Ο δρόμος με τα παλιά σπίτια
Περπατούσα απορημένη
πώς βρέθηκε τόσος κόπος
ποιος πρώτος σήκωσε το χέρι
και έδειξε το σπίτι
που πριν απ’ όλα θα γκρεμιστεί
Πώς χάσκουν έτσι τα παράθυρα
ίδια πληγές με αίμα
σε σώμα ταλαιπωρημένο
από την αρρώστια του λεπρού
Εδώ χάμω έβαζαν
το σταμνί με το νερό τους, νερό γλυφό
τα χείλη τους ακούμπησαν
σε αυτό το πήλινο
χωμάτινο ποτήρι
Η λήθη τα σκέπασε όλα,
όλα έγιναν ένα με το χώμα
μονάχα άσπρα και μωβ αγριολούλουδα
ξεφυτρώνουν εδώ κι εκεί
[άτιτλο]
Εξέγερση
και ύστερα
η Πτώση
Αιώνες μετά
ξέχασα να πετώ
-έχασες την ελπίδα
Στην ακτή
μου πρόσφερες
δυο πέτρες
με ελαφρές εγκοπές
από το δάγκωμα
της θάλασσας
Μαρία Μαυράκη


