
«Πέτρα: σκληρό ορυκτό σε διάφορα σχήματα και μεγέθη που αφθονεί πάνω στη γη και μέσα σε αυτήν. Υλικό που από τα αρχαία χρόνια χρησίμευε για την κατασκευή γερών οικοδομημάτων. Όπως εκείνο το τείχος: τόσο σταθερό, τόσο προστατευτικό. Η Διδώ δεν ανησυχούσε για τίποτα, ασφαλής μέσα στον πέτρινο λαβύρινθο, να προχωρά αμέριμνη στους διαδρόμους του και να νιώθει το κάθε βήμα της να επαναλαμβάνεται άπειρες φορές. Προσπαθούσε να μη σκέφτεται. Βρισκόταν απλώς εκεί, κι αυτό ήταν το δεδομένο της. Δεν χρειαζόταν να φύγειˑ ίσως και να μην ήθελε κιόλας.» (σ. 9), γράφει η Έλενα Δαββέτα στις πρώτες γραμμές της νουβέλας, Όνειρα από χώμα, μια καλαίσθητη έκδοση που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Άνω Τελεία (ISBN:978-618-5643-65-2). Η συγγραφέας επιλέγει να ξεκινήσει το έργο της εστιάζοντας σ’ ένα από τα πολλά, επαναλαμβανόμενα όνειρα της κεντρικής ηρωίδας, της Διδώς. Το όνειρο αυτό δεν είναι απλώς εισαγωγικό· λειτουργεί ως θεμέλιο της αφήγησης, αποκαλύπτοντας ήδη από την πρώτη σελίδα τη βαθιά σχέση της ηρωίδας με την ακινησία, την ασφάλεια και τη σιωπηλή της παραίτηση από τον έξω κόσμο, καθώς σύμφωνα με τον Sigmoud Freud «Το όνειρο αποτελεί μια συμβολική έκφραση ασυνείδητων επιθυμιών, κυρίως παιδικών και απωθημένων» (Freud, 2018).
Το «πέτρινο τείχος», κατασκευασμένο από ανθεκτικό και σταθερό υλικό (Cirlot, 1995:411), διαμορφώνει ένα ασφαλές, σχεδόν ονειρικό περιβάλλον για τη Διδώ – μια ηρωίδα που χαρακτηρίζεται από ευαλωτότητα, τόσο στην προσωπικότητα όσο και στην ψυχοσύνθεσή της, τόσο στον εσωτερικό της κόσμο όσο και στη σχέση της με το εξωτερικό περιβάλλον. Η νεαρή Διδώ μια νεαρή αρχαιολόγος που, ενώ ζει και εργάζεται στην Αθήνα, καλείται να συμμετάσχει σε ανασκαφές στη Θεσσαλονίκη — την πόλη όπου γεννήθηκε, – «Η ανάπλαση της οδού Κάστρων είχε φέρει στο φως ένα βρεφικό κοιμητήριο που πιθανότατα ήταν τμήμα του Ανατολικού Νεκροταφείου στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους» (σ. 29) – αλλά και το σκηνικό ενός παρελθόντος που έχει επιλέξει να αφήσει πίσω της. Έτσι, είναι πάνω απ’ όλα αρχαιολόγος του ίδιου της του εαυτού. Η σκαπάνη της δεν αναζητά μόνο εξωτερικά ευρήματα, αλλά πρωτίστως εστιάζει στο «ένδον σκάπτε» – στη διερεύνηση του εσωτερικού της κόσμου, στη συμφιλίωση με τους εφιάλτες του παρελθόντος και στην αργή, επίπονη συγκρότηση της προσωπικής της ταυτότητας. Η Διδώ δεν ξεθάβει μόνο αγγεία και πέτρες, αλλά και τα κομμάτια της ίδιας της της ιστορίας. Η Θεσσαλονίκη, τόπος γέννησης και πόνου, μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στη γυναίκα που είναι σήμερα και στο παιδί που υπήρξε.
Και καθώς η ανάγκη της ταυτοτικής διεργασίας μπορεί να λειτουργεί στο πραγματικό ή ακόμα και το φαντασιακό επίπεδο (Erikson, 1968) ο κόσμος της αρχαιολογίας φαίνεται πως αποτελεί για τη Διδώ μια σημαντική πτυχή στην προσπάθεια συγκρότησης της αυτο-εικόνας. Η προσωπική ταυτότητα δεν αποτελεί κάτι το δεδομένο όπως π.χ. η ταυτότητα ορισμένων αντικειμένων: ως ταυτότητα με τον εαυτό, προϋποθέτει αυτο-συνείδηση, δηλαδή αναστοχαστική αναδίπλωση. Στο πλαίσιο αυτό, η προσωπική ταυτότητα ορίζεται ως «ο εαυτός όπως αναστοχαστικά κατανοείται από το πρόσωπο με όρους προσωπικής βιογραφίας» (Giddens, 1991:53).
