Το Σε πλάγιο φωτισμό του Γιώργου Μαρκόπουλου (Κέδρος, 2025) είναι ένα σύνθετο και βαθιά βιωματικό βιβλίο, που κινείται με άνεση ανάμεσα στην ποίηση, την αυτοβιογραφική μνήμη και το δοκιμιακό σχόλιο. Δεν πρόκειται για μια απλή αναδρομή στο παρελθόν ούτε για μια συμβατική αυτοβιογραφία. Αντίθετα, συνιστά μια πράξη αυτοσυνειδησίας και διάσωσης: μια επίμονη προσπάθεια να περισωθούν στιγμές, πρόσωπα, εμπειρίες και λόγια που διαφορετικά θα χάνονταν στη φθορά του χρόνου.
Ο χρόνος στο βιβλίο δεν εξελίσσεται γραμμικά. Κυκλώνει, επιστρέφει, αναδιπλώνεται και φωτίζει τα περασμένα από μια ώριμη, συμφιλιωμένη απόσταση. Ο «πλάγιος φωτισμός» δεν λειτουργεί μόνο ως τίτλος, αλλά ως αισθητική και ηθική στάση: η αποφυγή της μετωπικής αφήγησης και της βαρύγδουπης εξομολόγησης, η επιλογή ενός λοξού βλέμματος που αφήνει χώρο στη σιωπή, στη σκιά και στη συγκίνηση. Είναι μια γραφή που δεν επιβάλλεται, αλλά υπαινίσσεται· δεν κραυγάζει, αλλά αντηχεί.
Το προλογικό σημείωμα του Γιώργου Μαρκόπουλου αποτελεί βασικό κλειδί ανάγνωσης για ολόκληρο το έργο και ταυτόχρονα μια λιτή, ποιητική εξομολόγηση. Ο συγγραφέας δεν επιδιώκει φιλολογικές διακηρύξεις ούτε θεωρητικές τοποθετήσεις. Μιλά με απλότητα και ταπεινότητα για μια πράξη διάσωσης: τη συγκέντρωση κειμένων «ιδιαιτέρως προσωπικών», σκόρπιων και «χρόνια χαμένων». Η γραφή προβάλλει ως ανάγκη, όχι ως φιλοδοξία.
Η μεταφορά του σβησμένου σπίρτου —μιας ζωής που θα μπορούσε να έχει καεί άσκοπα χωρίς να ανάψει τίποτα— αποτυπώνει με ακρίβεια την αγωνία του ποιητή να δικαιωθεί ο χρόνος μέσω της γραφής. Η ποίηση παρουσιάζεται ως η φωτιά που άναψε, όχι εκκωφαντικά, αλλά επαρκώς ώστε να δώσει νόημα στον χρόνο που πέρασε. Πρόκειται για μια σιωπηλή δήλωση πίστης στη γραφή ως πράξη νοήματος και αντίστασης στη φθορά.
Από τη «φωτογένεια της αθωότητας της παιδικής ηλικίας» έως το παρόν, συμπυκνώνεται η βαθύτερη πρόθεση του βιβλίου: όχι να αφηγηθεί μια ζωή με όρους αυτοδικαίωσης, αλλά να τη διασώσει ως μνήμη, ως καταφύγιο, ως τρυφερή και ευάλωτη προσφορά. Έτσι επιβεβαιώνεται ότι ο «πλάγιος φωτισμός» δεν είναι αισθητικό τέχνασμα, αλλά βαθιά ηθική στάση.
Το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο συνομιλούν οργανικά με το πνεύμα του βιβλίου. Η αστική σκηνή, οι άδειες καρέκλες, η γυναίκα που διαβάζει μόνη της, καθώς και τα αντικείμενα πάνω σε μια φωτισμένη επιφάνεια —ποτήρι νερό, σπίρτα, πακέτο τσιγάρα— αποπνέουν καθημερινή σιωπή και εσωτερικότητα. Το φως πέφτει λοξά, δημιουργώντας απαλές σκιές και δίνοντας υπόσταση στον χρόνο που περνά. Το νερό στο ποτήρι μοιάζει με τη μνήμη: καθαρή, αλλά ευαίσθητη στην παραμικρή κίνηση. Τα σπίρτα υποδηλώνουν τη στιγμιαία φλόγα, ενώ το πακέτο τσιγάρα παραπέμπει στη νυχτερινή, μοναχική πράξη της γραφής. Η σύνθεση δεν απεικονίζει απλώς αντικείμενα, αλλά μια ολόκληρη στάση ζωής.
Στην αρχή του βιβλίου περιλαμβάνονται ποιήματα του Μαρκόπουλου, γραμμένα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές (1970–1975), που συγκροτούν έναν πυκνό ποιητικό κόσμο. Κυρίαρχοι άξονες αναδεικνύονται η αγάπη ως βάθος και απειλή, ο έρωτας ως φευγαλέα εμπειρία και ο θάνατος ως μόνιμη σκιά της ύπαρξης. Στο ποίημα του 1970, η αγάπη παρομοιάζεται με πηγάδι και φαράγγι: εικόνες σκοτεινές, σχεδόν τρομακτικές. Δεν λειτουργεί παρηγορητικά, αλλά ως κίνδυνος. Οι γυναίκες και τα πουλιά, σύμβολα ελευθερίας και ευθραυστότητας, απομακρύνονται μπροστά στο μέγεθος και την ένταση του συναισθήματος.
