Το μυθιστόρημα της Άννας Γρίβα «Η αλχημίστρια» (ISBN: 9789605912734)
Λίλια Τσούβα

Δέηση στη μνήμη των γυναικών που καταδικάστηκαν για μαγεία είναι το μυθιστόρημα της Άννας Γρίβα «Η αλχημίστρια» (εκδόσεις Μελάνι, 2026). Περίπου 50000-60000 άνθρωποι, στην πλειονότητά τους γυναίκες, θανατώθηκαν στην Ευρώπη την περίοδο 1580-1630. Τα ονόματα των γυναικών αυτών, θυμάτων σκοπιμοτήτων και προκαταλήψεων για το φύλο, χάθηκαν στη λήθη. Το 2022, τετρακόσια χρόνια μετά τα θλιβερά γεγονότα, πρώτοι οι Καταλανοί προχώρησαν στην αποκατάσταση της μνήμης τους. Κινήσεις έγιναν και στη Σκωτία, την Ελβετία, τη Νορβηγία, κυρίως μετά τη διακήρυξη εκατό και πάνω ιστορικών στην Ευρώπη με τίτλο: «Δεν ήταν μάγισσες, ήταν γυναίκες».

Η Γρίβα φέρνει με αριστοτεχνικό τρόπο στο προσκήνιο το τραγικό αυτό ζήτημα και ξαναζωντανεύει μια εποχή μεγάλων αλλαγών και αστάθειας, κατά την οποία το φως της Αναγέννησης είχε μεν αρχίσει να λάμπει, τα σκοτάδια όμως της δεισιδαιμονίας για τις γυναίκες και για τη γνώση δεν είχαν ακόμη διαλυθεί. Την πλοκή τοποθετεί στο Παλέρμο, στις αρχές του 17ου αιώνα, εποχή μεταβατική στην Ευρώπη, με έντονα ωστόσο καλλιτεχνικά, θρησκευτικά και πολιτικά στοιχεία. Είναι η εποχή που ο Σαίξπηρ συγγράφει τον Άμλετ, ο Ντεκάρτ μιλά για τον νου ως την όλη ουσία του ανθρώπου, ο Γαλιλαίος αμφισβητεί τη γεωκεντρική αντίληψη και οι Ευρωπαίοι αρχίζουν να εποικούν την Αμερική. Η νέα περίοδος επιστημονικής και πολιτικής αμφισβήτησης που εκκινεί, η εποχή της Νεωτερικότητας, επιφέρει μεγάλη αστάθεια, αλλά και έντονη δημιουργικότητα. Στους κόλπους της καθολικής εκκλησίας την περίοδο αυτή επικρατεί η Αντιμεταρρύθμιση. Η παπική Εκκλησία, μετά τη Μεταρρύθμιση των Λούθηρου, Καλβίνου, Σβίγγλιου, στην προσπάθειά της να ανακτήσει τη χαμένη επιρροή, οργανώνει τάγματα Ιησουιτών και προχωρεί σε καύση βιβλίων και ανθρώπων.

Η Γρίβα τοποθετεί τη δράση του μυθιστορήματός της στη μεταβατική περίοδο της συνάντησης του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα με την Αναγέννηση στην Ιταλία. Οι ηρωίδες είναι γυναίκες, οι μεγάλες παθούσες, μορφές που παλεύουν για την ελευθερία μέσα σε έναν στυγνό και άνισο κόσμο. Στο Παλέρμο της Σικελίας, το 1632, η Σοφία Τερέζα Ρομάνο καίγεται στην πυρά μετά την καταδίκη της από την Ιερά Εξέταση για βλασφημία και αλχημισμό.

Οι αλχημιστές στον Μεσαίωνα προσπάθησαν μέσω της χημείας να ανακαλύψουν τη «φιλοσοφική λίθο», τη μέθοδο μέσω της οποίας θα είχαν τη δύναμη να παρατείνουν τη ζωή, αλλά και να μετατρέψουν τα ευτελή μέταλλα σε χρυσό. Οι προσπάθειες συντελούνταν εν κρυπτώ, γι’ αυτό και οι υποψίες για μαγείες, ενέργειες μεταξύ θεραπευτικής και επικίνδυνης γνώσης άρχισαν να θεριεύουν γι’ αυτούς με την πάροδο του χρόνου.