Σε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο η συγγραφέας συνθέτει το ψυχολογικό προφίλ της ηρωίδας. Η Διδώ, διαμορφώνοντας την ταυτότητά της, αναμετράται με φοβίες, τραύματα και άδηλες πλευρές του εαυτού της. Όπως αποκαλύπτει χαρακτηριστικά: «Σιχαινόταν τα αεροπορικά ταξίδια – το άγχος της απογείωσης και της προσγείωσης, τον ασφυκτικό χώρο και τους αγνώστους των διπλανών καθισμάτων, μα πάνω απ’ όλα την αίσθηση ότι βρισκόταν στα σύννεφα» (σ. 49). Η συγγραφέας στην προσπάθειά της να αποδώσει λογοτεχνικά τη σταδιακή συγκρότηση του «εγώ», αναδεικνύει όχι μόνο την ενδοσκόπηση της ηρωίδας, αλλά και τη σύνδεσή της με τους άλλους – ένα σύστημα αλληλεπίδρασης στο οποίο η Διδώ συμμετέχει με αμυντική διάθεση (Jenkins, 2007). Η στάση της απέναντι στον κόσμο είναι επηρεασμένη από το τραυματικό παρελθόν: «Από τότε που είχε φύγει ο πατέρας της, κράταγε αμυντική στάση απέναντι σε οτιδήποτε της τον θύμιζε, συμπεριλαμβανομένης και της μητέρας της» (σ. 19).
Το ψηφιδωτό των χαρακτήρων της νουβέλας συμπληρώνεται από τον Αλέξανδρο, αρχαιολόγο και στενό φίλο της Διδώς. «Από τα χρόνια της φοιτητικής ζωής μέχρι σήμερα, που κόντευαν τα τριάντα τρία, είχαν διατηρήσει μια εξαιρετική φιλία και μια αποδοτική συνεργασία, έχοντας μάθει να αλληλοσυμπληρώνουν τα κενά τους στις μελέτες που αναλάμβαναν» (σ. 16). Κεντρική φιγούρα στη ζωή της ηρωίδας αποτελεί, επίσης, ο θετός της πατέρας, Ορέστης Μοσχίδης, ένας επιτυχημένος αρχαιολόγος, παντρεμένος με την Ευγενία – «ένα άτομο το οποίο ένιωθε μοναξιά» (σ. 15). Στο κάδρο των προσώπων έρχεται να προστεθεί και ο Ιάσωνας Παρμενίδης, επίσης αρχαιολόγος, ο οποίος αφιερώνει τον χρόνο του τόσο στην επιστημονική έρευνα όσο και στην κοινωνική προσφορά, προσφέροντας «εθελοντική εργασία ως κοινωνικός λειτουργός σε φυλακές και ορφανοτροφεία» (σ. 39), αλλά και τα πρόσωπα της φυσικής της οικογένειας, η αλκοολική μητέρα, ο βίαιος πατέρας, ο αδερφός της Μάρκος και η γιαγιά.
Ο τίτλος Όνειρα από χώμα λειτουργεί ως πυξίδα του έργου, συνοψίζοντας τη διττή φύση της αναζήτησης της Διδώς και προϊδεάζοντας τον/την αναγνώστη/-στρια για την ποιητικότητα αλλά και τη ρεαλιστικότητα που διαπερνούν τη νουβέλα. Από τη μία πλευρά, τα «όνειρα» αντανακλούν την επιθυμία της ηρωίδας να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό της, να χτίσει τη ζωή της πάνω σε νέες, πιο σταθερές βάσεις, να ανήκει κάπου με αίσθημα ασφάλειας και νοήματος, να βρει έναν τόπο – εξωτερικό και εσωτερικό – όπου να μπορεί να ριζώσει. Παράλληλα, να συνδέσει το επάγγελμά της όχι μόνο με το παρελθόν αλλά και με την προσωπική της κάθαρση. Από την άλλη πλευρά, το «χώμα» φέρει κυριολεκτική και μεταφορική σημασία: είναι το υλικό της ανασκαφής, το πεδίο της αρχαιολογικής έρευνας, αλλά και το ίζημα του τραύματος – το βάρος της καταγωγής, οι πληγές της παιδικής ηλικίας, τα θαμμένα μυστικά που αναμένουν αποκάλυψη. Είναι το στοιχείο που λερώνει και βαραίνει, αλλά και εκείνο μέσα στο οποίο μπορεί να φυτευτεί κάτι νέο. Έτσι, ο τίτλος δεν είναι απλώς συμβολικός· ενσωματώνει την ίδια την υπαρξιακή πάλη της Διδώς, παλινδρομώντας ανάμεσα στη φθορά και την ελπίδα, στο παρελθόν και το παρόν, το χθες και το σήμερα, το ονειρικό – φαντασιακό και το πραγματικό – ρεαλιστικό.
