Μερικές φορές, οι πιο ασυνήθιστες κινηματογραφικές ιδέες είναι εκείνες που καταφέρνουν να προσεγγίσουν με τον πιο ενδιαφέροντα τρόπο αρκετά γνώριμα ζητήματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το Wicker είναι μια τέτοια περίπτωση, καθώς χρησιμοποιεί μια αλλόκοτη ιστορία για να μιλήσει για την αγάπη, τις κοινωνικές συμβάσεις και την ανάγκη για ουσιαστική συντροφικότητα.
Η ταινία των Alex Huston Fischer και Eleanor Wilson μας μεταφέρει σε έναν απομονωμένο, σχεδόν παραμυθένιο αγροτικό οικισμό, όπου μια γυναίκα που βρίσκεται διαρκώς στο περιθώριο της κοινωνίας αποφασίζει να ζητήσει από έναν τεχνίτη να της κατασκευάσει έναν σύζυγο από άχυρο. Η εμφάνιση αυτού του ιδιαίτερου συντρόφου θα αλλάξει σταδιακά τη ζωή της, καθώς η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τους αποδεικνύεται πολύ διαφορετική από οτιδήποτε έχει συνηθίσει η μικρή κοινότητα. Τι συμβαίνει, όμως, όταν ο ιδανικός σύντροφος αποδεικνύεται πως δεν είναι καν άνθρωπος; Και τελικά, μήπως η αγάπη έχει λιγότερη σχέση με αυτό που περιμένουμε να βρούμε σε έναν σύντροφο και περισσότερη με τον τρόπο που εκείνος επιλέγει να μας αντιμετωπίζει; Αυτό που αρχικά μοιάζει με μια αλλόκοτη και σχεδόν κωμική ιδέα εξελίσσεται σε μια ιστορία που φέρνει στην επιφάνεια τις προκαταλήψεις, τις ανασφάλειες και τις βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις των ανθρώπων γύρω τους. Στον πυρήνα της, η ταινία καταπιάνεται με την πατριαρχία και τον τρόπο με τον οποίο ο γάμος έχει μετατραπεί σε έναν κοινωνικό θεσμό γεμάτο περιορισμούς και ανισότητες. Ο κόσμος που παρουσιάζεται βασίζεται σε αυστηρούς κοινωνικούς ρόλους, όπου οι άνθρωποι ορίζονται από την επαγγελματική τους ιδιότητα και οι γυναίκες αντιμετωπίζονται περισσότερο ως μέρος μιας κοινωνικής συναλλαγής παρά ως ισότιμα μέλη μιας σχέσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το μεταλλικό περιλαίμιο που υποχρεούνται να φορούν οι νεόνυμφες, ένα έθιμο που αποτυπώνει με αρκετά εύστοχο τρόπο την καταπίεση που κρύβεται πίσω από την παράδοση.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο σύζυγος από άχυρο λειτουργεί σχεδόν ως το ακριβώς αντίθετο πρότυπο από εκείνο που έχει επιβάλει η κοινωνία. Δεν αντιμετωπίζει τη σύντροφό του με διάθεση επιβολής, αλλά με ευγένεια, κατανόηση και συναισθηματική διαθεσιμότητα. Η ταινία αξιοποιεί αρκετά έξυπνα το γυναικείο βλέμμα (female gaze), παρουσιάζοντας έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης της συντροφικότητας, όπου η τρυφερότητα και ο αμοιβαίος σεβασμός έχουν μεγαλύτερη σημασία από τους παραδοσιακούς ρόλους. Ταυτόχρονα, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση γύρω από την ανθρώπινη συμπεριφορά και τον κομφορμισμό. Η ευτυχία ενός ζευγαριού που δεν ακολουθεί τους καθιερωμένους κανόνες γίνεται σταδιακά πηγή ενόχλησης για τους υπόλοιπους, καθώς αναγκάζει τους ανθρώπους γύρω του να έρθουν αντιμέτωποι με τις δικές τους επιλογές και τη δυστυχία των σχέσεων τους.
Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του Wicker είναι αναμφίβολα οι ερμηνείες του. Η Olivia Colman δίνει μια πολύ όμορφη διάσταση στον χαρακτήρα που υποδύεται , ισορροπώντας ανάμεσα στην τραχύτητα μιας γυναίκας που έχει μάθει να ζει απομονωμένη και στην ευαλωτότητα που αρχίζει να εμφανίζεται μέσα από τη νέα της σχέση. Από την άλλη, ο Alexander Skarsgård καταφέρνει να δώσει στον ιδιαίτερο χαρακτήρα του μια πραγματικά γοητευτική παρουσία. Παρά την αλλόκοτη εμφάνισή του, αποφεύγει να μετατρέψει τον ρόλο σε μια απλή κωμική καρικατούρα, προσφέροντας μια ερμηνεία που στηρίζεται περισσότερο στις κινήσεις, την εκφραστικότητα και τη συνολική του παρουσία. Το υπόλοιπο καστ συμπληρώνει πολύ καλά το σύνολο, με την Elizabeth Debicki να ξεχωρίζει ως η ζηλόφθονη σύζυγος του ράφτη, τον Peter Dinklage στον ρόλο του καλαθοπλέκτη και τον Richard E. Grant να προσφέρει μερικές από τις πιο εύστοχες κωμικές στιγμές της ταινίας.
Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η δουλειά που έχει γίνει στο τεχνικό κομμάτι. Η επιλογή των πρακτικών εφέ για τη δημιουργία του σώματος από άχυρο, αντί μιας πιο εύκολης ψηφιακής προσέγγισης, αποδεικνύεται ιδιαίτερα επιτυχημένη. Τα προσθετικά υλικά και το φυσικό άχυρο δίνουν στον χαρακτήρα μια απτή παρουσία, ενώ ο ηχητικός σχεδιασμός αξιοποιεί ακόμη και το τρίξιμο των ινών κατά τις κινήσεις του, ενισχύοντας την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα πραγματικά οργανικό ον. Η φωτογραφία του Lol Crawley αξιοποιεί όμορφα τα τοπία της Ουγγαρίας, δημιουργώντας ένα περιβάλλον με έντονη φολκλορική αισθητική, ενώ η μουσική της Anna Meredith συμπληρώνει αποτελεσματικά τις διαφορετικές διαθέσεις της ιστορίας, κινούμενη ανάμεσα στο σκοτεινό και το κωμικό στοιχείο.
Παρά τα αρκετά θετικά στοιχεία, το Wicker δεν καταφέρνει να αξιοποιήσει στον ίδιο βαθμό όλες τις ιδέες του. Το ξεκίνημα είναι αρκετά αργό και σε ορισμένα σημεία μοιάζει να καθυστερεί περισσότερο από όσο χρειάζεται μέχρι να αποκτήσει η ιστορία τον ρυθμό της. Υπάρχουν επίσης ορισμένα ενδιαφέροντα ζητήματα που η ταινία φαίνεται να ανοίγει, χωρίς όμως να τα εξερευνά όσο θα μπορούσε. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αφορά την ίδια τη φύση του συζύγου από άχυρο και το κατά πόσο μπορεί να υπάρξει πραγματική ελεύθερη βούληση σε ένα ον που κατασκευάστηκε εξαρχής με σκοπό να αγαπά. Πρόκειται για μια ιδέα με αρκετές φιλοσοφικές προεκτάσεις, η οποία θα μπορούσε να δώσει μεγαλύτερο βάθος στην ιστορία, αλλά τελικά δεν αναπτύσσεται στον βαθμό που της αναλογεί.
Παράλληλα, η προσπάθεια να συνδυαστεί η μαύρη κωμωδία με το ρομαντικό στοιχείο δεν πετυχαίνει πάντοτε την ισορροπία που χρειάζεται. Κάποιες στιγμές μοιάζουν να ανήκουν σε δύο διαφορετικές ταινίες, με αποτέλεσμα ορισμένες αφηγηματικές ιδέες να μένουν κάπως επιφανειακές ή να μην αποκτούν την εξέλιξη που θα μπορούσαν. Αυτό δεν ακυρώνει τη γοητεία της συνολικής προσέγγισης, αφήνει όμως την αίσθηση ότι υπήρχε περιθώριο για μια πιο ολοκληρωμένη δραματουργική επεξεργασία.
Συνολικά, το Wicker αποτελεί μια αρκετά πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα κινηματογραφική πρόταση, που καταφέρνει να ξεχωρίσει χάρη στην ιδιαίτερη ιδέα της, τις πολύ καλές ερμηνείες και την προσεγμένη αισθητική της. Μπορεί να μην αξιοποιεί πάντα όλες τις θεματικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις της ιστορίας του, ωστόσο διαθέτει αρκετά εύστοχες παρατηρήσεις γύρω από την κοινωνική υποκρισία, τις πατριαρχικές αντιλήψεις και την ανάγκη για ουσιαστική συντροφικότητα. Πάνω απ’ όλα, είναι μια ταινία που χρησιμοποιεί μια πραγματικά παράξενη ιδέα για να μιλήσει για κάτι αρκετά απλό, αλλά συχνά ξεχασμένο: το τι σημαίνει να αγαπάς και να αποδέχεσαι έναν άλλον άνθρωπο.
★ ★ ★ ★ ☆

