Τούτο εστί το χώμα μου (για το βιβλίο “Επτά ανάσες πριν” της Ελένης Αλεξίου, ISBN: 9786185274979)
Παναγιώτης Χριστοδούλου

«Μα πάλι αυτά τα πράγματα είναι λιγάκι σαν πολύ μακρινά.
Είναι λιγάκι σαν πολύ κοντινά»
─ Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη

Η οικογένεια μαζεμένη γύρω απ’ την τηλεόραση λίγο πριν την αλλαγή του χρόνου. Στην οθόνη, το πλήθος στην πλατεία μετρά αντίστροφα. Εφτά. Έξι. Πέντε. Τέσσερα. Κάθε αριθμός βγαίνει δυνατότερος, πιο αποφασιστικός· ένα βήμα πιο κοντά στον στόχο. Τρία. Δύο. Ένα. Για μια στιγμή, το φως στο δωμάτιο σβήνει. Κι ύστερα γίνεται φως ξανά. Ο Θεός παίρνει στα χέρια του το χώμα, πλάθει τον Άνθρωπο του νέου χρόνου και εμφυσά πνοή ζωής.

Από την πρώτη στιγμή που άκουσα την ιστορία της Γένεσης, χρόνια πίσω, φαντάστηκα το χώμα ως σώμα, ως μηχανή. Χέρια, πόδια, κι η καρδιά τον χτύπο. Λίγες μέρες πριν, διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Ελένης Αλεξίου «επτά ανάσες πριν», κατάλαβα πως το χώμα είναι κάτι παραπάνω. Είναι σώμα κι αίμα μαζί. «Το κουβαλούμε μέσα μας το χώμα» γράφει σε μία από τις σελίδες της η Αλεξίου.

Το βιβλίο (εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2022) αποτελείται από εφτά ενότητες —εφτά ανάσες— μετρώντας κι εδώ αντίστροφα. Εφτά. Έξι. Πέντε. Τέσσερα. Στιγμές μίας ζωής που περπάτησαν πάνω μας, αφήνοντας αποτύπωμα. Ποιες στιγμές αντέχουν να γίνουν ποίηση; Τρία. Δύο. Ένα. Κάθε ενότητα, κάθε νέα ανάσα, βγαίνει κι εδώ δυνατότερη, πιο αποφασιστική· ένα βήμα πιο κοντά. Οι «ανάσες» της Αλεξίου δεν είναι απλώς θεματικές ενότητες, είναι παλμοί μιας καρδιάς που κατεβαίνουν στο μηδέν.

Σε ένα βιβλίο ποίησης, οι πρώτες λέξεις είναι συχνά δηλωτικές του σκοπού ή της φωνής του συγγραφέα. Σε αυτό το βιβλίο, και στην πρώτη ενότητα με τίτλο «Βηματισμοί σε ένα ξερό ρυάκι», η έναρξη γίνεται έτσι (σ.11):

«ξερό ρυάκι
σε παίρνω με το μάτι ανάποδα – που βγάζεις;
πέφτω σε ίσκιο γνώριμο που κάποτε θυμήθηκα
κι απόμεινα ρυτίδα στην κρούστα της γης».

Η κίνηση του βλέμματος μοιάζει κι αυτή ανάποδη. Ξεκινά από το βάθος, τον ορίζοντα, και καταλήγει στο κοντινό· από το γενικό στο ίχνος, από τα έξω προς τα μέσα. Το άνοιγμα αυτό δεν λειτουργεί ως στιγμιαία εικόνα αλλά ως άτυπο μότο του βιβλίου. Και πράγματι, η συλλογή κοιτάζει το φαινομενικά κοντινό, το καθημερινό. Όπως ένα στόμα που ανασαίνει δίπλα σου, απροσδιόριστα, και ψάχνεις να βρεις την προέλευση του ήχου. Είναι η σκιά πάνω στο ξεραμένο χώμα που ανασαίνει εδώ και δίνει τα υλικά της ποίησης της Αλεξίου: χώμα και πνοή.

