“Βάθος πεδίου. Ποιήματα και ιστορίες” του Κωνσταντίνου Τσεκλένη (ISBN:9786185697426)
Ευσταθία Δήμου

Με μια κίνηση που κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα να πει αν θα πρέπει να ερμηνευθεί στο πλαίσιο της κατάρρευσης των ορίων μεταξύ των ειδών ή στο πλαίσιο του διαχωρισμού και της διατήρησης της ιδιαίτερης φύσης καθενός από αυτά, ο Κωνσταντίνος Τσεκλένης έρχεται, με το νέο του βιβλίο, Βάθος πεδίου, να τροφοδοτήσει τον σχετικό προβληματισμό. Συγκεντρώνοντας στις σελίδες του βιβλίου του ποιήματα και πεζά (μικρής και μεσαίας έκτασης), ο δημιουργός διαμορφώνει ένα λογοτεχνικό σύμπαν που το συνέχει η μνήμη όχι τόσο ως απόπειρα ανάκλησης και ανάπλασης του παρελθόντος όσο ως κατόρθωμα. Αυτή είναι η αίσθηση που αποκομίζει κανείς από κάθε κείμενο ξεχωριστά. Ότι ο συγγραφέας πέτυχε μια νίκη, ότι ήρθε ένα βήμα πιο κοντά στο παρελθόν, ότι απομακρύνθηκε από ένα παρόν που συμβαδίζει με τη λήθη και από ένα μέλλον που συμβαδίζει με τη λησμονιά. Αρωγό του στην προσπάθεια αυτή έχει βέβαια τις εικόνες οι οποίες ξεπηδούν και παίρνουν τη θέση τους μέσα στον κειμενικό κόσμο ο οποίος, με αυτόν τον τρόπο, μεταμορφώνεται σε ένα σκηνικό που λειτουργεί ακριβώς όπως ένα κάλεσμα. Μια ανοιχτή πρόσκληση σε όλα εκείνα που συνέβησαν και που τώρα αναβιώνουν κατά τρόπο δημιουργικό, ποιητικό, κινηματογραφικό –για να θυμηθούμε και την άλλη ιδιότητα του Τσεκλένη ως κινηματογραφιστή.

Η εστίαση του δημιουργού στη μνήμη και η λειτουργία της ως αφετηρίας του λογοτεχνικού έργου, διαμορφώνει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να μπορέσει κανείς να υπεισέλθει σε αυτή τη λογοτεχνική πρακτική και να τη μελετήσει βαθύτερα και πιο διεξοδικά. Το πρώτο στοιχείο που ήδη αναφέρθηκε είναι η σύνδεση με την παράσταση ή, καλύτερα, την αναπαράσταση. Ο Τσεκλένης αφήνει πολλές φορές την εικόνα να εξέλθει σε πρώτο πλάνο, έτσι που ο αναγνώστης να ξεχνά τον λόγο ή έστω να τον αισθητοποιεί και να τον αντιλαμβάνεται ως ένα ερέθισμα καθαρά οπτικό. Δεν πρόκειται για ενόραση αλλά για το αντίθετο, για την εξωτερίκευση δηλαδή του ενδιάθετου λόγου, όπως τον διαμόρφωσε το ποίημα, και για την κίνησή του μπροστά στα μάτια του αναγνώστη ο οποίος γίνεται ο ενορχηστρωτής όλης αυτής της διαδικασίας. Η έννοια της παράστασης άλλωστε μας φέρνει κοντά στην μίμηση που είναι και αυτή μια πρακτική η οποία σχετίζεται με τη μνήμη από τη στιγμή που αυτή είναι αφοσιωμένη στην αναβίωση των πεπραγμένων, στο ζωντάνεμα της πραγματικότητας. Όπως ακριβώς η τέχνη. Μπορεί λοιπόν να αναρωτηθεί κανείς: μήπως η ίδια η μνήμη είναι τέχνη;