Η Σοφία Τερέζα Ρομάνο επιδίδεται στην τέχνη της αλχημείας. Στο μυστικό της εργαστήριο παρασκευάζει φάρμακα. Τη μέθοδο παρέλαβε από τη μητέρα της. Η δραστηριότητά της αποτελεί μέσο επιβίωσης ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του συζύγου της ο οποίος, όταν ζούσε, είχε ταξιδέψει στον Νέο Κόσμο και είχε αντιληφθεί τι συνέβαινε εκεί με τους αποικιοκράτες και τους ιθαγενείς. Η κόρης της, η Τζούλια, πρωταγωνίστρια στο μυθιστόρημα, μετά τον θάνατο της μητέρας της μεγαλώνει με τη στήριξη της φίλης της Φεντερίκα και βεβαίως με το στίγμα «κόρη της μάγισσας».

Το νησί της Σικελίας, όπου κυρίως εξελίσσονται τα γεγονότα, από τον 15ο αιώνα (1409) μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα (1713), βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Ισπανών. Η ισπανική Ιερά Εξέταση, ένα πανίσχυρο και ιδιαίτερα σκληρό δικαστικό σώμα, δρούσε με στόχο τη διατήρηση της θρησκευτικής καθαρότητας. Εντόπιζε και τιμωρούσε «αιρετικούς», πρώην Εβραίους κυρίως και Μουσουλμάνους οι οποίοι αν και είχαν ασπαστεί τον Καθολικισμό, διατηρούσαν κρυφά τις θρησκευτικές τους παραδόσεις.

Η Τζούλια ήταν 13 ετών όταν συνέλαβαν τη μητέρα της. Ο πατέρας της είχε φύγει από τη ζωή οκτώ χρόνια πριν. Το γεγονός της απώλειας του μοναδικού της στηρίγματος με αυτόν τον φρικτό τρόπο θα μεταβάλει διά παντός τη σκέψη και την ψυχοσύνθεσή της, όπως και η γνωριμία με τη Μαρία Γκαρθία, την κόρη του Ισπανού αξιωματούχου Χουάν Γκαρθία, στο υποστατικό του Μανουέλ Ντίαθ όπου εργάζεται. Την περίοδο της γνωριμίας των δύο κοριτσιών η Τζούλια θα είναι ένα κλειστό και αμίλητο κορίτσι με έναν αρνητικό ψίθυρο να τη συνοδεύει. Η Μαρία, ένα αιθέριο πλάσμα με καθαρή ψυχή, γεμάτο όνειρα και θέρμη για τη ζωή. Είκοσι χρονών θα είναι η Τζούλια, όταν με την Ισπανίδα φίλη της θα αναγκαστούν να λάβουν αποφάσεις που θα σφραγίσουν για πάντα τις ζωές τους. Οι δύο νεαρές γυναίκες θα έρθουν αντιμέτωπες με ένα πλήθος κινδύνων. Θα ταξιδέψουν, θα ταλαιπωρηθούν, θα πονέσουν, θα κακοποιηθούν, θα ερωτευτούν, θα προσπαθήσουν να ορίσουν τη μοίρα τους.

Η Γρίβα μάς πλοηγεί σε ένα γοητευτικό ταξίδι πίσω στο χρόνο. «Οι άνδρες με τις βαριές μαύρες μπέρτες» θα εισβάλλουν με μένος στο σπίτι της Τζούλια και θα πάρουν μακριά τη μητέρα για πάντα. Η πόρτα θα κλείσει, η μητέρα θα ακούγεται να την καλεί, η φωνή της θα σβήσει, όχι όμως και η παρουσία της. Το θλιβερό γεγονός θα ακολουθεί για πάντα τη Τζούλια. Το υπόλοιπο της ζωής της θα σφραγίσει ο δον Χουάν, ο πατέρας της Μαρίας. Όταν η κόρη του θα ερωτευτεί τον ταξικά κατώτερο Αντόνιο, θα ασκήσει εξουσιαστική και κακοποιητική δύναμη στις ζωές των δύο γυναικών.

