Λύκε, Λύκε είσαι εδώ; (μια ανάγνωση της «Υπέρτασης» του Χάρη Μελιτά, ISBN: 9789606403033)
Νόπη Ταχματζίδου

Από τις εκδόσεις «Ιωλκός» κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες η τελευταία ποιητική συλλογή του Χάρτη Μελιτά με τίτλο «Υπέρταση». Σαράντα τέσσερα ποιήματα ( πολλά από τα οποία προδημοσιευμένα σε ηλεκτρονικά περιοδικά), χωρίς κατάταξη σε ποιητικές ενότητες, γραμμένα με τον ιδιαίτερο τρόπο του Μελιτά (ούτως ή άλλως ο ποιητής έχει καταθέσει δείγματα ποιητικής  γραφής από το 1995 και μάλιστα επιχειρώντας σε ποικίλα είδη και τρόπους του ποιητικού λόγου μεταξύ των οποίων και τα  χαϊκού) με θεματολογία που εδράζεται ασφαλώς στο παρόν, ατομικό και συλλογικό, και με σαφείς στοχεύσεις που γίνονται εύκολα αντιληπτές ακόμη και από τον μη εξοικειωμένο με τον ποιητικό λόγο αναγνώστη. Η παρούσα συλλογή επιβεβαιώνει  τα βασικά χαρακτηριστικά της ποιητικής του Μελιτά:  απλή και απολύτως κατανοητή γλώσσα, άμεση απεύθυνση στον δέκτη, επικέντρωση στα λυπηρά της καθημερινότητας, ειρωνική γλώσσα που πολλές φορές γίνεται και σαρκαστική περιλαμβάνοντας και τον εαυτό, ελεύθερη ποιητική τεχνοτροπία από την οποία όμως δεν λείπουν οι πολύ επιτυχημένες  ρίμες, γλώσσα κυρίως δηλωτική, που ενισχύει την ειρωνεία , από την οποία ελλείπουν τα πολλά σχήματα λόγου με εξαίρεση τις μεταφορές και τις  γλωσσικές ακροβασίες στη βάση παιχνιδιών με τις λέξεις, τη σημασία τους ή την ετυμολογία τους. Από την άποψη του περιεχομένου κατατίθενται  έντονοι κοινωνικοί προβληματισμοί με πολιτικές προεκτάσεις,  στοχασμοί  που συμπεριλαμβάνουν όλες τις ηλικίες αλλά και τις κοινωνικές τάξεις, κατάθεση συναισθημάτων και σκέψεων για θέματα που συνιστούν την καθημερινότητα του σύγχρονου ανθρώπου. Όχι ο Μελιτάς δε ζει στα σύννεφα. Είναι εγκατεστημένος στη γη, εδώ στο πλάι μας, βιώνει παρόμοιες συνθήκες με μας, κλαίει τους ίδιους πόνους, μόνο που έχει το κουράγιο να τους αποκαλύπτει. Ο πρώτος χάθηκε από απόγνωση./Ο δεύτερος από έμφραγμα ψυχής./Ο τρίτος από λοίμωξη συνειδησιακού./Ο τέταρτος συγκρούστηκε με άλλον εαυτό του./Ο πέμπτος έπεσε από τα σύννεφα./Ο έκτος ανελήφθη από έρωτα./Ο έβδομος από έκρηξη ευφλέκτων ιδεών./Ο όγδοος κόλλησε μικρόβιο ελπίδας./Ο ένατος υπέκυψε σ’ ανίατη ανία./ Δεν έμεινε κανένας να με θάψει[1]

