“Ουδέν μένει” του Γιάννη Πανουτσόπουλου
Στο «Ουδέν μένει» (εκδόσεις Τύρφη, 2024, ISBN: 9786185540388), ο Γιάννης Πανουτσόπουλος παραδίδει μια συλλογή 37 διηγημάτων, στα οποία η συναισθηματική ένταση συναντά την αμεσότητα της εξομολόγησης και τη γλυκόπικρη ειρωνεία. Με τη λιτότητα του λόγου και το σαρκαστικό χιούμορ, ο συγγραφέας αναδεικνύει τις πιο σκοτεινές πτυχές της καθημερινότητας και της ανθρώπινης ψυχής. Ο λόγος του είναι σπασμένος, κοφτός, γεμάτος θραύσματα από τη σύγχρονη πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα η γραφή του διαπνέεται από μια ποιητική διάθεση, που συχνά προσδίδει στην αφήγηση μια γλυκιά, σχεδόν νοσταλγική ατμόσφαιρα.
Αναγνωρίσιμος για τις επιρροές του από τον Raymond Carver και τον Sam Shepard, ο Πανουτσόπουλος ισορροπεί ανάμεσα στο βρώμικο ρεαλισμό και την υπαρξιακή αναζήτηση, δημιουργώντας κείμενα που αιχμαλωτίζουν τον αναγνώστη όχι μόνο με την ωμότητά τους, αλλά και με την αιχμηρή διάθεση για αυτοσαρκασμό και χιούμορ. Τα διηγήματά του, σύντομα και δυναμικά, φέρνουν στην επιφάνεια τις αντιφάσεις του ανθρώπινου ψυχισμού και την αβεβαιότητα των σχέσεων, όλα σε έναν κόσμο γεμάτο αδιέξοδα και απογοητεύσεις.
Δείγμα γραφής από το διήγημα «Διώνη» (σελ. 54): «Εμείς τα ρομπότ ξέρουμε πόσο πρέπει να αγγίξουμε έναν άνθρωπο και με πόση ένταση να τον χαϊδέψουμε, ώστε να είναι σίγουρος για το αν τον ποθούμε ή αν θέλουμε μόνο μια αγκαλιά… Καμία ανθρώπινη επίγνωση θανάτου δεν μπορεί να συγκριθεί με την ευθύνη της αθανασίας.»
Ο σαρκασμός και το χιούμορ προσφέρουν έναν επιπλέον στρώμα στην ανάγνωση, αναδεικνύοντας την ειρωνεία και τις αντιφάσεις του ανθρώπινου ψυχισμού. Τα διηγήματα του Πανουτσόπουλου είναι μια σπάνια ισορροπία ανάμεσα στον πόνο και την αποδοχή, την ειρωνεία και τη συναισθηματική ένταση. Το «Ουδέν μένει» είναι μια συλλογή που καταγράφει τις απογοητεύσεις και τις αμφιβολίες του σύγχρονου ανθρώπου με έναν τρόπο τόσο ωμό και συνάμα γεμάτο φως και χιούμορ, αφήνοντας την αίσθηση ότι, παρά την προσωρινότητα και τη ματαιότητα, τίποτα δεν φεύγει στ’ αλήθεια.
Αθανασία Δρακοπούλου
«Πόλη που ράγισε» του Παναγιώτη Νικολαΐδη
Η Κύπρος, πάντα η Κύπρος. Μα τώρα να, η Λευκωσία. Η «αγαπημένη» του βιβλίου (εκδόσεις Σμίλη, 2024, ISBN: 9786182110621), στην οποία ολοένα απευθύνεται ο ποιητής, «μια πόλη που ράγισε». Όταν γράφει στα κυπριακά, η πένα του Νικολαΐδη γίνεται ρίγος, όταν γράφει στα ελληνικά γίνεται μαχαίρι κοφτερό. «Η Λευκωσία έχει δύο όψεις», λέει, «όπως η έρημος/ είναι η άλλη όψη της θάλασσας» (ποίημα «Σπασμένο στέρνο»). Και στη «Νεκρή ζώνη» μιλά για το ράγισμά της, για τα σπασμένα της κομμάτια που συνθέτουν το οδυνηρό υπόβαθρο μιας ζωής που αναγκαστικά συνεχίζεται:
Η Λευκωσία μου
δεν είναι αυτό που βλέπεις.
