«Σώμα σαν σπίτι» της Αθηνάς Αραπάκη (ISBN: 9786185928230)
Και σε αυτή την πιο πρόσφατη συλλογή της (εκδόσεις Θράκα, 2025), η Αθηνά Αραπάκη πραγματεύεται την εμπειρία και το τραύμα, με το σώμα πια να γίνεται τόπος εκδήλωσης και των δύο. Τα ποιήματά της διαπερνά η αίσθηση της ματαιότητας που διαποτίζει τους ανθρώπους της γενιάς της, των οποίων την πραγματικότητα ορίζει το γεγονός ότι τα χρήματα δεν φτάνουν, με αποτέλεσμα τα όνειρα να διαψεύδονται και να καταποντίζονται: «Τα όνειρα/ οι μισθοί/ και οι συνειδήσεις μας/ βουλιάζουν στη φρεσκοπλυμένη άσφαλτο» (ποίημα «Μεταξουργείο») ή «Ο φόβος/ και οι απλήρωτοι λογαριασμοί/ θα τρυπούν/ τα λουλούδια/ τα πεντάγραμμα/ και τα παιδιά μέσα μας» (ποίημα «Success story»).
Μέσα σε αυτή την αποκαρδιωτική συνθήκη, το μόνο αληθινό πράγμα που μπορεί κάποιος να βιώσει είναι ο έρωτας, η συντροφικότητα, η ασφάλεια που προσφέρει μια προσωπική σχέση. Φευ, κι αυτή ακόμα είναι απατηλή: «Οι άντρες με θέλουν […] Θέλουν την αλήθεια μου/ όταν δεν τους φέρνει σε αμηχανία,/ το χιούμορ μου/ όταν εκείνο δεν τους καπελώνει,/ τη δυνατότητα να μου εξηγούν τι νιώθω/ ή πώς πρέπει να αντιδρώ» (ποίημα «Οι άντρες με θέλουν») ή «Είμαι […] Αρκετά ενδιαφέρουσα/ ώστε ν’ αρέσω στους άντρες,/ αλλά πολύ ευάλωτη/ για να καταφέρουν να συνδεθούν πραγματικά μαζί μου» (ποίημα «Ετεροπροσδιορισμός»).
Η ματαιότητα που διαπερνά την τρυφερή σχέση δεν αναιρεί ωστόσο το διάστημα που αυτή παραμένει λειτουργική και ζωντανή, το οποίο είναι παραμυθητικό για την ύπαρξη: «Θέλω να κολυμπήσω σε μια θάλασσα,/ γυμνή,/ και να ‘χει/ τ’ όνομά σου» (ποίημα «Μικρό ερωτικό στον Κ.») ή «Να μπορώ να σ’ ανασαίνω/ να μπορείς να με αρθρώνεις/ και αυτά τα στάχυα/ να είναι πάντα χρυσά και απέραντα» (ποίημα «Μοιρασιά»).
Η συλλογή όμως δεν εξαντλείται στις οικονομικές δυσχέρειες των τριαντάρηδων ή τις ερωτικές σχέσεις, θίγει και πλειάδα άλλων θεμάτων, για παράδειγμα (α) την αλλοιωμένη, σχεδόν δυστοπική πραγματικότητα μιας μεγαλούπολης όπως η Αθήνα: «φοβάμαι την Ομόνοια τα βράδια […] Στον ελεύθερό μου χρόνο,/ συλλέγω πληγές:/ έναν άστεγο που πίνει νερό από τα σιντριβάνια της Αθήνας […] και τον εαυτό μου που γίνεται νευρικός/ κάθε φορά που μπαίνει ένας χρήστης/ στην κοινωνική κουζίνα» (ποίημα «Ελεύθερη συνεισφορά»), (β) την παθολογία της “αγίας” ελληνικής οικογένειας: «Στο οικογενειακό τραπέζι/ ο μπαμπάς τελειώνει το τρίτο μπουκάλι ουίσκι.// Κάπου στην κουζίνα/ η μαμά κλαίει στα κρυφά» (ποίημα «Αγία οικογένεια») ή «σκέφτομαι πράγματα επίπονα:/ έναν πατέρα να σκίζει με μανία χαρταετούς/ ανήμερα της Καθαράς Δευτέρας,/ δυο αδέρφια να κρύβονται/ κάτω απ’ το τραπέζι της κουζίνας φοβισμένα» (ποίημα «5 Μάη»), (γ) τη μοναξιά στο σύγχρονο ιδίως πλαίσιο μιας ζωής που υπερβαίνει τον ζώντα: «Τις προάλλες στο φροντιστήριο/ ένα αγόρι/ περίμενε τους γονείς του/ πέντε ολόκληρες ώρες […] Στάθηκε δίπλα στο στολισμένο δέντρο/ και το κοίταζε ώσπου/ έγινε παππούς/ στα ανοιχτά της Αμοργού/ εκείνος, τα ψάρια και το ραδιοφωνάκι του» (ποίημα «Ανάμεσα»), (δ) το κάθε λογής bullying: «Σε ένα σπίτι εξοχικό/ ένα κορίτσι/ υπολογίζει το άθροισμα/ του εαυτού της/ σε τραύματα.// Οι προσβολές για τα κιλά της/ ζυγίζουν λιγάκι περισσότερο/ από το σύνολο των φωτογραφιών/ μιας ευτυχισμένης τετραμελούς οικογένειας» (ποίημα «Υπενθύμιση»).
