άρη, πώς ο παππούς του τον κρέμασε ανάποδα και τον κάπνισε για να τον συνετίσει. Ψηλά πάνω στα Άγραφα. Με έβαλε να ορκιστώ πως θα ξανάρθω. Έτρεξα πανικόβλητη να σωθώ. Φοβήθηκα την τύχη του Καπετάνιου. Ανηφόρισα κατά το Κολωνάκι. Σταμάτησα στη Σούτσου. Μας ήρθε η Άνοιξη πικρή, ας πιούμε τσάι γιασεμί, μουρμούρησα και χώθηκα στην κομψή τσαγερία.

Η μεξικανή ποιήτρια και διανοήτρια Γκλόρια Ανζαλδούα υποστήριζε τη γλώσσα των συνόρων, εκεί που το εγώ δεν είναι ένα, αλλά συνορεύει με πολλαπλότητες. Υπάρχουν ποιητές που γράφουν για ιστορικά τραύματα και  ξεριζωμούς και εδαφικά περιθώρια. Μήπως η Ελίνα στο κείμενο «Τα σουτζουκάκια» αναφερόμενη στην «εκ μητρός γιαγιάκα της την Αθανασία, με μακρινή καταγωγή απ’ το Τσιρίγο, που παιδάκι του δημοτικού γλίτωσε από της Σμύρνης το γιαγκίνι, και ξέχασε διαμιάς μεταξωτά και μαλάματα, ιππασίες και γαλλικά», δεν αναφέρεται σε αυτές τις πολλαπλότητες, καθώς και στο συλλογικό και διαγενεακό τραύμα; Όλοι στην ηλικία μας έχουμε στην οικογένεια από μια θεία «παστρικιά» που ήρθε από τη Σμύρνη κι όλο πλενότανε, είχε άλλον αέρα, του εξωτερικού, μαγείρευε καταπληκτικά, και παρά την πίκρα της, αυτή που ασυνείδητα μετέδωσε σε παιδιά κι εγγόνια, μας βοήθησε να παντρέψουμε το κύμινο με το δυόσμο.

Κάθε ποίημα, μα κάθε ποίημα που γεννιέται, αποτελεί πράξη πολιτισμικής τοποθέτησης. Η μεταφεμινιστική θεωρία πρεσβεύει πως η προσωπική εμπειρία δεν είναι πια μόνο εξομολόγηση —είναι πολιτική πράξη, πολιτισμικό γεγονός και γλωσσική ανατροπή. Η Μπάτλερ θεωρεί πως η βιωματική ποίηση δεν είναι πλέον μόνο ο καθρέφτης, αλλά είναι η σκηνή και η πράξη. Όταν η Ελίνα γράφει: «Ίσως καταλήξω με άνοια, πριν καν βρεθεί το γιατρικό το αχρείαστο, ποιος μπορεί στ’ αλήθεια να οδεύει προς την ανυπαρξία κάτω από το εκτυφλωτικό φως της μνήμης» θίγει βεβαίως αιώνια θέματα της ύπαρξης, όπως ο χρόνος και η μνήμη, όχι όμως αμπελοφιλοσοφώντας, αλλά βάζοντας τον εαυτό της στη σκηνή και στην πράξη, ενώ συγχρόνως αναφέρεται στο κοινωνικό – επιστημονικό ζήτημα της ανεύρεσης φαρμάκου για τη μείζονα αρρώστια της εποχής.