Είναι μια πόλη που ράγισε.
Το λέει και στο ποίημα με τίτλο «Πατούσα μες στη γλώσσα μου»: «η Λευκωσία μας/ έγινε δκυο κομμάθκια/ κολλημένα σ’ ένα ποίημα». Και «μέσα στο ποίημα/ λειτουργεί μια άλλη βαρύτητα» (ποίημα «Σε μια μπιραρία»). Είναι μια βαρύτητα που, παρ’ ότι άλλη, είναι πάντως και κανονική γιατί, όταν ο ποιητής πίνει «μια τελευταία/ παγωμένη μπίρα» και γράφει, «…το μεθυσμένο ποίημα […] είναι το κέρμα/ που γλιστρά αθόρυβα/ σαν φως/ μέσα στην ανοιχτή σχισμή/ του χρόνου» (ποίημα «Το κέρμα»).
Αυτή η τόσο αγαπημένη πόλη, η Λευκωσία «είναι/ μια πανέμορφη γυναίκα […] Τις νύχτες/ ψιθυρίζει σαν κοχύλι/ τον μακρινό ήχο της θάλασσας». Οι ψιθυρισμοί της μιλούν για το παρελθόν, τότε που «ήτουν ο κόσμος κόμα ακομμάθκιαστος» (ποίημα «Τα παπούτσια της μάππας»), τότε που ήταν ακόμη ολόκληρη και ελεύθερη. Μα πλέον είναι μισή, σπαραγμένη, γεμάτη πληγές: «Κάθε πρωί/ βάζω τσιρότα σ’ όλες τις λέξεις/ κι όμως το βράδυ/ το αίμα τρέχει πάλι ποτάμι/ πλάι στο τελευταίο φυλάκιο./ Ό,τι κι αν κάνω, αγαπημένη,/ το αίμα τρέχει/ καλύπτει τους δρόμους/ τις λεωφόρους/ γεμίζει σπίτια/ ποτίζει δέντρα/ καθοδηγεί το χέρι μου».
Το αίμα που τρέχει και πλημμυρίζει τα πάντα είναι ο βαθύς πόνος για τη διχοτόμηση, είναι η απώλεια που βιώνεται σαν ακρωτηριασμός, η αίσθηση της βεβήλωσης από τον καταπατητή – όλα όσα διαπερνούν τους κατοίκους της πόλης. Και, στις 20 του Ιούλη κάθε χρόνου, στις 5.30 το πρωί, την ώρα ακριβώς που άρχισε η τούρκικη εισβολή, ηχούν οι σειρήνες:
ράβκουν βαθκιά
τες πρώτες μνήμες με τα σώματα
για να ‘ρτουν ούλλοι […]
να πιουν καφέν
με την μανούλλαν τους […]
τζαι να φιλήσουν λλίον
τα μωρούθκια τους
σαν περασμένοι
που χοντρήν βελόναν.
Ύστερις
μ’ έναν κλωνάριν ήλιον
μες στο σέριν
στρέφουνται ξανά
τζι ένας ένας
σεπάζεται μόνος του
με χώμαν.
Νεκροζώντανοι ζουν οι κάτοικοι της Λευκωσίας, ιδίως κατά τη θλιβερή επέτειο της τουρκικής εισβολής και πώς αλλιώς. Η διχοτόμηση, η διαρκής παρουσία του ξένου και η αδικία τους ξεπερνούν. Και εντέλει τους ραγίζουν, κάνοντάς τους ομοιώματα της αγαπημένης πόλης τους:
Αγαπημένη,
όταν μ’ αγγίζεις
αισθάνομαι την αιχμή
στη λέξη λόγχη.
Είσαι ο ραγισμένος στίχος
στην άκρη της πένας μου.