Χάρης Μελιτάς

Στην Υπέρταση ο Μελιτάς  διακονεί και τη σκέψη και τη γλώσσα. Στο παρόν έργο εγγράφεται μεγάλο ενδιαφέρον για τη σύνδεση γλώσσας και σκέψης και για τη δυνατότητα που έχει η σύνδεση αυτή να αναπαραστήσει την πραγματικότητα που βιώνεται. Παιχνίδια με τις λέξεις ( ο Μελιτάς αποδεικνύεται ιδιαίτερα εφευρετικός σε ό,τι αφορά τα γλωσσικά παιχνίδια) αποκαλύπτουν τη βαθύτερη σύνδεση πραγμάτων ή νοημάτων που δεν θα σκεφτόμασταν εύκολα. Το αποτέλεσμα είναι η αποκάλυψη ενός νέου κόσμου που προκύπτει δήθεν τυχαία, σχεδόν παιγνιωδώς, από τη συνύπαρξη λέξεων εκ πρώτης όψεως τυχαίων αλλά που όμως αποκαλύπτουν σε δεύτερο επίπεδο μια άλλη θεώρηση των πραγμάτων, που μας περιβάλλουν και επομένως μας αφορούν, όπως ακριβώς τόνισε ο φιλόσοφος Ludwig Wittgenstein στο περίφημο έργο του που αποτελεί μεταφορά των παραδόσεών του σε φοιτητές στο Cambridge  την ακαδημαϊκή περίοδο 1933-34[2]. Για τον φιλόσοφο η ποίηση δεν προσπαθεί να μεταδώσει πληροφορίες ( όπως κάνει ένα άρθρο) ή να προσθέσει κάτι στη λογική ή στη γνώση μας (όπως π.χ. κάνει η επιστήμη), αλλά να μεταμορφώσει την αντίληψή μας για τον κόσμο[3]. Στην «Υπέρταση» αυτή η μεταμόρφωση επιχειρείται μεταξύ των άλλων και μέσω ενός παιχνιδιού με τις λέξεις ώστε να ενδοσκοπήσουμε, να εμβαθύνουμε σε ό,τι μας αφορά και τελικά να βελτιώσουμε τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα.

Φοβάμαι περισσότερο[4]

τη θάλασσα απ’ τον θάνατο /το θέατρο απ’ τους θεούς /το θύμα απ’ τον θύτη/το δόγμα απ’ το δόκανο/το δήγμα απ’ τον δήμιο/τα λύτρα απ’ τους λύκους/τις μνήμες απ’ τα μνήματα/το κλέος απ’ τους κλέφτες/το φλέγμα απ τη φλεγμονή/τους άσους απ’ τους άσωτους/τους γόνους απ’ τη Γώγου/Μα το χειρότερο/εντέλει περισσότερο/την ποίηση απ’ την πίεση/φοβάμαι!

Πολλές φορές μοιάζει να εξομολογείται στον δέκτη, βαθύτερες σκέψεις, για θέματα που αγγίζουν όλους: τον πόνο της μοναξιάς ,την προσποίηση, την κυριαρχία της επιφάνειας ή  και την έλλειψη ιδανικών, την κατάρρευση των ιδεολογιών, τον βιασμό της φύσης στον βωμό των οικονομικών συμφερόντων, τη σκληρότητα των όρων ζωής, που μας έχει καταβάλει όλους.

