Τα σφηνάκια του Φλεβάρη τον Μάρτη: “Επιγράμματα” του Μαρτιάλη και η ανθολογία ποιημάτων “24”
Χριστίνα Λιναρδάκη

«Επιγράμματα» του Μάρκου Βαλέριου Μαρτιάλη σε μετάφραση της Καίτης Βασιλάκου

Τα λίγα λατινικά κείμενα με τα οποία έχω έρθει σε επαφή πάντα με εξέπλητταν με τη ζωντάνια και τη θεματική τους ευρύτητα. Το καλαίσθητο βιβλίο των εκδόσεων Απόπειρα (2024) με τη νέα μετάφραση των επιγραμμάτων του Μαρτιάλη δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά μάλλον υπενθύμιση του εξαιρετικού χαρακτήρα της λατινικής λογοτεχνίας. Απολαυστικό στην ανάγνωση ακόμα και στην εποχή μας, μολονότι γράφτηκε τον 1ο αιώνα μ.Χ., περιέχει επιγράμματα, δηλαδή πολύ σύντομα παιγνιώδη κείμενα με απεύθυνση προσωπική, τα οποία ο Μαρτιάλης μπολιάζει με το καυστικό του χιούμορ, την κριτική του διάθεση και τη σκωπτικότητα που τον διακρίνει. Το αποτέλεσμα είναι ανάλογο με αυτό της σημερινής επιθεώρησης στο θέατρο, έτσι όπως αναφέρεται ονομαστικά σε πρόσωπα, καυτηριάζοντας και σατιρίζοντάς τα. Το πνεύμα των επιγραμμάτων αποκαλύπτει ο Μαρτάλης, από την αντίστροφη, στο επίγραμμά του VII.25 προς κάποιον άλλον επιγραμματογράφο:

Μα τι γλυκά επιγράμματα που γράφεις πάντα
φτιασιδωμένα και λευκότερα από την επιδερμίδα!
Ούτε ένας κόκκος αλατιού,
ούτε σταγόνα λίγης πικρής χολής δεν έχουν,
ανόητε, που όμως θες να σε διαβάζουν!
Κανένα φαγητό δεν είναι νόστιμο,
αν δεν μας ξεγελά με τσίμπημα ξιδιού
ούτε κανένα πρόσωπο έχει χάρη,
αν δεν χαμογελά
Μήλα γλυκά, χαζόσυκα να δίνουν στα παιδιά.
Γιατί για μένα τα χιώτικα έχουν γεύση

που ξέρουν να κεντούν τη γλώσσα.

Οι αφηγήσεις του «μεταφέρουν τον αναγνώστη στη Ρώμη της εποχής του, μια πολύβουη μητρόπολη, στην οποία συμβαίνουν τα πάντα, και την οποία ο ποιητής αγαπάει αλλά, ταυτοχρόνως και όχι σπάνια, σατιρίζει και γελοιογραφεί», όπως σημειώνει στην εισαγωγή ο Γιώργος Πρέκας, Δρ. λατινικής φιλολογίας, ο οποίος σημειώνει επίσης για τη μετάφραση της Καίτης Βασιλάκου πως «η απόδοση στα ελληνικά είναι […] αληθινή απέναντι στο πνεύμα του Μαρτιάλη, αποδίδοντας επιτυχώς το βιτριολικό του χιούμορ, τη δηκτική κριτική και την τολμηρή του έκφραση».

Αντικριστά με το λατινικό πρωτότυπο στην αριστερή σελίδα, τα ελληνικά επιγράμματα της δεξιάς έρχονται από το μακρινό παρελθόν να μας μιλήσουν σήμερα για ζητήματα σοβαρά, όπως την αδυναμία να ελέγξεις το τι θα γίνει στο μέλλον («Για πες μου, το αύριο αυτό/ πόσο μπορείς να το αγοράσεις;/ Αύριο θα ζεις;/ Και σήμερα που ζεις αργά είναι, Πόστουμε./ Καλά το ξέρει, Πόστουμε, εκείνος που έχει ζήσει θες» (V.58) ή αστεία όπως τις περιπέτειες μιας περιπλανώμενης τούφας πάνω στη φαλάκρα μια μέρα με άνεμο («Μαζεύεις από δω και από κει,/ Μαρίνε, από τους τριχωτούς κροτάφους σου/ το αραιό μαλλί σου/ και την πλατιά σκεπάζεις πεδιάδα/ της λαμπερής φαλάκρας σου./ Αλλά με απόφαση του ανέμου/ κουνιέται και ξαναγυρίζει αυτό/ κι αφήνει το κεφάλι σου γυμνό/ κι εδώ κι εκεί το στεφανώνει/ με τούφες μεγαλόπρεπες»).