Το θέμα όμως στην ποίηση δεν είναι μόνο τι λέμε, αλλά και πώς το λέμε. Η Ελίνα το λέει με πεζοποιήματα, με πεζά που διαθέτουν ποιητική χροιά και με ποιήματα. Το λέει λοιπόν με κείμενα. Όταν οι ποιητές προσεγγίζουν την πιο πεζολογική μορφή, είναι τότε που θέλουν πραγματικά να μιλήσουν, και ο κανονιστικός λόγος της ποίησης τους περιορίζει. Όταν πεζολογείς διαθέτεις μια παραπάνω ελευθερία. Αν βάλεις ένα «και» περισσότερο δεν χαλάει ο κόσμος, δεν χαλάει ο στίχος, δεν χαλάει ο ρυθμός. Μοιάζει να έχει έρθει η ώρα και αυτό ν’ αλλάξει. Ή μάλλον έχει ήδη αλλάξει, αφού τέτοιες υβριδικές μορφές βιβλίων σαν τα Παρακείμενα (Κουκκίδα, 2025, ISBN: 9786182081501) κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος. Η Ελίνα με όχημα έναν ποιητικό λόγο ανεπιτήδευτο και εσκεμμένα ανέμελο, με λεξιλόγιο καθημερινό, με εικόνες, αλληγορίες, περιγραφές οικογενειακών και φιλικών στιγμιότυπων και βιωμάτων, καταφέρνει να κάνει τον αναγνώστη να νιώσει συναισθήματα, να αναρωτηθεί για την Ιστορία, να νοσταλγήσει, να θυμηθεί, να προβληματιστεί. Δεν γράφει για τον εαυτό της, αλλά γράφει τον εαυτό της, δηλαδή τα βιώματα και τις σκέψεις της.

Σύμφωνα τώρα με την ψυχαναλυτική προσέγγιση το τραύμα στη λογοτεχνία αδυνατεί να ειπωθεί άμεσα. Η βιωματική ποίηση είναι το ηχείο μιας φωνής που δεν βρίσκει λόγια, κι όμως επιμένει να ψιθυρίζει. Το τραύμα μιλά μέσα από το κενό, τη σιωπή, τη διάρρηξη της γλώσσας (π.χ οι χρωματιστές αρκούδες που διαβάσαμε στην αρχή). Σκεφτείτε, όσοι έχετε κάνει ψυχοθεραπεία, πόσα χρόνια σας πήρε να γυροφέρνετε το τραύμα με λόγια άσχετα με το ίδιο. Το πένθος αποτυπώνουμε στην ποίηση, το τραύμα καθαυτό δεν μπορούν να το ενσαρκώσουν τα λόγια. Υιοθετούμε περσόνες, το βάζουμε στο στόμα κάποιου άλλου, το διαμεσολαβούμε, το μετουσιώνουμε όπως π.χ κάνει η Ελίνα στους στίχους «εκείνη γλιστρά απαλά, χαμογελώντας πονηρά, σαν γεωργιανή χορεύτρια μπρος και πίσω διαρκώς» το ψιθυρίζουμε το τραύμα και αποτυπώνουμε το πένθος, έστω με ανεμελιά, σαν αυτή της Ελίνας στο ποίημα «Μάνα».

Περνάει από το τραπέζι του σαλονιού, με το ένα χέρι, το αριστερό, το καλό της, κλέβει μια καραμέλα από το τάσι, την χώνει στην τσέπη, με τ’ άλλο κρατάει το πι ανάλαφρα, σα να μην το χρειάζεται καθόλου. Έχω πολύ δρόμο να διανύσω με μια καραμέλα στην τσέπη, λέει, για αρχή μέχρι το παράθυρο. Κυλούν οι μέρες μου ολόιδιες, με την ίδια γκρι ρόμπα και την ίδια καφέ ζακέτα, αυτήν που φόραγα τριάντα χρόνια πίσω σε κείνη την μπυραρία στην Φρανκφούρτη. Να, κοίτα πώς κλαδέψανε ετούτη την ελιά, πολύ άσχημα, μονολογεί, σαν κάποιος να την εκδικήθηκε που φούντωνε και σήκωνε τα πλακάκια του πεζοδρομίου και αδιαφορούσε και πήγαινε.

 

Πηγές

Παρακείμενα, Ελίνα Παπαδοπούλου, εκδ. Κουκκίδα, Αθήνα 2025.

Εισαγωγή στη θεωρία της λογοτεχνίας, Τέρι Ήγκλετον, μτφρ.: Δημήτρης Τζιόβας, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1996

Borderlands / La Frontera: The New Mestiza, Gloria Anzaldúa, εκδ. Aunt Lute Books, San Francisco, California, 1987

Αναταραχή φύλου, Judith Butler, μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, επιστ. επιμ. Βενετία Καντσά, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009

Περισσοτερα αρθρα