Εφόσον /το λάμδα της ελπίδας παρεφρόνησε /και τράβηξε μπροστά να μαχαιρώνει./…Καιρός ν’ αποσυρθώ από την ποίηση.[5] Είναι το παιχνίδι των λέξεων και εδώ, το λάμδα που παραφρόνησε και τράβηξε μπροστά, κάνει την ελπίδα λεπίδα, ακόνι, που σκοτώνει ή απειλεί να σκοτώσει τον άνθρωπο και τα ιδανικά του. Μοιάζει απογοητευτική η εποχή μας, φαίνεται αγώνας μάταιος η ζωή μέσα στη μοναξιά και στο δράμα μιας πολιτικής πραγματικότητας που δεν επιτρέπει την ύπαρξη ιδανικών ή και ιδεολογιών. Το «καιρός να αποσυρθώ από την ποίηση» δείχνει εκ του αντιθέτου ποια και τι θεωρεί πραγματικά σημαντικά και άξια λόγου ο ποιητής. Θα μείνουμε, λοιπόν, χωρίς ποιητές; Χωρίς τους τροβαρούρους του έρωτα, τους μουσικούς της αγάπης, τους ειλικρινείς εραστές της ομορφιάς; Και απαντά ο ίδιος στον τελευταίο στίχο: «Δεν σφάξανε!»[6].Η χρήση λέξεων της αργκό  σε συνδυασμό με την απλή στη σύνταξή της γλώσσα βοηθά στην αναγνώριση του κοινωνικού και πολιτικού περιβάλλοντος, στο οποίο αναφέρεται ο ποιητής, ως ρεαλιστικού και παράλληλα διαμορφώνει τους όρους ενός ιδιότυπου λυρισμού, που προκύπτει από την αναγνώριση της αξίας του συναισθήματος αλλά και της έλλειψής του στους σύγχρονους καιρούς. Πρόκειται  για έναν λυρισμό( να τον πούμε μεταμοντέρνο ή μετανεωτερικό;) που οικοδομείται όχι στις παραδοσιακές βάσεις: η φύση, η ομορφιά και η γαλήνη που απολαμβάνει κάποιος στους κόλπους της, η απροσποίητη έκφραση συναισθήματος, ο αγνός και ανόθευτος από δεύτερες σκέψεις έρωτας ελλείπουν. Στην «Υπέρταση» τονίζεται η αποκαρδίωση που συνοδεύει την έλλειψη των παραπάνω έτσι όπως γίνεται αντιληπτή στη βίωση της πραγματικότητας σήμερα, η επιπεδοποίηση των όρων ύπαρξης του ανθρώπου μέσα σε ένα περιβάλλον, κατά βάσιν αστικό, που αποστερεί από τον άνθρωπο την ικανότητα να οραματίζεται ένα μέλλον με περισσότερα ιδανικά.  Αυτούς τους καιρούς τους τόσο αποκαρδιωτικούς προσπαθεί ο Μελιτάς να γητέψει με τους στίχους του, με τη σκέψη του. Στην κατεύθυνση αυτή πολλές φορές χειρίζεται τον σαρκασμό, που εκλαμβάνεται από τον δέκτη ως αναγκαίος αφού έτσι αποκαλύπτονται τα κακώς κείμενα των ημερών μας. «Υπάρχουν δυο αλήθειες/αδελφές /ερίζουν μεταξύ τους από κούνια/τραβάνε μανιασμένες τις ραφές/ αποσυνδέουν τις κλωστές/στις ραπτομηχανές της Ιστορίας/ Παράδειγμα η σύγχυση ενίων ποιητών/Άλλα πρεσβεύουν/άλλα νιώθουν/άλλα γράφουν» [7]γράφει με σαρκασμό που περιλαμβάνει και πολλούς από τους ομοτέχνους του, καταδικάζοντας την τάση στρέβλωσης των πραγμάτων ώστε να εξυπηρετούνται καλύτερα  ιδιοτέλειες και συμφέροντα κάθε είδους. Οι προσωποποιήσεις, ο συνεχής μεταφορικός λόγος, η  εικονοποιία των πρώτων στίχων με τις δίδυμες αδελφές , ο καίριος ρόλος της επανάληψης ( άλλα πρεσβεύουν, άλλα νιώθουν, άλλα γράφουν) γίνονται τα εργαλεία κατάδειξης μιας σκληρής πραγματικότητας, που περιλαμβάνει και το πνεύμα.

Μέσα από αυτά τα χαρακτηριστικά  αναδύεται η κυρίαρχη θεματική της συλλογής  που είναι το τραύμα :η παραχάραξη της ιστορίας ( ο λόγος που γίνεται δωσίλογος), οι δίδυμες αλήθειες αδελφές, που τις εναγκαλιζόμαστε αναλόγως των στιγμών και των ιδιοτελειών μας, η επανάσταση που πήρε αναρρωτική άδεια, ο πόλεμος που φόρεσε ειρήνη, οι νοσταλγικοί αλγόριθμοι του παρελθόντος, τότε που «Είχαμε δάχτυλα/ Είχαμε γλώσσες/ Είχαμε τον κακό μας τον καιρό/πεπερασμένα όρια/ ένα σωρό κρυφές ουλές /αλλά τη βγάζαμε ποντάροντας/σε δεύτερο ταμπλό/ προσμένοντας απ’ τον Θεό τον ουρανό με τ’ άστρα»[8]