Το δεύτερο στοιχείο στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς είναι ο τρόπος με τον οποίο «αναγιγνώσκεται» η μνήμη στην περίπτωση του Τσεκλένη. Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αντικείμενο πολιορκίας και «πτώσης». Γιατί, και αυτό δεν ισχύει μόνο στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μνημονική διαδικασία είναι ουσιαστικά μια συλλογιστική πορεία, είναι μια αναζήτηση αυτού που είδε ή άκουσε ή αισθάνθηκε κάποιος. Και αυτή η συλλογιστική πορεία δεν απολήγει σε κάποιο συμπέρασμα, όπως έχουμε συνηθίσει στην τυπική λογική, αλλά σε μια απόφαση. Είναι ξεκάθαρα η απόφαση της γραφής που λειτουργεί ως συμπέρασμα και απαρχή μιας άλλης συλλογιστικής πορείας που κρύβεται μέσα στο ποίημα, στο πεζό, στο κείμενο που τώρα αποκτά τη δομή της και προσφέρεται εξ ολοκλήρου ως συμπέρασμα. Αυτός είναι και ο λόγος που τα κείμενα του Τσεκλένη έχουν, σχεδόν στο σύνολό τους, έναν χαρακτήρα συμπερασματικό, όχι τελεσίδικο, οπωσδήποτε όμως επικυρωτικό της λειτουργίας της συνείδησης και του αισθήματος.

Τρίτο και τελευταίο στοιχείο είναι αυτό της αίσθησης του παρελθόντος. Μιας αίσθησης που προκύπτει από τον συνδυασμό δυο αντιθετικών μεταξύ τους συνθηκών, της ρευστότητας και της στιβαρότητας ή του συμπαγούς του υλικού που τίθεται υπό επεξεργασία. Είναι αρκετά τα ποιήματα και τα πεζά του Τσεκλένη που δίνουν την εντύπωση ότι εισέρχονται σε μια διαδικασία παγίωσης της ρευστής ύλης που συνιστά τη μνήμη ή κινείται εντός της και, αντίστροφα, της ρευστοποίησης, της λείανσης, της αποσυμπίεσης των στέρεων εικόνων, εντυπώσεων, σκέψεων, προσώπων και σκηνών προκειμένου αυτά να καταστούν πιο εύπλαστα, επομένως και πρόθυμα στη λογοτεχνική τους μετάπλαση. Σε όλη αυτή τη διαδικασία αρωγός του δημιουργού αναδεικνύεται η θέρμη και ο ζήλος του να κρατήσει το παρελθόν σε μια δημιουργία που –και αυτό είναι το πιο συγκινητικό– θα αποτελέσει και αυτή παρελθόν. Ένα παρελθόν που θα επανέρχεται όμως πάντα για να θυμίζει πάντα πως η γραφή είναι το επιστέγασμα της ζωής και η ανάγνωση η πράξη εκείνη που κλείνει μέσα της παρόν, παρελθόν και μέλλον.

Ένα από τα ποιήματα στο οποίο επιβεβαιώνονται, εν μέρει ή εν όλω, όλες οι παραπάνω παρατηρήσεις είναι η «Μονοδιάστατη τοπογραφία» το οποίο παραθέτω:

Τα χέρια που σε χαϊδεύουν
στάζουν πάντα φρέσκο αίμα

απ’ τις πληγές σου.

Στο λιμάνι της λήθης
αποδημητικά πουλιά οι ελπίδες
με οίκτο σε κοιτούν

πριν πετάξουν μακριά.

Ξεγελιέσαι κάθε μέρα λίγο-λίγο
από κείνα τα μεγάλα κενά στη μνήμη
κι απ’ την κλεψύδρα που μετρά το χρόνο

κάτω απ’ το θρόισμα των φύλλων.

Ένα τέρας σαλεύει στα σωθικά
σκύβαλα απελπισίας βρωμάνε απ’ τα βάραθρα

κι ο ιεροφάντης άφαντος.

Περισσοτερα αρθρα