Το ποίημα του 1974 (σ.13) για τους «έρωτες των τραίνων» αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της γραφής του Μαρκόπουλου. Πρόκειται για έρωτες στιγμιαίους, ανεκπλήρωτους, γεννημένους «στα μάτια μόνο» και καταδικασμένους να μείνουν στη μνήμη. Η επανάληψη λειτουργεί εμμονικά, σαν κύκλος σκέψης που δεν κλείνει ποτέ. Ο έρωτας συνδέεται άμεσα με τον θάνατο: είναι εμπειρία οριακή, έντονη αλλά σύντομη. Η ταύτιση του ποιήματος με σχοινί —εικόνα ωμή και βίαιη— υποδηλώνει ότι η ποίηση δεν είναι ασφαλές καταφύγιο, αλλά πράξη που μπορεί να σώσει ή να καταστρέψει.
Στα ποιήματα του 1975 (σσ.14,15), η γλώσσα αποκτά μεγαλύτερη λιτότητα και στοχαστικότητα. Η σιωπή, η πέτρα, τα μούσκλια και τα αγάλματα συγκροτούν ένα τοπίο ακινησίας και φθοράς. Ο θάνατος δεν εμφανίζεται πια ως αιφνίδιο γεγονός, αλλά ως αργή, φυσική διεργασία. Τα αγάλματα «πεθαίνουν λευκά», όπως οι ωραίοι άνθρωποι, και ο θάνατος τα «καταξιώνει» με λεπτότητα και ευγένεια. Η φράση «μην παίζεις με μαχαίρια και στρατιώτες» φέρνει σε σύγκρουση την παιδική αθωότητα με τη βία της ιστορίας και της εξουσίας, προσδίδοντας στην ποίηση σαφές ηθικό και πολιτικό βάθος.
Μέσα από αυτό το πλάγιο, χαμηλόφωνο φως, αναδύονται όχι μόνο τόποι και βιώματα, αλλά και μορφές του ελληνικού πνεύματος. Ο Μαρκόπουλος πρόλαβε να «δει τους ποιητές»: τη Γενιά του ’30, τους μεταπολεμικούς, τους συνοδοιπόρους της Γενιάς του ’70. Παράλληλα, μέσα στις σελίδες του ζωντανεύουν πρόσωπα από τα διάφορα πεδία της τέχνης και του πνευματικού κόσμου. Κανένας δεν εμφανίζεται ως απλό όνομα· όλοι συγκροτούν παλμό, ανασυρμένοι από τη μνήμη με στοργή, με απλότητα και τρυφερότητα, σαν να κατοικούν πλάγια στο φως που τους φωτίζει.
Κεντρικός άξονας του βιβλίου παραμένει η φιλία. Το Σε πλάγιο φωτισμό λειτουργεί ως προσκλητήριο απόντων: ανθρώπων που έφυγαν, αλλά συνεχίζουν να ζουν μέσα στη μνήμη και στη γλώσσα. Η φιλία αποδίδεται σχεδόν τελετουργικά, ως αντίσταση στη λήθη και στον χρόνο.
Το έργο διαπνέεται από μια βαθιά πολιτική διάσταση, όχι μέσα από την καταγγελία, αλλά ως στάση ζωής. Οι αναμνήσεις από τη δικτατορία, το Πολυτεχνείο και τη Μεταπολίτευση συναντούν τους μεταγενέστερους στοχασμούς, τις απογοητεύσεις και τις σιωπές, συνθέτοντας έναν χάρτη εμπειρίας όπου η συλλογική ελπίδα συχνά συγκρούεται με τις διαψεύσεις της. Ο Μαρκόπουλος κοιτάζει το παρελθόν με καθαρό βλέμμα, χωρίς εξιδανικεύσεις, αναδεικνύοντας την ένταση ανάμεσα στην πράξη και την προσδοκία.
Εμβληματικές ως προς τη λειτουργία της μνήμης είναι οι σελίδες 219–222, όπου η Μεσσήνη μετασχηματίζεται από τόπο καταγωγής σε εσωτερικό τοπίο. Η επιστροφή δεν είναι γεωγραφική, αλλά ψυχική και ποιητική: η μνήμη ανασυνθέτει αισθήσεις, ήχους και εικόνες, συγκροτώντας ένα μωσαϊκό παιδικών εμπειριών. Η παιδική ηλικία προβάλλει ως «μαγική», όχι λόγω υλικών αγαθών, αλλά χάρη στο νόημά της. Κι όμως, η μνήμη δεν λειτουργεί παρηγορητικά· μετατρέπεται σε επίγνωση απώλειας και φθοράς.