συνιστούν τις βάσεις πάνω στις οποίες οικοδομείται το τραύμα που τραγουδά ο ποιητής. Η χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου φανερώνει ότι ο Μελιτάς προσδιορίζει το τραύμα στο κοινωνικό σώμα, είναι για αυτόν μια πραγματικότητα που χαρακτηρίζει όλους, μια δύναμη που κατατρώει τον καθένα και όλους μαζί αποστερώντας την ελπίδα κυρίως αλλά και την ποιότητα των σχέσεων, αφού τις απαξιοί υποβιβάζοντάς τες στο επίπεδο της απλής συναλλαγής. Σε αυτό το επίπεδο εντοπίζεται  διακειμενική αναφορά που εδράζεται στη  θεματική του τραύματος: « Μην κλαις θηρίο. Στα δόντια σου τροχίζω τα ένστικτά μου» είναι ο πρώτος στίχος της συλλογής που παραλληλίζεται ακόμη και εκφραστικά με τον γνωστό στίχο του Μίλτου Σαχτούρη «Χάος ,είν’ η ψυχή μου, που έκοψε με τα δόντια του, ο Θεός»[9]. Αξίζει λόγω της χρήσης του πρώτου ενικού προσώπου  να αναφερθούν οι παράμετροι που καθορίζουν το τραύμα σε ατομικό επίπεδο: είναι η μοναξιά, που το τροφοδοτεί, η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια σε όλα τα επίπεδα που το αναπτύσσει, η αδυναμία συνεννόησης που τελικά γίνεται αδυναμία κατανόησης της θέσης του άλλου, είναι  τα τείχη που ορθώνονται ακόμη και στις πιο στενές προσωπικές σχέσεις, οι ανταγωνισμοί , ρητοί ή άρρητοι, που καθιστούν τις σχέσεις ρηχές και ανούσιες. Δεύτερη κυρίαρχη θεματική που εντοπίζεται στην «Υπέρταση», άμεσα συνδεδεμένη και συμπληρωματική με την πρώτη, είναι ο καθρέφτης και η λειτουργία του. Από τους δεκάδες λογοτέχνες που τον χρησιμοποίησαν στο έργο τους ( ενδεικτικά Άντερσεν, Μπόρχες κ.α.) θα αναφερθώ περιληπτικά σε τρεις περιπτώσεις της ελληνικής διανόησης ώστε να διαφανεί η ιδιαίτερη οπτική του Μελιτά σε σχέση με αυτό το σύμβολο. Στον  Καβάφη,  ο καθρέφτης λειτουργεί ως έναυσμα αναστοχασμού στιγμών του παρελθόντος, υποβοηθώντας τη γνώση και εκφέροντας λόγο για την ομορφιά ως σημαντική αξία για τον άνθρωπο.[10] Στον  Σολωμό, από την άλλη, η γυναίκα της Ζάκυνθος αναγνωρίζει το πραγματικό της πρόσωπο,  το τέρας που έχει γίνει, μέσα από τον καθρέφτη [11]·εδώ ο καθρέφτης λειτουργεί ως σύμβολο αλλά και ως μέσον αληθείας. Ο Μάνος  Χατζηδάκης [12] αναφέρεται σε αυτό που βλέπει ο άνθρωπος όταν το είδωλό του αντανακλάται στον καθρέφτη με ισχυρή προτροπή προς τον αναγνώστη όταν η εικόνα μας αντανακλά το τέρας και εμείς δεν το αναγνωρίζουμε ως τέτοιο να κινητοποιηθούμε διότι αυτό είναι η απόδειξη ότι το τέρας ως συνθήκη ψεύδους και υποκρισίας , ως αναλήθεια δηλαδή, μας έχει καταβάλει, έχει πλέον εγκατασταθεί μέσα μας, ζει μαζί μας. Τι είναι τελικά ο καθρέφτης για τον Μελιτά; Τι βλέπει όταν τον κοιτά; Είναι μόνο μια αντανάκλαση  του εαυτού και ποιου εαυτού; Βλέπει τον εαυτό του όπως είναι; Όπως θα ήθελε να είναι; Όπως έχει διαμορφωθεί μέσα στις σύγχρονες συνθήκες ζωής; Μήπως ο καθρέφτης ως αντικείμενο της σύγχρονης πολυδιάστατης πραγματικότητας λειτουργεί παραμορφωτικά διαστρεβλώνοντας το είδωλο; Και τι εισπράττει τελικά ο αναγνώστης; Ο καθρέφτης επιβεβαιώνει τον υπαρξιακό και βαθιά βιωματικό χαρακτήρα της ποίησης του Μελιτά. Παρουσιάζεται πολλές φορές ως  το σημείο ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο μέρος του ποιητή και του ανθρώπου γενικότερα[13]· άλλοτε το είδωλο που αντανακλάται προσλαμβάνεται ως απειλή είναι «ο λύκος»,[14] που φοβάται ο ποιητής· στο τέλος της Υπέρτασης ο καθρέφτης είναι ο τόπος της απόλυτης αλλοτρίωσης, της απώλειας του εαυτού, καθώς οι προσπάθειες που καταβάλλει ο άνθρωπος να «καθαρθεί» , ώστε να «να φύγουν οι μουντζούρες», είναι μάταιες και αναποτελεσματικές. Η  διαπίστωση « δεν με γνωρίζω στον καθρέφτη» είναι τραγική αφού έτσι επικυρώνεται η εσωτερική  διάσπαση του υποκειμένου, η οριστική του αλλοτρίωση[15].

