Το γλυκόπικρο άρωμα της ύπαρξης, άρωμα στους αιώνες (για το “Άρωμα Φουζέρ” της Γιούλης Χρονοπούλου, ISBN: 978-960-589-246-3)
Χαρά Νικολακοπούλου

«Το παλιό γαλλικό άρωμα, που στην πραγματικότητα ήταν αντρικό, η μητέρα της το ξεχώριζε και το αγαπούσε. Λάτρευε να το μυρίζει. Το σκόρπιζε στην ντουλάπα και στα συρτάρια τους, στα σεντόνια και στις πετσέτες, που ανάδιναν τόνους από λεβάντα, περγαμόντο και φασκόμηλο, δεντρολίβανο και μανταρίνι, σανταλόξυλο και κουμαρίνη, που μύριζε σαν φρεσκοκομμένο χόρτο. Ήταν μια δροσιστική μυρωδιά φρεσκάδας και αναζωογόνησης. Ήταν δείγμα αγάπης, έγνοιας και καθησυχασμού. Ήταν μια μητρική αγκαλιά πάντα παρούσα, ακόμα και όταν εκείνη έλειπε». (Άρωμα Φουζέρ, εκδόσεις Νήσος 2025)

Ένα μπουκέτο από διηγήματα που ανασκαλεύουν τρυφερά  τη μνήμη, αναμνήσεις που σμιλεύουν ευγενικά και τρυφερά τα χνάρια μια ζωής γλυκόπικρης, μεταπλάθονται  σε αξιανάγνωστη λογοτεχνία.

Γιατί τι άλλο από ένα βαθύ παράπονο αλλά και καημό μπορεί κανείς να νιώσει για τη στασιμότητα μιας ζωής που βλέπει τον κόσμο να περνά μπροστά από τα μάτια της, να περιηγείται , να ψάχνει προορισμούς, ενώ εκείνη ταξιδεύει μόνον νοερά τώρα πια, όπως χαρακτηριστικά αποτυπώνεται στο πρώτο διήγημα (Η Βαλίτσα). Η πολυταξιδεμένη βαλίτσα της στην οποία έχει αποθέσει τα όνειρα μιας ζωής 70 Μαΐων θα κάνει τον γύρο των ονείρων της ενώ η ηρωίδα θα παραμείνει αταξίδευτη και άτολμη. Ο αναγνώστης συχνά ταυτίζεται με την ηρωίδα κι εδώ βρίσκεται μία από τις αρετές αυτού του αξιαγάπητου βιβλίου: να ανακαλύπτεις με μεγάλη σου έκπληξη ότι η συγγραφέας μοιάζει να έχει γράψει για εσένα, ότι μικρά κομμάτια του εαυτού σου βρίσκονται διάσπαρτα στα 25 διηγήματα, τα οποία μπορώ να παραβάλω με ένα δέσμη από  ολάνθιστα λουλούδια που ευωδιάζουν ανθρωπιά και καλοσύνη.

Υπάρχει κάποιος  που να μην αναπόλησε με νοσταλγική οδύνη τα ανέμελα χρόνια και την οικογενειακή θαλπωρή; Το σπίτι μας, το παλιό μας σπίτι, εκεί που σταματά ο χρόνος και είναι ένα ιερό κειμήλιο ακόμα κι όταν έχει εξαλειφθεί η υλική του παρουσία, «μιλάει» στο διήγημα Αποχαιρετισμός.

Η συγγραφέας δεν υποκύπτει στον πειρασμό του εύκολου συναισθηματισμού παρόλο που τα θέματά της θα μπορούσαν να την παρασύρουν. Μοιάζει να κρατά γερά τα ηνία της συγκίνησης και της νοσταλγίας καθοδηγώντας τα με μαεστρία στην σκιαγράφηση αυτού που αποκαλώ η γλυκιά μελαγχολία της ύπαρξης.

Η ζωή που περνά και χάνεται, ο εσωτερικός αθέατος βίος πίσω από την πρόσοψη της καθημερινότητας. Και ο απολογισμός που είναι σχεδόν πάντα πικρός. «Αίφνης βρέθηκε μπροστά στο φάσμα του εαυτού του του ταπεινού εαυτού του, του τιποτένιου, του χάρτινου ρακοσυλλέκτη, ναι, αυτός ήταν χάρτινος, έτοιμος να σβηστεί  και να εξαφανιστεί ή να πεταχτεί και να περισυλλεγεί  από κάποιον ομότεχνό του, να συμπιεστεί στο εργοστάσιο της ανακύκλωσης και να περάσει για πάντα στη διάσταση του θανάτου και της οριστικής ανυπαρξίας.» (Η έκθεση)

Ένα άλλο σημαντικό επίτευγμα της συγγραφέως είναι η παντελής έλλειψη διδακτισμού και δασκαλίστικης φιλολογικής γλώσσας,  μια παγίδα την οποία κάποιοι φιλόλογοι δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν. Ακόμα και στο διήγημα «Η έκθεση», ένα από τα πιο όμορφα και συγκινητικά , στο οποίο γίνεται φανερή η αγάπη της συγγραφέως και η αφοσίωσή της στο εκπαιδευτικό λειτούργημα, αποδεικνύει πως στέκεται  γερά στα πόδια της,  αξιοποιώντας  το βιωματικό υλικό που της παρέχει απλόχερα η ιδιότητά της ως φιλολόγου και συμβούλου, με δεξιοτεχνία, ευαισθησία και ευθυκρισία.