Αυτό πάντως που υπογραμμίζει κάθε συνθήκη, τις περισσότερες φορές, και άρα το διακύβευμα της ίδιας της ύπαρξης, είναι η αγάπη:
Που πάει να πει,
η αγάπη
ρωγμή στο χρόνο
έως ότου κουραστούν
να την κουβαλάνε
οι λέξεις.
(ποίημα «Καλλιδρομίου & Ζωοδόχου Πηγής, γωνία»)
Χριστίνα Λιναρδάκη
«Στάση Ποτάμι /|\ Κωνσταντία» της Σοφίας Γουργουλιάννη (ISBN: 9786185928452)
Από τις εκδόσεις Θράκα πάλι κυκλοφόρησαν, στην αρχή του τρέχοντος έτους, σε μία ενιαία έκδοση, τα δύο μικρά αυτά θεατρικά της Σοφίας Γουργουλιάννη που διαβάζονται και σαν διηγήματα, καθώς δεν περιέχουν θεατρικές οδηγίες ούτε διαλόγους και η μεταφορά τους στο θέατρο απαιτεί προσαρμογή (εκτός αν ίσως αντιμετωπιστούν σαν ξεχωριστοί μονόλογοι, ιδίως το πρώτο). Σαν διηγήματα τα αντιμετώπισα προσωπικά, μένοντας κυρίως στην ανατριχιαστική τους θεματολογία και στη συγκινητική της διαχείριση.
Πιο συγκεκριμένα, η «Στάση Ποτάμι» που είναι το πρώτο θεατρικό (και μάλιστα έχει ήδη ανεβεί σε διάφορες παραστάσεις στην Αθήνα) αφορά το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη και πραγματεύεται την απώλεια ενός θύματος από τρεις διαφορετικές πλευρές: της μητέρας της, του αγοριού της και της καλύτερης της φίλης. Το κορίτσι που ήταν θύμα του δυστυχήματος ανασυστήνεται όσο είναι εφικτό μέσα από τις επιμέρους αφηγήσεις που επιτρέπουν μια σαφή αίσθηση της αιθέριας ιδιοσυγκρασίας του, του αποτυπώματός του που –ως φαίνεται– δεν χάθηκε με τον θάνατό του, έμεινε μέσα στους ανθρώπους που το αγαπούσαν, όπως κανείς μας ποτέ δεν εξαφανίζεται με τον θάνατο αφού επιβιώνει σαν ανάμνηση μέσα στους άλλους. Ωστόσο η αδικία που διέπει τον θάνατο μιας τόσο νέας κοπέλας μετατρέπει την ανάμνηση σε τραύμα και πληγή για όλους.
Η χαροκαμένη μάνα που της λείπει το παιδί της όσο τίποτα στον κόσμο δίνει την αίσθηση της χαμένης: «Νομίζουν. Πως ίσως τα έχω λίγο χάσει. Πως ίσως σαν να λέμε. Την περιμένω να γυρίσει. Νομίζουν. Πως ίσως τ’ απογεύματα που κάθομαι στο μπαλκόνι όρθια και ψάχνω με το βλέμμα μου το ποτάμι. Περιμένω κάπου. Να φανεί». Έτσι μικροπερίοδος, ασθματικός είναι ο λόγος που χρησιμοποιεί η Γουργουλιάννη και που είναι κρίσιμος για το χτίσιμο της εκκωφαντικής ατμόσφαιρας του βιβλίου, η οποία ανασυγκροτεί τον πόνο που νιώθεται και που ουρλιάζει. Οι μικρές συνήθειες μάνας και κόρης, η εσωτερικοποίησή τους σαν αφοσίωση, η μητρική αγάπη σαν υλικότητα που μένει ενεή, χωρίς σημείο αναφοράς μετά τον θάνατο της κόρης, συνιστούν σπαρακτικά υλικά που μετατρέπουν τον πόνο σε κάτι απτό, κάτι που μπορεί να ψηλαφηθεί. Η οπτική του αγοριού της, που ακολουθεί, μετατρέπει το κορίτσι σε μια φασματική παρουσία που κάνει την εμφάνισή της κυρίως στα όνειρα του αγοριού και το στοιχειώνει. Τέλος, η οπτική της καλύτερης φίλης («Είσαι η καλύτερή μου φίλη, σημαίνει μια τομή εμφανίστηκε στη γη και έπεσα μέσα με το κούτελο βαθιά») που δεν αντέχει να αντιμετωπίσει τον θάνατο του κοριτσιού ούτε το γεγονός της βαρυπενθούσας μάνας του, δείχνει ανάγλυφα την αναπόφευκτη αποσύνδεση από την πραγματικότητα μετά από ένα τέτοιο γεγονός θανάτου το οποίο διαταράσσει ανεπανόρθωτα το συνεχές της κανονικότητας.
