Με άφησες χωρίς Θεό, πατέρα
Απόψε ο Θεός σου μοιάζει, πατέρα
βαδίζει αόρατος στο ξύλινο πάτωμα.
Είναι τόσο όμοια η απουσία σας
κι όμως υπήρξατε διαφορετικοί
εκείνος άφησε τα πάντα στην τύχη
εσύ προετοίμασες σχολαστικά
ακόμα και τον θάνατό σου.
Πήρες μαζί σου
ό,τι θεώρησα παντοτινό.
Με άφησες χωρίς Θεό, πατέρα.
Ήσουν η μοναδική μου πίστη
η πιο σεμνή μου ανυπομονησία.
Σε ποιον αθάνατο
θα λέω τώρα τον καημό μου;
Ανάμεσά μας
φύτρωσε ένας μαρμάρινος ουρανός
στα γκρίζα σύννεφά του
σκαλίστηκε ο χτύπος της καρδιάς σου
σ’ ακούω αλλά δεν μπορώ να σε δω
με βλέπεις αλλά δεν μπορείς να με ακούσεις.
Ο γάτος εγκαταστάθηκε στην πολυθρόνα σου
σε περιμένει
να διαλύσεις με τον ήχο της εφημερίδας
τη σιωπή που τυλίγει το δωμάτιο.
Δεν είναι ο μόνος που σε πιστεύει ακόμη ζωντανό
οι υπάλληλοι στην εταιρεία ηλεκτρισμού
γράφουν και ξαναγράφου τ’ όνομά σου.
Κάθε φορά που εξοφλώ
λογαριασμό
συμπληρώνω λάδι στο καντήλι σου.
Στον κήπο τα οπωροφόρα έδεσαν καρπούς
άνθισαν οι τριανταφυλλιές
η άνοιξη έχει στοιχειώσει τον τόπο.
Είναι ώρα να γυρίσεις σπίτι, πατέρα.
Αντώνης Τσόκος
από τη συλλογή του Συνεταιρισμός θυρωρών
εκδόσεις Κίχλη, 2024


