Το παράξενο υφάδι της ζωής (για την ποιητική συλλογή «Ερωδιών παράξενες ιστορίες» της Λίλιας Τσούβα – ISBN: 978-18-5706-44-9)
Χριστίνα Λιναρδάκη

Με ένα αγαπημένο γλυκό, τον ασουρέ, επονομαζόμενο και γλυκό του Νώε, ξεκινάει τη συλλογή αυτή της η Λίλια Τσούβα (Ερωδιών παράξενες ιστορίες, εκδόσεις Κοράλλι 2025) γυρνώντας μας πολύ πίσω, σε ένα οριακό σημείο όπου ο παλιός κόσμος τελειώνει και ο νέος προβάλλει σαν υπόσχεση: την εποχή του κατακλυσμού. Ο Νώε ετοιμάζει το γλυκό σαν κάτι το παρηγορητικό, σαν κάτι που θα βαστήξει τον ίδιο και την οικογένειά του μέχρι η υπόσχεση να υλοποιηθεί.

Οριακά σημεία του τέλους που σηματοδοτούν νέες, ανεξερεύνητες αρχές διερευνά η Τσούβα σε όλη της τη συλλογή, η οποία είναι αξιοθαύμαστα πυκνοκατοικημένη: εκτός από τον Νώε και την πολυπληθή κιβωτό του συναντάμε, μεταξύ άλλων, έναν νάρκισσο, μια μπλε φάλαινα, την Ενυώ, τον Τζον Κητς και τη Φάννυ Μπρων, την Τζέιν Έιρ, την Αγία Όλγα της Αλάσκας, τον Αρνάλδο της Μπρέσκια, τον Φρειδερίκο Βαρβαρόσσα, την Άχου Νταριαΐ, την Αταλάντη και τον Ιππομένη.

Ετερόκλητες έως εξωτικές, όπως οι ερωδιοί του τίτλου της συλλογής, αυτές οι απαντοχές προσώπων είναι ενδεικτικές του ευρέος γνωστικού πεδίου της ποιήτριας καθώς και της έλξης της από τον ρομαντισμό, αλλά δρουν κυρίως σαν αφορμές να αρθρώσει έναν λόγο που τον χρωματίζει η γλυκιά θλίψη, αλλά είναι και πολιτικός.

Την αίσθηση της θλίψης επιτείνει η πανταχού παρουσία της μνήμης: «αδιάλειπτα η μνήμη μού τηλεφωνεί/ Είναι πάντα Δευτέρα πρωί» (από το ποίημα «Μου τηλεφωνεί», με την αναφορά στη Δευτέρα πρωί να σημαίνει ότι είναι το πρώτο πράγμα που συμβαίνει στην αρχή κάθε εβδομάδας και επηρεάζει όλες τις επόμενες μέρες). Μάταια το ποιητικό υποκείμενο προσπαθεί να ξεφύγει: «“Μη μ’ αγγίζεις άλλο”/ τής φωνάζω/ “κάθε φορά που μ’ επισκέπτεσαι/ μασάς κομμάτια από μένα/ κι ύστερα αφήνεις σαύρα/ νέο ένα ποίημα στο χαρτί”». Η μνήμη είναι που «ερωδιών παράξενες ιστορίες αφηγείται» (από το ποίημα «Η μνήμη») και μεταφέρει τη φωνή στα ποιήματα (η οποία μεταφέρει έντονη την αίσθηση του αυτοβιογραφικού στοιχείου) στο εφηβικό της παρελθόν, εκεί που «με την πλάτη γυρισμένη/ στην ομίχλη/ τ’ αστέρια ν’ ανάψουμε/ προσμένουμε» (από το ποίημα «Με την πλάτη γυρισμένη στην ομίχλη»).

Σημαντικά είναι τα ποιήματα όπου αναφέρεται ο πατέρας («Ο πατέρας») και η μητέρα («Επειδή») με ανάμεσά τους το ποίημα «Της Ζωοδόχου πηγής το κοιμητήριο» όπου οι νεκροί απαριθμούνται από τα καντήλια στα μνήματα που «σαν αστράκια τη νύχτα/ […] στις φωτογραφίες λαμπυρίζουν/ των πεθαμένων». Θαμμένες μνήμες είναι οι νεκροί στο κοιμητήριο που ξαναζωντανεύουν μονάχα στο ιδιωτικό θέατρο του εσωτερικού μας κόσμου για να μας γεμίσουν θλίψη. Είναι μια θλίψη την οποία αφενός γλυκαίνει η διάχυτη στη συλλογή αγάπη για τη ζωή, αφετέρου πικραίνει η αίσθηση της ματαιότητας των πραγμάτων που παύουν και χάνονται.

Αν όμως η μνήμη είναι ένα από τα υλικά με τα οποία ζυμώνεται η συλλογή, το άλλο υλικό είναι η φαντασία. Αυτή βοηθά την ποιήτρια να πλέξει ιστορίες όπως εκείνη του ποιήματος «Επιτύμβιο», όπου το ποιητικό υποκείμενο μεταμορφώνεται σε μπλε φάλαινα που τη σκοτώνουν οι φαλαινοθήρες στο «άκρως αιματηρό» κυνήγι του Γκρινταντράουπ στον Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό. Ο βοράς έλκει την Τσούβα σαν μαγνητική βελόνα, όπως έχουμε διαπιστώσει και από τις προηγούμενες δουλειές της και αποτελεί σταθερή πηγή έμπνευσής της.

