“2017” της Μαριάννας Πλιάκου

ημερομηνια

Έτυχε να ξεκινήσω να διαβάζω τη δουλειά της Μαριάννας Πλιάκου ανάποδα: το Χ (εδώ) προηγήθηκε του 2017, και καθώς τα ποιήματα διαδέχονταν το ένα το άλλο, είχα την αίσθηση ότι τα ίχνη των μελλοντικών σκέψεων ήταν ξεκάθαρα παρόντα.

Στο 2017 η ποιήτρια φέρνει το παρελθόν στο σήμερα της ζωής της και καθώς το αφηγείται, το εξημερώνει: το κοιτάζει εξεταστικά αλλά όχι χωρίς τρυφερότητα και σίγουρα όχι χωρίς αποδοχή, σχεδόν παρατηρεί τον εαυτό της μέσα από το πρίσμα του προσωπικού της πεπερασμένου χρόνου.

Η απεικονιστική προσέγγιση των σκέψεων και των συγκινήσεων αποτελεί τελικά ιδιαίτερο χαρακτηριστικό συνολικής οπτικής και όχι μόνο γραφής: διαβάζοντας τα ποιήματα που συνθέτουν το 2017, ο αναγνώστης βρίσκεται απέναντι σε άηχες εικόνες και εκκωφαντικά συναισθήματα, σε ένα απρόσμενο μωσαϊκό γεγονότων και στιγμών συνδεδεμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να χαρτογραφείται μια προσωπική πορεία και να οριοθετείται το πέρασμα του χρόνου σε ένα καθοριστικά προσωπικό πλαίσιο. Η Μαριάννα Πλιάκου είναι εξαιρετικά ακριβής στη χρήση των λέξεων, δεν πλατειάζει, δεν αναλώνεται. Και ο αναγνώστης κοιτάξει μαγνητισμένος τα όσα λαμβάνουν χώρα σ’ αυτή την τόσο «ζωγραφική» ποίηση.

Δεν είναι ότι δεν συναντά κανείς ανθρώπους στα ποιήματα του 2017, το αντίθετο ισχύει. Και παρόλο που θεματολογικά πρόκειται για ανθρωποκεντρική ποίηση, είναι αποτυπωμένοι αχνά, σχεδόν περαστικοί, μέρος μιας εικόνας ή μιας ανάμνησης. Σαν να έχουν ήδη φύγει. Περισσότερο ίσως και από το Χ, εδώ η αυτοβιογραφική διάσταση είναι ξεκάθαρη και αποτελεί άξονα προσέγγισης του συνόλου, το εγώ όμως κινείται άυλα πάνω από τις σκηνές και τα γεγονότα, ίσα-ίσα για να οριοθετήσει και να περιγράψει τις σκέψεις, και να στοιχειοθετήσει παρουσία σε μια πραγματικότητα που αποτυπώνεται διακριτικά, με σεβασμό απέναντι σε όσους την αποτελούν. Με νοσταλγία επίσης.

Τα ποιήματα της Μαριάννας Πλιάκου έχουν την εκτός χρόνου συνοχή και την «υποκειμενική» αντικειμενικότητα μιας προσεκτικά φυλαγμένης ανάμνησης: αποδεχόμενη το συναίσθημα που απορρέει από συγκεκριμένες καταστάσεις και απώλειες, η ποιήτρια παγιώνει την ανάμνηση στον χώρο και τον χρόνο, την φέρνει στα μέτρα της, την κάνει προσωπική της περιουσία και ταυτότητα. Η ματιά της λειτουργεί περισσότερο αφαιρετικά παρά περιγραφικά, οι άνθρωποι που συναντά κανείς στους στίχους είναι ελάχιστα εκτεθειμένοι και μάλιστα σε μια παράδοξη συνθήκη: το αποτύπωμα της παρουσίας τους συνυπάρχει με την σαφή αίσθηση της επικείμενης απουσίας. Ίσως έτσι να τιθασεύεται ο φόβος.

Προσωπικά το σημείο που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι η ιδιάζουσα γραφή. Η Μαριάννα Πλιάκου γράφει χωρίς υπερβολές, μεγαλοστομίες, υπονοούμενα, κενές «φιλοσοφικότητες». Χωρίς άγχος να αποδώσει κάτι που ο αναγνώστης ενδεχομένως να δυσκολευόταν να διακρίνει. Διαβάζω και σχεδόν βλέπω πίνακες με ανθρώπους (άλλωστε το πρώτο μέρος της συλλογής έχει τον τίτλο «Πορτραίτα») και -σχεδόν- νεκρή φύση, βλέπω τις λέξεις και τις πινελιές να συνυπάρχουν και να αλληλοσυμπληρώνονται. Ακουμπάει ανθρώπους και καταστάσεις καθημερινές όπως αρρώστιες και νοσοκομεία, σκηνές στο αυτοκίνητο, παιχνίδι στις γειτονιές, και όμως, αυτό που μένει στην πραγματικότητα είναι μια αίσθηση του άπιαστου, του φευγαλέου, του ανείπωτου κυρίως, η πεποίθηση τελικά ότι η ζωή στριμώχνεται στις ελάχιστες υποδιαιρέσεις του χρόνου. Και μετά χάνεται σαν να μην υπήρξε ποτέ. Ή σχεδόν.