Ιδιαίτερη σημασία κατέχουν οι σελίδες (σσ.138,139) όπου ο Μαρκόπουλος επιχειρεί μια σπάνια, βαθιά προσωπική απολογία της γραφής του. Εκεί εξηγεί γιατί γράφει ποίηση: όχι για να υψωθεί, αλλά για να μετασχηματίσει τον κόσμο — τη χρυσαλλίδα σε πεταλούδα, την πίκρα σε «ασημόχαρτο σοκολάτας». Η αναφορά στο «καμπανάκι» που σημαίνει πότε ένα ποίημα τελειώνει και πότε ένας άνθρωπος οφείλει να αποχωρήσει αποδίδει με ακρίβεια το ήθος της γραφής του.
Η ποίηση δεν παρουσιάζεται ως ύψιστη τέχνη, αλλά ως άσκηση επιμονής και παιδικής πίστης, «ένας σωρός άμμου όπου τα αιώνια παιδιά βρίσκουν πολύτιμα πετράδια». Το κορυφαίο όμως στοιχείο αυτής της ποιητικής δήλωσης είναι η αναφορά στο «καμπανάκι» — εκείνη την εσωτερική, αλάνθαστη ειδοποίηση που σημαίνει πότε ένα ποίημα έχει τελειώσει, αλλά και πότε ένας άνθρωπος οφείλει να αποχωρήσει. Όπως από ένα γραφείο, από ένα σαλόνι ή «από την καρδιά μιας γυναίκας», έτσι και από την ίδια τη ζωή. Η ποίηση, για τον Μαρκόπουλο, δεν είναι κατάκτηση αλλά μέτρο· δεν είναι κατοχή, αλλά γνώση του πότε πρέπει να φύγεις. Και ακριβώς αυτή η επίγνωση καθιστά το Σε πλάγιο φωτισμό όχι απλώς βιβλίο μνήμης, αλλά βιβλίο ήθους.
Η ποίηση του Μαρκόπουλου, αλλά και άλλων σημαντικών δημιουργών, διατρέχει όλο το βιβλίο ως πράξη διάσωσης και μετασχηματισμού. Τα ποιήματα και οι στίχοι που παρεμβάλλονται δεν λειτουργούν ως επιδείξεις αναφοράς, αλλά ως ζωντανές μαρτυρίες μιας κοινής ποιητικής στάσης απέναντι στον χρόνο και τη φθορά. Μέσα από αυτό το λοξό, χαμηλόφωνο φως, ο/η αναγνώστης/-στρια βλέπει όχι μόνο τον ποιητή αλλά και τον δικό του κόσμο. Ταυτόχρονα, η σχέση του ποιητή με τις άλλες τέχνες αναδεικνύει τη συνθετικότητα της δημιουργίας του: τα κείμενα για τη ζωγραφική και τους εικαστικούς λειτουργούν ως ποιητικές ανταποκρίσεις, όπου ο λόγος συνομιλεί με το φως, το χρώμα και την ύλη· όπως και στην ποίηση, η παρατήρηση γίνεται «από πλάγια», αναζητώντας τη συγκίνηση και την εσωτερική αλήθεια.
Το βιβλίο ανοίγει και κλείνει με το ποίημα του Γιώργου Μαρκόπουλου, γραμμένο το 1968 (σ.11 & σ.222): Πέτρο με λένε. Ίδιο το όνομα του αποστόλου. / Εκείνος είχε παιδιά δύο. / Όμως εγώ παιδιά δεν θα κάνω. / Γιατί; Δεν ξέρω γιατί. Η δήλωση αυτή λειτουργεί τραγικά και κυκλικά, υπογραμμίζοντας τη ρήξη στη φυσική αλυσίδα της συνέχειας. Κι όμως, η ζωή δεν είναι στείρα: αν δεν μεταβιβάζεται αίμα, μεταβιβάζεται λόγος. Έτσι, το Σε πλάγιο φωτισμό μετατρέπεται σε έργο-κληροδότημα, μια ποιητική αυτοβιογραφία που υπερβαίνει το ατομικό και γίνεται συλλογική μαρτυρία, όπου η μνήμη και ο λόγος συνεχίζουν να συνομιλούν πέρα από το χρόνο.
Τελικά, το Σε πλάγιο φωτισμό είναι μια ποιητική αυτοβιογραφία που υπερβαίνει το ατομικό και μετατρέπεται σε συλλογική μαρτυρία. Από τη Μεσσήνη της παιδικής ηλικίας έως την Αθήνα της δικτατορίας, της πολιτικής εγρήγορσης, της τέχνης και των απωλειών, ο Μαρκόπουλος καταγράφει στιγμές, συναντήσεις και εμπειρίες με ευαισθησία και ένταση, χωρίς στόμφο ή εξιδανίκευση. Η λοξή του ματιά φωτίζει τον κόσμο και τη ζωή με διακριτικό φως, αφήνοντας τη μνήμη και τον χρόνο να συναντηθούν· ό,τι καταγράφει ανασαίνει πέρα από τον ίδιο, γίνεται ψίθυρος που ταξιδεύει μέσα στη συλλογική μας συνείδηση και λάμπει αθόρυβα απέναντι στη φθορά και τη λήθη.