Στην πλοκή θα κάνει αισθητή την παρουσία του ο σπουδαίος Γκαλιλέο Γκαλιλέι, παραλίγο θύμα της Ιερής Εξέτασης, όπως και ο πάπας Ουρβανός Η΄, άνθρωπος με σιδερένια πυγμή  και υποταγμένος στις σκοπιμότητες, όμως «εραστής των τεχνών και των εμπνεύσεων». Σημαντικό ρόλο θα παίξει επίσης η γνωστή ζωγράφος του μπαρόκ Αρτεμίζια Τζεντιλέσκι όπως και ο φιλόσοφος Τζορντάνο Μπρούνο.

Η ουμανιστική Αναγέννηση δεν αγγίζει την παπική εκκλησία της εποχής. Δέσμια προκαταλήψεων και υποταγμένη σε συμφέροντα, πολεμά με φανατισμό το αεράκι της. Ο φιλόσοφος Τζορντάνο Μπρούνο, επηρεασμένος από τον Νεοπλατωνισμό, ασπάζεται μια πανθεϊστική αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο Θεός υπάρχει σε οτιδήποτε στην πλάση. Καθετί, όσο μικρό και ταπεινό και αν είναι, περιέχει ένα μέρος της πνευματικής ουσίας.

Ο Μπρούνο για τις ιδέες του αυτές θα καεί στη πυρά. Οι αντιλήψεις του ωστόσο εκφράζονται από τις ηρωίδες του έργου οι οποίες πρεσβεύουν τον ουμανισμό, μια θρησκεία αγάπης, επικεντρωμένη στα σημεία που μας ενώνουν, όχι στις διαφορές που μας διχάζουν, έναν κόσμο ανεκτικότητας και σεβασμού της διαφορετικής άποψης.

Το βιβλίο, το οποίο έλαβε το 1ο Βραβείο Πεζογραφήματος του Ομίλου για την Unesco Τεχνών, Λόγου & Επιστημών Ελλάδας, υποστασιοποιεί την Ιταλία των αντιθέσεων· της υψηλής τέχνης και φιλοσοφίας από τη μία, της Ιερής Εξέτασης και της πατριαρχίας από την άλλη, όπως και την εποχή του Νέου Κόσμου με τις μεγάλες πνευματικές συγκρούσεις και αντιφάσεις, κατά την οποία «οι νέες Πανδώρες θα πρέπει να ανοίξουν ξανά το αρχαίο κουτί. Αυτή τη φορά όμως δεν θα εκβάλουν από μέσα του οι συμφορές, αλλά το θάρρος, η αρετή και η δύναμη της αγάπης».

Η Γρίβα πραγματεύεται με μαεστρία το θέμα της. Αναβιώνει με αριστοτεχνία τον νέο κόσμο που ανατέλλει, τη δίψα για γνώση και ελιξίρια, την πίστη στα όνειρα (όνειρα αποκαλυπτικά, προειδοποιητικά, παρακινητικά, τα οποία αναπαρίστανται και στη ζωγραφική της εποχής). Καθιστά πυρήνα της πλοκής τη φιλία και περνά με τρόπο υποδειγματικό όσον αφορά την τέχνη της συγγραφής τους θρύλους, τη γνώση για τη μαγεία, τα ερωτήματα για τη ζωή, τη θρησκεία, την ευτυχία.

Ψυχογραφεί με επιτυχία τους χαρακτήρες, αναπαριστώντας το πάθος της επιβολής, την τρέλα της απληστίας, τις σκοτεινές δυνάμεις που κρύβονται μέσα μας. Καυτηριάζει τη δράση των αποικιοκρατών, τις σφαγές των ιθαγενών, τις αγοραπωλησίες παιδιών στα σκλαβοπάζαρα, την εκπόρνευση που επέβαλαν στις γυναίκες, την απληστία που τους κυρίευσε, παρά τη χριστιανική τους πίστη. Καυτηριάζει επίσης το νομοθετικό πλαίσιο που υποστήριζε άνδρες κακοποιητές, τους κατεστημένους ρόλους, τους ταξικούς περιορισμούς.