Ο  Μελιτάς  εντάσσεται σε εκείνους τους αυθεντικούς δημιουργούς, οι οποίοι ούτε απολογούνται, ούτε  μεταμφιέζονται. Ο λόγος του είναι γνήσιος, καθαρός και εύληπτος, προκύπτει από εμπειρία και παρατήρηση, γι’ αυτό και είναι   ουσιαστικά  πολιτικός .Οι στοχεύσεις του υπερβαίνουν την αισθητική αυτάρκεια, επειδή το έργο του συνιστά στάση ζωής, η οποία δηλώνεται  με συνέπεια και γι’ αυτό συγκινεί. Με τους στίχους του καλεί τους δέκτες να ξεχωρίσουν την οίηση από την ποίηση, να μην οικοδομούν κάστρα αλλά να ατενίσουν τα άστρα[16], να δουν τον λύκο στον καθρέφτη και να προσπαθήσουν να επανακτήσουν την ηθική και την ανθρωπιά εναγκαλιζόμενοι την αλήθεια. Σε αυτό το πλαίσιο η ποίησή του δεν είναι απλώς μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης, είναι  μορφή κοινωνικής και πολιτικής παρουσίας.

 

Παραπομπές:

[1]Υπέρταση, Δέκα μικροί Νεκροί.

[2] ΤΟ ΜΠΛΕ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΦΕ ΒΙΒΛΙΟ

ΠΡΟΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ “ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ”

WITTGENSTEIN LUDWIG, ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑ

[3] «Γλωσσοπαίγνια» θεωρούνται κάποιες εύκολες και πιο απλούστερες εφαρμογές από τις υπαρκτές χρήσεις της καθημερινής γλώσσας που χρησιμοποιούμε. Με αυτές τις πρωταρχικές λειτουργίες των σημείων ξεκινάει κάθε μικρό παιδί να έρχεται σε επαφή με την γλώσσα που μαθαίνει από τους γονείς του. Η προσεκτική εξέταση διαφόρων «γλωσσοπαιγνίων», έχει την δύναμη να συμβάλλει σημαντικά στην αποφυγή διαφόρων δυσκολιών που δεν είναι εύκολα παρατηρήσιμες. «Δεν θεωρούμε όμως τα γλωσσοπαίγνια θραύσματα ενός όλου της γλώσσας, αλλά κλειστά συστήματα συνεννόησης, απλές πρωτόγονες γλώσσες. Για να μην χάνουμε από το οπτικό μας πεδίο αυτόν τον τρόπο θεώρησης, είναι συχνά χρήσιμο να φανταζόμαστε ένα πρωτόγονο γένος ανθρώπων, που όλη και όλη η γλώσσα του εξαντλείται σε αυτό το λογοπαίγνιο» (Το Μπλε και το Καφέ βιβλίο, σελ 121). («Σύστημα Επικοινωνίας, Γλώσσα και Αναγνώριση Συναισθημάτων, Βίτγκενσταϊν και Βιοηθική», Σωκράτης Ηλιόπουλος,Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης 2026.)