Δεν λείπουν τα επιγράμματα για την έπαρση που γεννά η τέχνη της συγγραφής, όπως τα IV.41 («Γιατί, άμα είναι να απαγγείλεις,/ τυλίγεις το φουλάρι στον λαιμό σου;/ Αυτό ταιριάζει πιο πολύ στ’ αυτιά μας»), V.73 («Θόδωρε, αναρωτιέσαι,/ γιατί δεν σου χαρίζω τα βιβλία μου,/ αν και συνέχεια παρακαλείς και το απαιτείς./ Υπάρχει λόγος σοβαρός:/ για να μη μου χαρίσεις τα δικά σου») ή ΙΧ.81 («Αρέσουν, Αύλε, τα βιβλία μου σε αναγνώστες και σε ακροατές,/ αλλά είναι κάποιος ποιητής που αρνείται την αξία τους./ Καθόλου δεν με νοιάζει. Γιατί τα φαγητά στα δείπνα μου/ θέλω να αρέσουν στους συνδαιτυμόνες μου, όχι στους μάγειρές μου»).

Συγκινητικότερο ωστόσο βρήκα το επίγραμμα που αποτελεί εγκάρδια απεύθυνση προς τον αναγνώστη, στον οποίο ο Μαρτιάλης μιλά προσωπικά, ευχαριστώντας τον που τον διαβάζει:

Εδώ είναι εκείνος που διαβάζεις,
εκείνος που ζητάς, ο Μαρτιάλης,
γνωστός σ’ όλο τον κόσμο
για τα βιβλία του με τα έξυπνα επιγράμματα:
σ’ αυτόν εσύ, πρόθυμε αναγνώστη,
την τιμή που έδωσες,
όσο ακόμα ζει και νιώθει,
λίγοι ποιητές την έχουν αποχτήσει

μετά τον θάνατό τους.

 

«24» ανθολογία των Αναστασίας Γκίτση και Αγγελικής Λάλου

Είκοσι τέσσερις είναι οι ώρες της ημέρας, τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου, τα καράτια του καθαρού χρυσού, οι ραβδώσεις του ιωνικού κίονα, οι ραψωδίες των ομηρικών επών. Με τον συμβολικό αυτόν αριθμό επιγράφεται η ανθολογία των εκδόσεων Intellectum που κυκλοφόρησε (πότε άλλοτε;) το 2024 και ανθολογεί από ένα ποίημα (όχι 24 αλλά) 58 ποιητών. Ορισμένα μάλιστα από αυτά έχουν τον αριθμό 24 στον τίτλο τους, ενώ κάποια (μάλλον από αντίδραση) έχουν τον αριθμό 25! Ξεκινώντας από το χαϊκού του Γιώργου Βέη:

Μετράς τα μίλια
είκοσι τέσσερα, ναι

ως την άνοιξη

Και συνεχίζοντας με εκείνο του Βασίλη Ζηλάκου:

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ‘24

Στο γύρισμα του δρόμου
Το σκοτεινό αγόρι

Φόρεσε την πανοπλία του ήλιου.

Θα σταθούμε πιο συγκεκριμένα σε μερικά ποιήματα και στίχους, κατά αλφαβητική σειρά των ποιητών, όπως εμφανίζονται στην ανθολογία:

Στο «Γενέθλιος ημέρα» της Σόνιας Ζαχαράτου που περιγράφει τον βιασμό ενός νεαρού κοριτσιού: «Σπονδή σε τούτο το βράδυ […]/ η 24η, μηνός Φεβρουαρίου,/ μνημονεύεις/ γιορντάνια καλοτυχιάς/ που τώρα, θρύμματα, λάσπη».

Στην «Αριθμολογία» της Λένας Καλλέργη που μιλά για το τραύμα του ποιητικού υποκειμένου στην ηλικία των 24 ετών: «Αν είχα μια ώρα ακόμα/ έναν καινούριο συνδυασμό/ γραμμάτων, έναν κωδικό/ πέρα απ’ αυτόν τον χρόνο/ θα μάντευα στο παρελθόν/ μια ηλικία απροσμέτρητη».

Στην «Αλλαγή» του Σωκράτη Καμπουρόπουλου που αναφέρει το χρονικό μιας γνωριμίας: «η χρονιά που γνωριστήκαμε ήταν διπλή/ κάθε μήνας μετρούσε για δύο: 12/ για είκοσι τέσσερις».