Το χώμα

Το χώμα είναι πανταχού παρόν και μεταστοιχειώνεται διαρκώς, αλλάζοντας μορφή, βάρος και θερμοκρασία. Είναι η ραχοκοκαλιά, είναι οι στίχοι του βιβλίου. Στη δεύτερη ενότητα, με τίτλο «Γραμματική του καλοκαιριού», γίνεται άμμος, η παραλία όπου σκάει το κύμα, μια καλοκαιρινή απόπειρα ανάγνωσης του κόσμου. Αν το χώμα κουβαλά οργανική ύλη, η άμμος είναι απλοί κόκκοι πετρώματος, ανόργανη και κοφτερή. Έτσι μοιάζει συχνά το καλοκαίρι στη ραστώνη του. Στην ενότητα αυτή βρίσκω μερικούς από τους καθαρότερους στίχους της συλλογής. Εδώ είναι το «ένα μολύβι θα φυτέψω στην αυλή// να ανθίσουν οι λέξεις που ακούσαμε// κι ανατριχιάσαμε κρυφά σαν φύλλα» (σ.17). Εδώ και το σωματοποιημένο «δ//α//κ//ρ//υ//δ//α//κ//ρ//υ// άγιασε// το μαστιχόδεντρο» (σ.23), όπου η ίδια η λέξη σε κατακόρυφη διάταξη, γράμμα το γράμμα, γίνεται στάξιμο, ρυθμός, τελετουργία.

Στην τρίτη ενότητα («Δήλωσις πίστεως») το χώμα γίνεται πέτρα, ομολογία πίστης, όμως στον Άνθρωπο, άρα στον πόνο: «πιστεύω στο πετραδάκι που μου πλήγωσε το δάχτυλο», γράφει στη σ.33. Ο Σίμων που γίνεται Πέτρος ξανά, μα χωρίς τον μεταφυσικό μανδύα τώρα. Η πίστη στον Ανθρώπο-παραδείγμα, τον δάσκαλο, τον ποιητή γίνεται η πιο δύσκολη μορφή πίστης.

Κι ύστερα, στην τέταρτη ενότητα («Ακίνητη νύχτα») το χώμα γίνεται σεληνιακός ρεγόλιθος: «το ποίημα δεν είναι ποίημα// — είναι φεγγάρι// κουκούτσι αμάσητο στο λαρύγγι του χρόνου» (σ.36). Η νύχτα είναι ο χρόνος της ποίησης, όταν σκόνη απ’ τη σελήνη πέφτει χιόνι μες στο μαύρο. Όταν η κάθε λεπτομέρεια της ποιητικής διάθεσης μεγενθύνεται. «Πατήματα σουρσίματα τριγμοί» (σ.38), πατώντας στο φεγγάρι κι επιστρέφοντας ξανά μες στο δωμάτιο. «Τικ τοκ τικ τοκ// τα ρολόγια απαγγέλουν τον χρόνο// σε τροχαϊκό δισύλλαβο», γράφει εδώ η ποιήτρια (σ.39). Βρισκόμαστε ακόμα στη βασιλεία του σώματος. Εισπνοή και εκπνοή, μα στον ρυθμό της νύχτας.

Στην πέμπτη ανάσα («Προσφυγικός καταυλισμός»), η Αλεξίου παίρνει βαθιά αναπνοή κι ο γιατρός ακούει τα ακροαστικά μιας κοινωνίας. Η ποιήτρια παραδίδει εννιά ποιήματα για τη ζωή των προσφύγων μέσα σε έναν πρόχειρο καταυλισμό κάπου στην Ελλάδα της μόνιμης κρίσης. Το χώμα εδώ γίνεται υλικό για τη φωλιά των αποδημητικών πουλιών. Και υπενθυμίζει πως οι συνθήκες είναι τόσο αποτρόπαιες και η μέριμνα για κοινωνική ένταξη τόσο ισχνή, που «το βράδυ παίζουμε πόλεμο// να θυμηθούμε την πατρίδα» (σ.44). Οι εικόνες της ενότητας είναι σκληρές όχι για όσα δείχνουν, αλλά κυρίως για αυτό που αφήνουν να εννοηθεί — την αίσθηση μιας τιμωρίας χωρίς λήξη, που την κουβαλούν πάνω τους οι άνθρωποι αυτοί:

«Οι γείτονες ’θάψαν στο δάσος το παιδί τους
Μεγαλωμένο στις ερήμους
Άμαθο από φυλλωσιές και υγρά σκοτάδια
Τρομάζει απ’ την ανάσα του βουνού» (σ.43).