Το δεύτερο κείμενο/θεατρικό είναι η «Κωνσταντία», ένα κορίτσι που έλκεται τόσο από κορίτσια όσο και από αγόρια και που είναι πλήρως συμφιλιωμένο με αυτή της την πραγματικότητα. Στην τέταρτη σκηνή, σε κάτι που θυμίζει installation, φτιάχνει από χώμα μια πληθώρα από γυναικεία βυζιά και ξαπλώνει ανάμεσά τους – κατόπιν «θυμάμαι μόνο να αγγίζω ένα. Ένα χωμάτινο βυζί. Να αρπάζω. Λίγο. Λίγο Χώμα. Και μετά. Αμέσως μετά. Κι αμέσως ξαφνικά. Θυμάμαι. Να βυθίζω βαθιά το χέρι μου αργά μέσα του. Γέμισα και τις δύο παλάμες μου. Χωμάτινη σάρκα. Βυζιού. Το έτριψα μετά ανάμεσα στα πόδια μου. Το έχωσα μετά μέσα μου. Θυμάμαι τον ήχο του να τρίβεται ανάμεσα στα δάχτυλά μου την ώρα που αυτά βρέθηκαν για πρώτη φορά μέσα μου». Η ιστορία της παρουσιάζεται μέσα από τροπισμούς και πολλαπλότητες που αντιστέκονται σθεναρά στο ενδεχόμενο μιας γραμμικής αφήγησης με το αναμενόμενο νόημα και ειρμό. Παρουσιάζονται, αντίθετα, εναλλακτικές πραγματικότητες – ή μήπως ονειρικές επιδιώξεις; Άγνωστο. Η Ντίνα από το Κωνσταντία και όχι το Κωνσταντίνα εμφανίζεται να αγαπά πότε γυναίκες πότε άντρες, πότε να έχει μία κόρη, πότε δίδυμους γιους, πότε να είναι γιαγιά μιας εγγονής πότε δύο εγγονών. Η μητρότητα όσο την αφορά μοιάζει να υλοποιείται αλλά να μην καταρρέει ποτέ σε ένα στέρεο σχήμα, όπως ακριβώς ούτε το φύλο διαφαίνεται σαν κάτι στέρεο, αλλά περισσότερο σαν διαρκές αντικείμενο φυσικής κατά τα λοιπά διαπραγμάτευσης. Η εναλλαγή των διαφορετικών πραγματικοτήτων θέτει εν αμφιβόλω κάθε βεβαιότητα εξωτερικού προσδιορισμού και στρέφει υποχρεωτικά την προσοχή στον πυρήνα του ατόμου που αφηγείται και που ταυτίζεται με την πρωταγωνίστρια. Ώσπου ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι ακόμη και αυτός ο πυρήνας είναι ρευστός και ρέων, η διαρκής και γοητευτική τροπικότητα μιας διευρυμένης συνείδησης. Όπως θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι όλων μας, αν ζούσαμε σε έναν διαφορετικό κόσμο που θα το άντεχε.
Χριστίνα Λιναρδάκη
*
“Νέος τόπος” της Νίκης Κωνσταντοπούλου (ISBN: 9786182313626)
Στην ενδοχώρα της μνήμης – Στην ποιητική συλλογή Νέος τόπος (εκδόσεις Βακχικόν, 2026), η Νίκη Κωνσταντοπούλου μέσα από 23 ελευθερόστιχα ποιήματα προσεγγίζει την ανθρώπινη εμπειρία με άξονες τη μνήμη, την απουσία, τη συναισθηματική ευαλωτότητα και την αναζήτηση μιας προσωπικής εστίας. Ο τόπος, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος, δεν περιορίζεται σε μια γεωγραφική πραγματικότητα, αλλά μετασχηματίζεται σε εσωτερικό χώρο, στον οποίο η απώλεια, οι δεσμοί με τους άλλους και η αναμέτρηση με τον εαυτό αποκτούν ποιητική υπόσταση.