Οι πρόσφυγες «πένητες και ανέστιοι» πώς θα ήταν δυνατόν να λείπουν από τη συγγραφική σκευή μίας εκπαιδευτικού; Είναι ο Σαϊντ από το Ιράν «οι αποσκευές του ελαφρές, πιο πολύ στίχους κουβαλούσε» κιθαρωδός και ποιητής που θα ήθελε να ζει σε έναν άλλον κόσμο, εκεί «όπου οι ευσεβείς πόθοι των μεγάλων ποιητών θα είναι πραγματικότητα/η αγάπη και η στοργή θα μεστώνουν σαν τα στάρια τα χρυσά».

Είναι ο Εντίπ, Κούρδος από την Τουρκία που ο πατέρας του τον ξυλοφορτώνει επειδή το παιδί αγαπά το σχολείο και δεν θέλει να το εγκαταλείψει.

Είναι ο Αμαντού που έφυγε κυνηγημένος από τον τόπο του για να σώσει τη ζωή του, άστεγος πρόσφυγας, εποχιακός εργάτης, παρόλο που στη χώρα του απολάμβανε προνομιούχα ζωή με την οικογένειά του.

Είναι ο Μπατού που είδε το αίμα της οικογένειάς του να σκεπάζει όλη τη ζωή και το μέλλον μέχρι που βρήκε φωλιά και καταφύγιο σε ένα Επαγγελματικό Λύκειο της Αθήνας.

Στα βουνά του Πακιστάν η αφήγηση γίνεται πραγματικά σκληρή, όπως είναι και η πραγματικότητα: πορεία ωρών με εξάντληση και βασανισμούς από τους Ταλιμπάν, όμηρος ο δυτικός αφηγητής που κρατείται για λύτρα. Ένα οδυνηρό μάθημα συγχώρεσης και βαθιάς ανθρωπιάς ξετυλίγεται στο τέλος.

Η προσφυγιά, η ενδοοικογενειακή βία, ο νεανικός έρωτας που έσβησε άδοξα, το εκπαιδευτικό λειτούργημα, η πικρή ζωή των παλιών, και όχι μόνον, γυναικών, συνθήκες ακατανόητες για εμάς σήμερα (Το διαζύγιο) είναι μερικά ακόμα από τα θέματά της.

Το άγγιγμα του μεταφυσικού προσδίδει μιαν άλλη διάσταση, πιο αυθάδικη και απείθαρχη μέσα στον κατά τα άλλα ρεαλιστικό περίγυρο των διηγημάτων ( Η γυναίκα με το τουρμπάνι).

Το Άρωμα Φουζέρ είναι ένα όμορφο βιβλίο. Διαβάστε το για πολλούς λόγους. Με τα 25 διηγήματά του που αποπνέουν εκείνον τον παράξενο πόνο τού να είσαι άνθρωπος, η συγγραφέας μοιράζει απλόχερα δώρα ευαισθησίας, ανθρωπιάς και ευγένειας.

Σημ. “Είναι τα αρώματα που περιέχουν κυρίως νότες γλυκιάς λεβάντας, βελανιδιάς και κουμαρίνης. Η οικογένεια των Fougere Φουζέρ αρωμάτων πήρε το όνομά της από το θρυλικό άρωμα Fougère Royale από το 1882, από τον αρωματοποιό Paul Parquet του οποίου η σύνθεση πολύ γρήγορα κέρδισε μεγάλη δημοτικότητα, και έδωσε μια νέα γραμμή σε ολόκληρη την οικογένεια των Fougere αρωμάτων .Σήμερα χρησιμοποιούνται και άλλα αρωματικά συστατικά στη δημιουργία Fougere αρωμάτων. Τα πιο συνηθισμένα είναι εσπεριδοειδή, βότανα, λουλούδια, πράσινες και ζωικές νότες,περγαμόντο, φασκόμηλο, βετιβέρ, γεράνι, δεντρολίβανο και πολλά άλλα πράσινα βότανα. Επίσης για να δώσουν επιπλέον βάθος στο άρωμα, χρησιμοποιούν ορισμένους τόνους ξύλου όπως σανταλόξυλο ή ξύλο Guaiac”. (To κείμενο αντλήθηκε από το διαδίκτυο)

Περισσοτερα αρθρα