Για μένα είναι ένα θεμελιώδες παράδοξο στη λογοτεχνία ανεξαρτήτως είδους το να αποδίδει κανείς το ανείπωτο, όσα δηλαδή τα λόγια δεν αρκούν ή αδυνατούν να περιγράψουν, αφήνοντας παράλληλα αυτή την τόσο αναγνωρίσιμη αίσθηση οικειότητας όταν αυτό εδραιώνεται ως κοινός τόπος ανάμεσα στον δημιουργό και τον αποδέκτη. Στα ποιήματα του 2017 ο αναγνώστης βρίσκει τη θέση του σε ένα πολυσχιδές σύμπαν που αναπτύσσεται σε ένα διευρυμένο πλαίσιο μεταξύ λογοτεχνίας και μιας απεικονιστικής προσέγγισης της όποιας ιστορίας, είναι σαν να αιωρείται και ο ίδιος, να παρατηρεί τα όρια και τα περιγράμματα, τις σκέψεις. Και να ψυχανεμίζεται τους φόβους. Τον φόβο του θανάτου που λίγο-πολύ μας κυνηγάει όλους, και τον φόβο της λήθης. Της επιστροφής σ’ εκείνη την άχρονη συνθήκη που προϋπάρχει της ζωής και έπεται αυτής.

Τελειώνοντας το 2017 θέλεις να γνωρίσεις τους ανθρώπους που μέχρι τώρα παρατηρούσες ακινητοποιημένους μέσα σ’ αυτούς τους πίνακες από λέξεις.

Παρακάτω κάποια από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

Ημερολόγιο ανασκαφής[1]

Θα λες τις δικές μας ιστορίες,

κι εγώ θα γράφω

για τα χρόνια που μπερδεύτηκαν,

σαν τα κομμάτια απ’ το κρεβάτι του ΙΚΕΑ

που μείναν στο συρτάρι.

Το πιάνο κοντσέρτο 21 & 23 του Μότσαρτ

θα συνεχίζουν

και πίσω θα μας γυρίζουν.

Σχολαστικά τις ώρες θα κόβεις κάθετα.

Με το βουρτσάκι σου, ενάρετα,

τα στρώματα θα αναλύεις –

εδώ είπαμε ad infinitum, εδώ γεννήθηκε ο γιος μας,

εδώ μας χαμογέλασε με τ’ αραιά του τα δοντάκια.

Κι εγώ, σαν καλή αρχαιολόγος, θα τις καταχωρώ,

εισάγοντας προσεκτικά εικόνες

στις γραμμές αυτές.

Κι όταν το έργο μας στο τέλος του θα φτάσει,

κι άλλα στρώματα καλύψουν τα δικά μας,

σ’ ένα βιβλίο που κανείς δεν θα διαβάσει,

θα μείνουμε ν’ αντιστεκόμαστε,

μία μικρή υποσημείωση –

εσύ,

εγώ,

κι ο Νικόλας.

 

Μετά την αιμοκάθαρση[2]

κάθεται κουρασμένη,

με το χυμό, το κρύο σάντουιτς,

με το τσαλακωμένο σακάκι της.

 

Το σαράκι της,

τα ταξίδια που δεν πήγε.

Κι, όμως, εδώ, είδε

πολλά:

τον Πολύφημο (στο διπλανό κρεβάτι)

να της κλείνει το μάτι. Τον Ελπήνορα.

Του θαλάμου τα σύνορα

να διαστέλλονται σε σύμπαν. Ήταν

τ’ άσπρα σεντόνια γαλαξίες,

οι μάσκες οξυγόνου δορυφόροι.

Και κάθε νοσοκόμα η κόρη

που δεν έκανε ποτέ.

Προχθές, καθώς το αίμα της περνούσε

απ’ το μηχάνημα, ράθυμα, είδε μια χώρα

φτιαγμένη από πλαστελίνη, που πλάθεις τη γαλήνη,

όπου, όπως κι όσο θες εσύ.

 

Στο μεταξύ,

ήρθε να την πάρει το ταξί.

Πάει και σήμερα –

Αμήν.[3]

Κρις Λιβανίου

 

[1] Μαριάννα Πλιάκου, 2017, εκδ. Κύφαντα, Αθήνα 2019, σελ. 17.

[2] σελ. 33.

[3] σελ. 33.

Περισσοτερα αρθρα