Η γραφή της Νίκης Κωνσταντοπούλου διακρίνεται για τη λιτότητα και την αφηγηματική αμεσότητά της. Στο ποίημα «Ο φίλος» (σ. 7), μια φαινομενικά ασήμαντη συνάντηση στην παραλία μετατρέπεται σε αφορμή ηθικού προβληματισμού. Η άγνωστη παρουσία του άλλου προκαλεί το ενδιαφέρον, αλλά και την αμηχανία απέναντι στην ευθύνη που ενδέχεται να γεννήσει η συναισθηματική εγγύτητα. Οι στίχοι «Καλύτερα, πριν δεθώ και νιώσω / οποιαδήποτε ευθύνη» αποκαλύπτουν την εσωτερική αντίφαση ανάμεσα στην επιθυμία της προσέγγισης και στον φόβο της δέσμευσης. Η εξαφάνιση του προσώπου, ωστόσο, ανατρέπει την αρχική επιφυλακτικότητα γιατί εκείνο που θα μπορούσε να γίνει δεσμός μετατρέπεται σε επίμονη σκέψη και απουσία.
Η απώλεια αποκτά εντονότερη συναισθηματική φόρτιση στα ποιήματα «[Δεν μπόρεσα]» (σ. 14) και «[Αύγουστος]» (σ. 19). Στο πρώτο, η αδυναμία του ποιητικού υποκειμένου να γράψει ένα ποίημα για ένα αγαπημένο πρόσωπο συνδέεται με την αδυναμία αποδέσμευσης από αυτό, καθώς η ποίηση προβάλλεται ως ενδεχόμενη λυτρωτική πράξη, χωρίς, ωστόσο, να εξασφαλίζει την υπέρβαση του βιώματος. Αντίστοιχα, ο μήνας Αύγουστος, απογυμνωμένος από τη συμβατική του σύνδεση με την ανεμελιά, γίνεται «ο μήνας της απώλειας», «ο μήνας της στάχτης». Στο ποίημα «Η άνοιξη» (σ. 18), προσωποποιείται ως «μια άγρια πεταλούδα», απρόβλεπτη και ελεύθερη, που αφήνει πίσω της τα χρώματα. Ανάμεσα στις δύο εποχές διαγράφεται η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στη φθορά και στην ανανέωση.
Ιδιαίτερη θέση στη συλλογή κατέχει η σχέση του ανθρώπου με τον τόπο. Στο «Αιτωλικό» (σ. 13), η ουσιαστική γνωριμία με έναν χώρο προϋποθέτει την υπέρβαση της βιασύνης και της επιφανειακής περιήγησης. Τα διαβρωμένα κτίρια, η άγρια βλάστηση, τα νερά και τα πέτρινα σπίτια συγκροτούν μια ιδιαίτερη αισθητηριακή εμπειρία, ενώ η αναφορά στο μουσείο της Βάσως Κατράκη αναδεικνύει τη σημασία της τέχνης ως δυνατότητας βαθύτερης κατανόησης του τόπου. Στο ποίημα «Η Πόλη μου» (σ. 24) η πόλη αποκτά ανθρώπινη υπόσταση: «Θυμάται και ξεχνάει την κάθε μέρα», ένας στίχος, μια εικόνα που παραπέμπει στον καβαφικό στίχο «Η πόλις θα σε ακολουθεί», καθώς και στις δύο ποιητικές η πόλη συνδέεται με την εσωτερική ζωή.
Στη «Ρακοσυλλέκτρια» (σ. 25), η διογκωμένη καρδιά της φίλης αποκτά συμβολική διάσταση. Τα «ηθικά» ράκη, όσα φθείρονται επάνω στον άνθρωπο, γίνονται υλικό μιας ιδιότυπης συλλογής. Η μεγαλοκαρδία δεν παρουσιάζεται ως αφηρημένη αρετή, αλλά ως δύναμη που συνδέεται με την αποδοχή και τη συγκέντρωση των θραυσμάτων της ανθρώπινης εμπειρίας.
Η συλλογή ολοκληρώνει συμβολικά την πορεία της με την αναζήτηση ενός νέου προσωπικού προσανατολισμού: «Γίνομαι ο ισημερινός μου» (σ. 29). Ο εαυτός μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς και ο νέος τόπος σε δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού. Έτσι, η ποιητική διαδρομή της Νίκης Κωνσταντοπούλου δεν καταλήγει στην οριστική υπέρβαση της απώλειας, αλλά στην αναγνώριση της δύναμης που γεννιέται μέσα από αυτήν. Ο Νέος τόπος αναδεικνύεται, τελικά, σε μια εσωτερική γεωγραφία, όπου η ευαλωτότητα, η μνήμη και η επιθυμία για ζωή συνυπάρχουν, αναζητώντας τις λέξεις που θα τους δώσουν χώρο και προοπτική.
Νίκη Μισαηλίδη