Προχωρώντας γραμμικά, με συνεχείς αναδρομές στο παρελθόν, προσδίδει στην ερωτική ιστορία της Μαρίας και του Αντόνιο χαρακτηριστικά ιπποτικού μυθιστορήματος. Τοποθετεί το στοιχείο της περιπέτειας και του μυστηρίου, έξοχες περιγραφές της ιταλικής γης (της Σικελίας, της Ρώμης, της Τοσκάνης). Στον εξιδανικευμένο έρωτα των δύο νέων αφήνει να εμφιλοχωρήσουν και στοιχεία πεζής του αντιμετώπισης μέσα από τη σχέση της Τζούλιας με τον ζωγράφο που ερωτεύεται.

Ειδολογικά μπορούμε να θεωρήσουμε το έργο ιστορικό μυθιστόρημα. Η πορεία χειραφέτησης ωστόσο που βαδίζει η Τζούλια -μια ηθική και διανοητική διαδρομή πνευματικής ενηλικίωσης και ωρίμανσης με στοιχεία σύγκρουσης και απωλειών, διώξεων και μοναξιάς-, παραπέμπει και στο μυθιστόρημα διαμόρφωσης (bildungsroman). Ενέχει επίσης στοιχεία ρομαντικά. Οι αγγελικές μορφές των γυναικών συμβολίζουν την καθαρότητα και την ομορφιά, την απλότητα και την καλοσύνη. Η συγγραφέας κάνει συχνές αναλογίες με πρόσωπα της Βίβλου και επιλέγει προσεκτικά την ονοματολογία. Τα ονόματα Τζούλια, Μαρία, Αντόνιο, Κλάρα, Μαργκερίτα, παραπέμπουν στις μορφές των αγγέλων, της Παναγίας, του Αγίου Αντωνίου -οι απόψεις και η δράση του οποίου περνά στην αφήγηση-, συμβολίζουν την καθαρότητα, την αγνότητα. Στο έργο τονίζεται επίσης η αξία της συγχώρεσης.

Μετά τον τραγικό θάνατο της μητέρας της η Τζούλια επιλέγει την εσωστρέφεια και την απομόνωση. Η κατοπινή της ενασχόληση με την αλχημεία, γνώση που παρέλαβε από τη μητέρα και τη γιαγιά της, υποδηλώνει την εσωτερική της αναμόρφωση. Στο εργαστήριό της ωστόσο η ηρωίδα δεν αναζητεί τον χρυσό. Το φως της γνώσης αναζητεί, τη νέα γνώση που θα αναδυθεί από το σκοτάδι. Η φωτιά αποτελεί το μέσο της κάθαρσης. Το υποτιθέμενο χρυσάφι που διατηρεί στο μικρό πουγκί, ενθύμιο από τη μητέρα, είναι η ελεύθερη ταυτότητά της, σφυρηλατημένη από δυσβάστακτες δυσκολίες και πόνο. Η «φιλοσοφική λίθος» είναι η γνώση, το στοιχείο που φοβάται η Καθολική Εκκλησία και κάθε είδους εξουσία. Σε μια εποχή που η γνώση αποτελούσε αποκλειστικό προνόμιο των ανδρών, η ενασχόληση του γυναικείου φύλου με την αλχημεία δεν θα μπορούσε να μην θεωρηθεί επικίνδυνη και να μην διωχθεί.