Αυτή η ατέρμονη τιμωρία, η αίσθηση ότι ο θάνατος, η απώλεια και η εξορία δεν τελειώνουν ποτέ, είναι που κάνει την ποίηση της Αλεξίου τραγική. Η τιμωρία του Σίσυφου δεν ήταν ποτέ η πέτρα μα η ατέλειωτη συνέχεια· χωρίς την πέτρα θα είχα τρελαθεί, σαν να τον άκουσα να λέει. Κι ακόμη πιο όμορφο βρίσκω πως η ποίηση αυτή δεν μιλάει απευθείας με ονόματα και γεγονότα, δεν αναφέρεται σε πολιτικές, πολέμους, παράνομες επαναπροωθήσεις. Δεν καταδικάζει. Δίνει στον αναγνώστη την ουσία συμπυκνωμένη, χωρίς περιγραφική φλυαρία και χωρίς διδακτισμό.

Στην έκτη ενότητα («Θέμα ανατομίας»), το χώμα γίνεται αίμα. «Γυναίκες σκυφτές ανηφορίζουν// αρχίζει τότε η αιμορραγία του ουρανού», μα και «ματώνει το στέρνο των νεκρών// που δεν διάλεξαν τη μοίρα τους» (σ.49). Ο πόνος εδώ δεν είναι συναίσθημα· είναι κληρονομιά. Εμφυτεύεται στον άνθρωπο και κυλάει από σώμα σε σώμα, από ζωή σε ζωή. Κι έπειτα, από θάνατο σε θάνατο. Είναι αυτός ο πόνος που σε ορίζει άνθρωπο, «όπως// [η] κοιλιά των γυναικών// στη γέννα ελαφριά// βαρύτερη στο πένθος» (σ.51). Λάβετε, φάγετε, τούτος εστί ο πόνος μου.

Τέλος, στην έβδομη ενότητα («Επτά ανάσες πριν») επιστρέφουμε ξανά στο χώμα που σκεπάζει τους νεκρούς· χοῦς εἶ. Είναι ο θάνατος μέσα στο καθεστώς εγκλεισμού που ζήσαμε τα προηγούμενα χρόνια. Μου έρχεται στο μυαλό εκείνη η πρωτοχρονιά πριν από μια πενταετία, απομονωμένος, σε μια άλλη χώρα, μόνος. Δεν ξέρω αν το πλήθος στην τηλεόραση μέτρησε και τότε αντίστροφα, ξέρω όμως πως μέτραγε τον ημερήσιο αριθμό νεκρών. Μαζικοί θάνατοι σε θαλάμους εντατικής και πάρκα, αλαφροΐσκιωτοι θάνατοι τις νύχτες. Το ένα χώμα πάνω στο άλλο. «Θέλει βάθος η ρίζα// να γίνεις κυπαρίσσι», λέει η Αλεξίου στη σ.56, πριν τελειώσει σπαρακτικά: «έξι, πέντε, τέσσερα…// … στο ένα ήρθε η μητέρα// σαράντα χρόνια πεθαμένη». Εἰς χοῦν ἀπελεύσῃ.

Η πνοή

Και κάπου εκεί ανάμεσα στους στίχους ένιωσα ένα αεράκι να με διαπερνά, να ανακατεύει άμμο και σκόνη, χώμα κι αίμα: «έγειρε απ’ τον άνεμο η ελιά// και το εκκλησάκι// από το βάρος των ελπίδων// που στηρίξαμε στο θαύμα» (σ.23). Μία πνοή — όχι δημιουργίας από το μηδέν, αλλά σύνδεσης των επιμέρους. Η πνοή εδώ είναι η εικόνα που αναδύεται παντού μέσα απ’ τους στίχους. Η ποίηση της Αλεξίου μού θύμισε λυχνάρι πεταμένο σ’ έναν δρόμο, ίσως ξεροπόταμο. Το τρίβεις και, λέξη τη λέξη, γράμμα το γράμμα, μένει το ελάχιστο για να ξεπεταχτεί η εικόνα. Η εικόνα που βγαίνει αβίαστα από πράξεις καθημερινές: «γλίστρησε η θάλασσα// απ’ τις παλάμες// έμειναν τα χέρια// και με κοίταζαν// με άδειο βλέμμα» (σ.30). Το κείμενο είναι τόσο δουλεμένο σε εικόνες, που —κάποιες φορές— αναρωτήθηκα πώς θα ήταν αν η ποιήτρια δοκίμαζε τη μεγαλύτερη φόρμα της ποιητικής σύνθεσης. Έχω την αίσθηση πως θα την υπηρετούσε πολύ καλά.