Στις «Πέντε νύχτες πριν τα είκοσι πέντε» της Δώρας Κασκάλη που περιγράφει τη φρίκη της καθημερινής ρουτίνας στην οποία καταδικάστηκε ένας νεαρός στα 24 του: «Κάπως έτσι το τραγικό να ερμηνεύει,/ με τα πολύτιμα Ζάναξ του να ζει/ και το “24” που από τρυφερό έγινε ο φονιάς του, να μισεί».

Στο «Γκαραντί» της Αγγελικής Λάλου που μιλά για την αγάπη: «Μη σε ξεγελά η λάσπη/ ή η σκόνη/ ή η εξωτερική φθορά/ αντέχει η αγάπη/ και σκουριά/ και μοναξιά/ και απόσταση».

Στο «ΚΔ’» της Κατερίνας Λιάτζουρα που μιλά για τη μυστικιστική φύση του αριθμού 24: «Μέσα από τους συμβολισμούς/ μυστικιστική ήταν πάντα η σύμβαση/ που συναρμόζει άνθρωπο και σύμπαν».

Στη «Διάψευση» της Ελένης Λιντζαροπούλου που υπενθυμίζει τις μέρες του εγκλεισμού λόγω κορονοϊού: «Βλέπεις ειδήσεις νυχθημερόν/ Χάθηκε η αίσθηση της αλήθειας/ Οι εκδοχές διαβρώνουν τον κοσμικό σου θόλο/ Τρυπούν την αθέατη σου βεβαιότητα 24 ώρες/ Απελπισία».

Στο ποίημα «Η 25η ώρα» της Ασημίνας Ξηρογιάννη: «[1] Στο περιθώριο της ζωής ανθίζουν τα ποιήματα/ [2] Κι όμως το περιθώριο είναι η αληθινή ζωή/ [3] Εκεί όπου ο χρόνος δεν ορίζεται».

Στο ποίημα «Τα φαναράκια των ευχών» της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου όπου μια ηλικιωμένη γυναίκα περιμένει την αλλαγή του χρόνου και έχει πει ψέματα στο «Βοήθεια στο σπίτι» για να της στείλουν έναν άνθρωπο «να ‘χει να πει σε κάποιον Καλή Χρονιά».

Στις «Μέρες της μαρμότας» του Θεοχάρη Παπαδόπουλου που αναφέρεται σε 24 δευτερόλεπτα, 24 λεπτά, 24 ώρες, 24 χρόνια: «Μα εσύ θέλεις μία μέρα/ ή μια ώρα/ ή έστω λίγα λεπτά./ Αλήθεια, πόσο είναι διαφορετική/ και πόσο μπορεί να κρατήσει/ μια βόλτα στο φως;».

Στο ποίημα «Καταιγίδα ή video game στο κύμα» του Κωνσταντίνου Παπαχαραλάμπους που εμπλέκει ένα οργουελικό ηλεκτρονικό παιχνίδι το οποίο καθορίζει τη ζωή: «Είναι πια καιρός να δεις ότι ο χώρος/ δηλαδή/ ο/ χρόνος// παράγεται […] Ό,τι προφέρω./ Ό,τι ακούσεις, θα συμβεί».

Στην «[Εκταφή]» της Ευσταθίας Π. (Τρία Έπσιλον) που μιλά για το νόημα της (συν)ύπαρξης: «τώρα στον κόσμο/ εγώ/ εσύ/ κι αυτό το δέντρο/ που λίγο λίγο από μέσα μου εκριζώνεις».

Στο «2024 μ.Χ.» της Μαρίκας Συμεωνίδου που σχολιάζει τη μ.Χ. ροή του χρόνου όπως τη σημάδεψε ο άνθρωπος: «Οι αριθμοί μου αρέσουν, δεν τους φοβάμαι/ Οι λέξεις όμως είναι άλλο πράμα/ Σε ξεσκίζουν».

Στο «Σαράντα οκτώ διά δύο» της Μαρίας Τζιαούρη-Χίλμερ που κάνει μια αναδρομή της προσωπικής ζωής σε βάθος 24 ετών και αναρωτιέται: «Είκοσι τέσσερα χρόνια πόσες συγγνώμες θέλουν».

 

Είναι φανερή η ευρεία θεματολογία που καλύπτει αυτή η πολύ ενδιαφέρουσα ανθολογία που συγκεντρώνει τόσες σύγχρονες ποιητικές φωνές. Συγχαρητήρια στις ανθολόγους!

Περισσοτερα αρθρα