[4].Απόσπασμα από το ποίημα Υπέρταση, που ονοματίζει τη συλλογή

[5] Απόσπασμα από το ποίημα «Συνταξιούχος»

[6] Το τέλος του ποιήματος «Συνταξιούχος»

[7] Απόσπασμα από το ποίημα Οι Δίδυμες

[8] Απόσπασμα από το ποίημα Νοσταλγικός Αλγόριθμος

[9]Μίλτος Σαχτούρης, Κάτι επικίνδυνα κομμάτια, Περίπατος 1960

[10] Κ. Καβάφης, Ο καθρέφτης. Μα ο παλαιός καθρέπτης που είχε δει και δει,/κατά την ύπαρξήν του την πολυετή,/χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα·/μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν,

κι επαίρονταν που είχε δεχθεί επάνω του/την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά.

[11] Η γυναίκα της Ζάκυνθος «Εἶδα ἀντίκρυ ἀπὸ τὸν καθρέφτη στὴν ἄκρη τῆς κάμερας ἕνα κρεβάτι, καὶ κοντὰ στὸ κρεβάτι ἕνα φῶς. Καὶ ἐφαινότουνα πῶς δὲν ἤτουνα μὲς στὸ κρεβάτι τίποτες, καὶ ἀπάνου ἤτανε πολλὴ μύγα κουλουμωτή… Γιὰ τοῦτο ἐγώ, παρακαλώντας θερμὰ τὸν Κύριον νὰ καταδεχτεῖ νὰ μὲ βοηθήσει γιὰ νὰ καταλάβω αὐτὸ τὸ σύμβολο, ἐσίμωσα τὸ κρεβάτι.

Καὶ κάτι ἀναδεύτηκε μὲς στὰ σεντόνια τὰ λερωμένα καὶ ξεντερολοϊσμένα καὶ αἱματωμένα.

Καὶ κοιτάζοντας καλύτερα στὴν εἰκόνα τοῦ προσκέφαλου ἐταραχθήκανε τὰ σωθικά μου, γιατὶ ἀπὸ ἕνα κίνημα ποὺ ἔκαμε μὲ τὸ στόμα ἐγνώρισα τὴ γυναίκα τῆς Ζάκυνθος ποὺ ἐκοιμότουνα σκεπασμένη ἀπὸ τὸ σεντόνι ὡς τὸ λαιμό, ὅλη φθαρμένη ἀπὸ τὸ τηχτικό.»

[12] Μ.Χατζηδάκις, Ο καθρέφτης και το Μαχαίρι, Το πρόσωπο του τέρατος

[13] Υπέρταση, Λάγνος Καθρέφτης, απόσπασμα « Αυτόν που βγάζει τον καθρέφτη του περίπατο/χωρίς λουρί/χωρίς χαρτί/για τις ακαθαρσίες»

[14] Υπέρταση, Λευκές σημαίες «εκτρέφω έναν λύκο στον καθρέφτη».

[15] Υπέρταση, Τελευταία Πράξη, απόσπασμα « Ματαίως σπεύδω στο λουτρό/να βγάλω τις μουτζούρες

έτσι κι αλλιώς/δεν με γνωρίζω στον καθρέφτη».

[16] Υπέρταση, Οι ευεργετικές συνέπειες ενός ποιήματος απόσπασμα «Κάποτε έγραψε ένα μεγάλο ποίημα. Ξεγέλασε τα κάτοπτρα/προσέθεσε το γράμμα ”πι” στην οίηση/αφαίρεσε το κάπα από τα κάστρα.»

Περισσοτερα αρθρα