The old (tales) way
(μια έκδοση illustration στο παιδικό δωμάτιο)
Δώδεκα ήταν οι αδελφές
και δώδεκα η ώρα
-σαν άνοιξε η καταπακτή-
χθόνια μετακινήθηκε
του χρόνου η αιώρα
στα έγκατα αναζήτησαν
στιγμές ελευθερίας
λειώναν παπούτσια και καρδιές
και ζώνες παρθενίας
η Περσεφόνη ζήλεψε δίχως να εμποδίζει
πώς γίνεται σκεφτότανε κι η νύχτα ιριδίζει
τούτες το πάνε ανάποδα γουστάρουν τα ερέβη
πάνω η πατρική εντολή τα όρια τ’ άγρια νεύει
δάση ασημένια και χρυσά φυλλώματα διαμάντια
η γλύκα ανυπακοής κρεβάτια αφήνει άδεια
στρατιές πριγκήπων εξορμούν
να λύσουν το μυστήριο
με θρόνο για αντάλλαγμα
θυσιάζονται στον κύριο
τρόπαιο αδιαφοροποίητο οι αδελφές ως ένα
τι πρώτη κι αν γεννήθηκες τι να ‘σαι στερνή γέννα
(θα δωρηθείς!)
Αυτά τεκμηριώθηκαν γραπτά στο παραμύθι
κάθε κορίτσι αμήχανη Grimm-άτσα έχει στα στήθη
θλίψη και αγανάκτηση -δεν της κολλάει κάτι-
γιατί ν’ αφήσει τον χορό να ζήσει με σακάτη
που με μανδύα αόρατος κόλπο στήνει μεγάλο
στο θρόνο αποβλέποντας κι η ίδια απλώς ρεγάλο
-άλλη η συζήτηση γι’ αλλού η ίδια αν επιλέξει
εδώ μόνο ο πατέρας-βασιλιάς την τελευταία είχε λέξη-
την ξεγελούν φορέματα γοβάκια και φκιασίδια
ο εμπαιγμός προδίδεται σαν στέκει στα στασίδια
αμφίβολο άν η μάγισσα δεν ανακατευόταν
τo κάθε κοριτσόπουλο τα γλέντια αν θα χαιρόταν…
* *
(Χρόνια περνούν, ανεξάντλητες οι ανατυπώσεις)
Χιλιάδες είναι οι αδελφές
και πέρασε η ώρα
βάζουν παπούτσια του χορού
πίστα αλλάξαν τώρα