Η λογοτεχνική αφήγηση δεν περιορίζεται στην απλή αναπαράσταση της εξωτερικής πραγματικότητας, αλλά συνιστά μια σύνθετη διαδικασία κατασκευής νοήματος. Η γλώσσα, οι αφηγηματικές τεχνικές και τα σύμβολα διαμορφώνουν ένα πολυφωνικό και πολυεπίπεδο κείμενο, το οποίο επιτρέπει στον/στην αναγνώστη/-στρια να προσεγγίσει την ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων και να ερμηνεύσει υπαρξιακά και κοινωνικά ζητήματα. Η χρήση της γλώσσας χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό συνυποδηλωτικότητας, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός ποιητικά φορτισμένου ύφους. Η ρεαλιστική αναπαράσταση της καθημερινότητας συνυπάρχει με μεταφορικές εκφράσεις, παρήχηση, και συμβολικές εικόνες, εντείνοντας τη συγκινησιακή φόρτιση και μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από την εξωτερική περιγραφή στην εσωτερική εμπειρία. Όπως επισημαίνει και ο Roland Barthes, «η λογοτεχνική γλώσσα παύει να δηλώνει και αρχίζει να υπονοεί» (Barthes, 2022). Η ποιητικότητα δεν αποτελεί απλώς ένα υφολογικό στοιχείο, αλλά έναν μηχανισμό πρόσβασης στο ασυνείδητο του λόγου.
Η αφηγηματική δομή διακρίνεται από μια μη γραμμική οργάνωση του χρόνου, η οποία επιτυγχάνεται κυρίως μέσω αναδρομών. Οι επιστροφές στο παρελθόν – όπως το ταξίδι στην Αίγυπτο και οι πρώιμες εμπειρίες της ηρωίδας στη Θεσσαλονίκη – δεν λειτουργούν μόνο ως εργαλείο παροχής πληροφοριών, αλλά κυρίως ως μέσο ερμηνείας της παρούσας ταυτότητας της ηρωίδας. Οι αναδρομές, συνεπώς, δεν διακόπτουν τη ροή της αφήγησης, αλλά τη συμπληρώνουν και τη βαθαίνουν, αποκαλύπτοντας υπόγειες διαδρομές της συνείδησης.
Ορισμένες λέξεις και εικόνες όπως «σκαπάνη», «αρχαιολογικά ευρήματα», «ιχθύες» και «παιδικό νεκροταφείο» υπερβαίνουν το σημασιολογικό τους επίπεδο και αποκτούν συμβολική λειτουργία. Η μεταφορά της ηρωίδας ως «αρχαιολόγου του εαυτού της» εναρμονίζεται με τη φροϋδική θεώρηση του υποσυνείδητου ως χώρου που απαιτεί αποκάλυψη και ερμηνεία. Αντίστοιχα, τα «αρχαιολογικά ευρήματα» μπορούν να ερμηνευτούν ως αποσπασματικά στοιχεία του παρελθόντος που επανέρχονται στο παρόν με μορφή φαντασιώσεων ή ονείρων. Οι «ιχθύες» ενδέχεται να παραπέμπουν σε σύμβολα ζωής και θανάτου, ενώ το «παιδικό νεκροταφείο» ενσαρκώνει την απώλεια της αθωότητας ή τις καταπιεσμένες μνήμες της παιδικής ηλικίας. Όλα τα παραπάνω λειτουργούν ως «μνημοτεχνικά σύμβολα» που εγγράφουν το ασυνείδητο στο σώμα του λόγου.
Στο Όνειρα από χώμα, η Έλενα Δαββέτα δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία εσωτερικής αναζήτησης· κατασκευάζει ένα λογοτεχνικό αρχαιολογικό πεδίο, όπου η σκαπάνη της αφήγησης αποκαλύπτει στρώματα μνήμης, ταυτότητας και συναισθηματικής ωρίμανσης. Η λογοτεχνική πένα της συγγραφέα μεταπλάθεται σε αρχαιολογική σκαπάνη η οποία κινείται σ’ έναν πολυεπίπεδο χώρο και χρόνο, ξετυλίγοντας το νήμα της ιστορίας, παρακολουθώντας την πορεία της Διδώς με λεπτότητα και ψυχολογικό βάθος, φέρνοντας στο φως τα θαμμένα κομμάτια ενός εαυτού που πασχίζει να ενωθεί. Πρόκειται για ένα έργο που δεν φοβάται να κοιτάξει κατάματα το «χώμα», και μέσα από αυτό να ονειρευτεί – ακριβώς εκεί όπου γεννιούνται τα πιο ουσιαστικά όνειρα.
Βιβλιογραφία
Barthes, R. (2022). Η απόλαυση του κειμένου, μτφρ. Φ. Χατζιδάκη και Γ. Κρητικός. Αθήνα: Κέδρος
Cirlot, J.-E. (1995). Το Λεξικό των Συμβόλων, μτφρ. Ρήγας Καππάτος. Αθήνα: Κονιδάρης.
Δαββέτα, Ε. (2025). Όνειρα από χώμα. Αθήνα: άνω τελεία.
Erikson, H. E. (1968). Ταυτότητα, νεολαία και κρίση. Νέα Υόρκη: WW Norton Company.
Freud, S. (2018). Η ερμηνεία των ονείρων, μτφρ. Β. Πατσογιάννης. Αθήνα: Πλέθρον.
Giddens, A. (1991). Modernity and SelfIdentity. California: Stanford University Press.
Jenkins, R. (2007). Κοινωνική ταυτότητα, μτφρ. Γεωργοπούλου Κ.. Αθήνα: Σαββάλας.