Η δικαίωση της αλχημίστριας Τζούλιας δεν θα έλθει τελικά από την κοινωνική της ενσωμάτωση αλλά από την εσωτερική της πληρότητα. Όταν ο φόβος της θα έχει πλέον χαθεί, όταν θα έχει συμφιλιωθεί με την αλήθεια, από ακατέργαστη οντότητα θα γίνει ελεύθερη. Το αλχημικό της πείραμα θα πετύχει. Αυτός είναι ο φεμινιστικός συμβολισμός στο έργο. Η Τζούλια και η Μαρία είναι γυναίκες που διεκδίκησαν την αυτονομία μέσα σε έναν ανδροκρατούμενο και επικίνδυνο γι’ αυτές κόσμο. Το αριστοτεχνικό μυθιστόρημα της Γρίβα παραπέμπει στις χιλιάδες άγνωστες ταυτότητες γυναικών που υπήρξαν θύματα της κατεστημένης αντίληψης ότι τα θήλεα είναι δαιμονικά πλάσματα. Μεταφέρει τον σταυρό των ανώνυμων γυναικών που βιάστηκαν, κακοποιήθηκαν και πέρασαν στη λήθη.

Εκτός από φεμινιστικό, το έργο συνιστά ύμνο στην τέχνη της γραφής, που δρα θεραπευτικά, όπως τα ιάματα της Σοφίας και Τζούλιας Ρομάνο. Υμνεί την τεράστια σημασία της γνώσης που θεραπεύει την αμάθεια και τις προκαταλήψεις. Η μαγεία συμβολίζει τη γνώση. Η αλχημεία, την εσωτερική μεταμόρφωση, μια τέχνη ιερή που απαιτεί υπομονή, την αποδοχή του πόνου και της θνητότητας.

Το βιβλίο διακρίνεται για τη σφριγηλή του αφήγηση, τους ζωντανούς χαρακτήρες, την ευρηματικότητα, τις ανατροπές. Η Γρίβα πλάθει μια ηρωίδα διαχρονική, έναν κόσμο ζωντανό που συγκινεί και εγγράφεται στη συνείδηση. Ως διακεκριμένη ποιήτρια, κεντά το μυθιστόρημά της με λυρισμό και μουσικότητα. Τη σκοτεινή ατμόσφαιρα μυστηρίου και υπόρρητης αισιοδοξίας που δημιουργεί δεν τη βαραίνει με περιττές λεπτομέρειες. Το έργο είναι υπόδειγμα ισορροπίας παρά το ότι υποστασιοποιεί ένα δύσκολο θέμα, τη σύγκρουση του δογματισμού με την ελεύθερη σκέψη.

Φιλοσοφικό και υπαρξιακό, λοιπόν, βαθιά ουμανιστικό, γεμάτο πνοή, ζεστή γραφή, το μυθιστόρημα της Γρίβα εξαίρει τη δύναμη του θάρρους και της γνώσης, το γυναικείο φύλο, που παρά τις αντιξοότητες δημιουργεί και πρωτοπορεί. Τετρακόσια χρόνια μετά τα θλιβερά γεγονότα της καταδίκης στην πυρά χιλιάδων γυναικών με το πρόσχημα της βλασφημίας, το καθημερινό δράμα εκατομμυρίων χωρίς δικαιώματα σύγχρονων γυναικών, θυμάτων βίας και κακοποίησης συζύγων και εραστών, είναι υπαρκτό. Μεταφέροντας τη μνήμη των γυναικών του παρελθόντος η Γρίβα αμφισβητεί τις κυρίαρχες αναπαραστάσεις και οικοδομεί κριτική όχι μόνο στην ανδροκρατούμενη μνήμη αλλά και στο παρόν του πολιτισμού. Πέρα από αριστοτεχνικό λογοτέχνημα το αλληγορικό της έργο εντάσσεται στο ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο της αποκατάστασης της θέσης των γυναικών στο ηθικό κάτοπτρο της οικουμένης.

Παίζοντας με το φως και τη σκιά, χρησιμοποιώντας την αγωνία, μια γλώσσα εκλεπτυσμένη και ποιητική, η Άννα Γρίβα δημιουργεί ένα υψηλής τέχνης έργο, ένα κέντημα αφηγηματικής έντασης και λυρισμού, οικονομίας και αρμονίας, που διαβάζεται απνευστί και σε δονεί.

Περισσοτερα αρθρα