(ποίημα «Πλατεία Ελευθερίας»)
«Τ’ ανοξείδωτα χάικου» του Νίκου Μυλόπουλου
Δύο εντελώς διακριτές (και ανάποδα τυπωμένες) ενότητες με χάικου και αντίστοιχα εξώφυλλα περιέχει η συλλογή αυτή του Νίκου Μυλόπουλου (εκδόσεις Παρέμβαση, 2023, ISBN: 9786185816032), που προλογίζει ο Γιώργος Ρούσκας. Πρόκειται για έναν άκρως εμπνευσμένο πρόλογο που πραγματεύεται τη φύση του χάικου («το χάικου φέρει τη δυναμική δυνατότητα μίας ακαριαίας επαφής με το φως (έκλαμψη, satori), μέσα από την οποία ανοίγουν αυτόματα ο νους και οι αισθήσεις […] με αποτέλεσμα να μεταφέρεσαι εκτός του ορατού πεδίου, στιγμιαία χωρίς να υπάρχει αίσθηση του χρόνου») αλλά και τον λόγο για τον οποίο τα χάικου του βιβλίου χαρακτηρίζονται ανοξείδωτα: «Για να συντελεστεί οξείδωση (σκουριά, φθορά) απαιτείται οξυγόνο. Τα χάικου όχι μόνο δεν φθείρονται από το οξυγόνο, αλλά τρέφονται από την ανάσα, δυναμώνουν καθώς βγαίνουν στον αέρα. Όταν εκφέρονται, διαχέονται και ριζώνουν. Είναι ανοξείδωτα…».
Στην ενότητα «Μασώντας πέτρες» τα χάικου αναφέρονται σε όσα αξίζουν στη ζωή, δηλαδή στην αγάπη («Αγγίζεις ψυχή/ Κι η αγάπη φωτίζει/ Τα σκοτάδια μου»), και όσα καταργούν τον χρόνο («Ανταμώνουμε/ Στη στροφή του ονείρου/ Κι ο χρόνος τρέμει»), στο παρελθόν που ενίοτε έχει παραμυθητική επίδραση («Παιδικά χρόνια/ Αλκυονίδες μέρες/ Του χειμώνα μας»), άλλες φορές όμως επιβαρυντική («Πίνω θάλασσες/ Καράβια κουρασμένα/ Τα ταξίδια μου»), την αβεβαιότητα της ηλικίας καθώς προχωρά («Ο χρόνος σκιά/ Πίσω από την πόρτα/ Να μπω διστάζω»). Δεν λείπουν σκέψεις για τη φύση της ζωής («Πόσο σύντομη/ Της αστραπής η λάμψη./ Ζωή θυμίζει») και για την ποίηση («Δημόσιο κτήμα/ Των ποιητών οι σκέψεις/ Τίτλοι άυλοι»).
Η ενότητα «Γεωτρύπανα χαράς», πάλι, είναι αμιγώς ερωτική, ενίοτε τολμηρή. Ενθουσιώδης, μαρτυρεί τη χαρά της ζωής που σημαίνει ο έρωτας («Σταγόνες ζωής/ Τα φιλιά μας δροσίζουν/ Τις αμμοθίνες») και μιλά για την ευεξία που φέρνει σε όλα τα επίπεδα («Μες στων ματιών σου/ Τις θάλασσες πνίγονται/ Οι θλίψεις όλες» ή «Για να προλάβω/ Της ζωής την άρνηση/ Το φως σου ήπια»). Υμνεί το ερωτικό σώμα, χωρίς να το ανάγει σε αντικείμενο, σχεδόν με δέος: «Άνθη ιβίσκου/ Σαν χείλη φλογισμένα/ Φωτιές ανάβουν» ή «Λιωμένοι ήλιοι/ Λάβα που εκρήγνυται/ Ο έρωτάς σου». Ας δούμε λίγα χάικου ακόμη από αυτή την ενότητα:
Μονοσύλλαβα
Ποιήματα αγάπης
Οι ανάσες σου.
*
Ο έρωτάς σου
Λέξεις ανθοστόλιστες
Χίλιες σιωπές.
*
Πόσο εύθραυστη
Στην αγκαλιά μου μέσα
Η ανάσα σου.
*
Ουράνιο τόξο
Της ματιάς σου η σιωπή
Τα λέει όλα.
*
Σταγόνες ζωής
Τα φιλιά μας δροσίζουν
Τις αμμοθίνες.
Χριστίνα Λιναρδάκη