Μα αν η αστραπή έρχεται πάντα πρώτη, ο ιονισμός παράγει κι ήχο. Έτσι κι εδώ, ο θόρυβος, ο ήχος, η σιωπή είναι αναπόσπαστα. Συχνά οι ήχοι είναι ανεπαίσθητοι, διακριτικοί, σα να βγαίνουν από το γύρισμα της σελίδας, όπως όταν «η μάνα σκίζει τα μανίκια της ζακέτας» (σ.43) ή όταν ένα «ατίθασο ρουθούνισμα—// κάποιος δαμάζει το σκοτάδι» (σ.39). Άλλοτε πάλι ο ήχος πιάνει σώμα, ωριμάζει, τρέμουν τα γράμματα των στίχων: «δένδρο φτεροκοπά μέσα απ’ το τέμπλο και// σείονται οι εικόνες» (σ.33). Ένας ήχος σε ένα σημείο μπορεί να αποκτήσει αντίλαλο αλλού, όπως το «γάβγισμα ξερό σαν τσακμακόπετρα// τεμάχιζε το όνειρο» (σ.37) που επιστρέφει ως «ποιον άραγε γαβγίζουν τα σκυλιά// μέσα στη νύχτα;// Είναι οι νεκροί που επιστρέφουν// στα σπίτια τους» (σ.55). Και υπάρχουν και οι παράδοξες συνομιλίες, όπως το αγαπημένο μου «τι άραγε απασχολεί τα air conditions// κι ασταμάτητα συνομιλούν με τα τζιτζίκια;» (σ.18).

Δομικά, η επιλογή να μπουν περισσότερα του ενός ποιήματα σε κάθε σελίδα δικαιώνεται, γιατί μεταδίδει την αίσθηση της ανάσας: ιδέες και εικόνες της στιγμής γίνονται ποιήματα και ανακατεύονται μεταξύ τους, όπως ανακατεύονται μες στο μυαλό. Στο βιβλίο επιλέγεται λιτή στίξη και σταθερή πεζογράφηση, επιλογές που κρατούν τον τόνο των περισσότερων ενοτήτων, σαν να κρατιέται η αναπνοή χαμηλά και σταθερά. Σε δύο ενότητες, ωστόσο, η στίξη και τα κεφαλαία μετατοπίζονται αισθητά. Είτε πρόκειται για σκόπιμη κλιμάκωση είτε για τυπογραφική παρέκκλιση, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η αλλαγή λειτουργεί ως σήμα, διακόπτει τον ρυθμό και επιβάλλει να ενταχθεί στη συνολική μορφή του βιβλίου.

Οι εφτά ενότητες της συλλογής διαβάζονται σε μια ανάσα η καθεμιά, με κοινό παρονομαστή το αίσθημα πόνου στη ζωή και στον θάνατο. Η Αλεξίου κερδίζει όταν αφήνει το βίωμα να περάσει απ’ τη μορφή· η ανάσα γίνεται σελιδοποίηση, η εικόνα γίνεται μηχανισμός, και ο πόνος δεν δηλώνεται, αλλά δουλεύει ως ρυθμός. Τελείωσα, έκλεισα το βιβλίο και κοίταξα τον τίτλο. Τι ακρίβεια. Εφτά ανάσες πριν ήμουν πάλι εδώ. Εφτά καλώς ξοδευμένες ανάσες. Και κάπως έτσι, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, κρατώ μια φράση του βιβλίου, ίσως την πιο συμπυκνωμένη. Σαν σκέψη που με βρήκε απροειδοποίητα και εκμηδένισε κάθε απόσταση, κάνοντάς με να αναρωτηθώ τι είναι μακριά, τι είναι κοντά και τι τ’ αναμεσά τους (σ.44):

«Είναι κι αυτή μια προσφυγιά
Να λυτρώνεσαι από το κλάμα του άλλου
Να μη θέλεις να τον παρηγορήσεις».

 

Περισσοτερα αρθρα