Άλλοτε η φαντασία τη μεταφέρει στον κόσμο του μύθου, στην Ενυώ, θεότητα του πολέμου, που της επιτρέπει μια ιστορική αναδρομή σε πολέμους του παρελθόντος για να καταλήξει στις σημερινές αγοραπωλησίες όπλων «στην ετήσια έκθεση/ του Αμπού Ντάμπι/ Μακριά απ’ τα ουρλιαχτά των ανθρώπων/ τις κραυγές των παιδιών» (από το ποίημα «Το γεύμα της Ενυώς») επιτρέποντάς της έτσι ένα οξύ πολιτικοκοινωνικό σχόλιο, το οποίο εντείνεται στο ποίημα όπου αναφέρει τη μητέρα που είδαμε πιο πάνω, το «Επειδή»:

Ο ουρανός βρέχει οπτικές ίνες,
μητέρα,
κλαίει το παιδί
το όνειρο πεθαίνει
αντί για λουλούδια
μέταλλα,
με πολέμου leopard

ξυπνά η ανθρωπότητα

Ιδιαίτερα σκληρό, στο ίδιο πλαίσιο, είναι το ποίημα «Μια γενιά» που αναφέρεται στη Γάζα και συμπλέκει στίχους του Έλιοτ, οι οποίοι απηχούν τη Βίβλο, με μια ρήση του Μαν και τον ζόφο του πολέμου. Το ποίημα που έπεται, «Χτίζοντας γέφυρες», είναι αντίθετα μια κραυγή ενάντια στον παραλογισμό της μάχης και υπέρ της αλληλεγγύης – δηλητήριο και αντίδοτο πλάι πλάι, όπως μόνο η ποίηση μπορεί να τα παραθέσει. Στο αντίδοτο της αυτοθυσίας και της αλληλεγγύης αναφέρεται και το ποίημα «Μπαλάντα της αγάπης» όπου η Όλγα Μάικολ, Αγία της Αλάσκας, «μούκλουκ γάντια και γούνες έραβε/ μίλια πέρα απ’ το Χουίσλακ τα ‘στελνε/ ρούχα ζεστά για τα παιδιά/ τους κακοποιημένους», θυμίζοντας το ανθρώπινο μεγαλείο που υψώνεται πέρα από τον πόλεμο, αλλά και από τον ίδιο τον θάνατο.

Ακολουθούν δυο ποιήματα για τον προσωπικό ηρωισμό που αντιτίθεται στο κατεστημένο της εκάστοτε εποχής: το «Αρνάλδο της Μπρέσκια» που μιλά για την επανάσταση του Αρνάλδου κατά της παπικής εκκλησίας γύρω στο 1100, αλλά και το «Γυναίκα διάφανη» που μιλά για την Άχου Νταριαΐ η οποία τόλμησε να περπατήσει σχεδόν γυμνή μπροστά από το πανεπιστήμιο στο Ιράν.

Μολονότι τα ποιήματα στη συλλογή δεν σχηματίζουν ενιαία αφήγηση, συνθέτουν ωστόσο ενδιαφέροντες συνδυασμούς δύο-τριών ποιημάτων γύρω από το ίδιο θέμα που λειτουργούν σαν θεματικές νησίδες σε ένα φανταστικό αρχιπέλαγος, το οποίο διέπουν ισχυρά στοιχεία από το συλλογικό συνειδητό (τη μυθολογία, την ιστορία, το κοινωνικό γίγνεσθαι). Ιδιαίτερη θέση στο συγκεκριμένο σχήμα των νησίδων έχουν τα ποιήματα που αφηγούνται την ίδια ιστορία από δύο διαφορετικές πλευρές, όπως είναι η περίπτωση του Τζων Κητς και της Φάννυς Μπρων ή της Αταλάντης και του Ιππομένη, που δίνουν στην ποιήτρια το έναυσμα να υμνήσει την αγάπη και τον έρωτα. Τα δύο αυτά, η αγάπη και ο έρωτας, έστω και μόνο με τη μορφή του φιλιού, επανέρχονται στη συλλογή σαν ένα ηχηρό κάλεσμα στη ζωή, το οποίο γλυκαίνει, όπως προείπα, τη θλίψη που τη διαπερνά.

Μολονότι η συλλογή κλείνει με ένα πολύ δυνατό ποίημα για την τεχνητή νοημοσύνη «της πέμπτης Βιομηχανικής/ Επανάστασης/ του Ανθρωπόκαινου» (ποίημα «Τραγούδι για την τεχνητή νοημοσύνη (Generative AI)»), θα ήθελα να ολοκληρώσω το σύντομο σημείωμά μου με ένα απόσπασμα από ένα άλλο ποίημα:

ΑΛΛΟΚΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΙΡΑΝΧΑΣ

Εσαεί γλαφυρότητα
της βικτώριας τα άνθη στον Αμαζόνιο
το ένα σούρουπο λευκά και θηλυκά
το άλλο, ροζ κι αρσενικά.
Το ταξίδι στο Ικίτος
λένε σού αλλάζει τη ζωή,
η επίσκεψη στο Νησί των Πιθήκων.
Ποίημα για να πεις τον έρωτα

ο ήλιος στο μεγάλο ποτάμι.

Με τα ποιήματα-ψηφίδες της, η Λίλια Τσούβα συνθέτει μια τοπογεωγραφία που αντιστέκεται στα στεγανά του χρόνου, επισκέπτεται διαφορετικές καταστάσεις της μνήμης και της φαντασίας, και κοντοστέκεται στην ανθρώπινη συνθήκη όπως διαμορφώνεται από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Περισσοτερα αρθρα