Συχνά στις μελέτες μας για το διήγημα επισημαίνουμε ορισμένα καίρια γνωρίσματα, που το αναδεικνύουν ως το προσφιλέστερο λογοτεχνικό είδος στο αναγνωστικό κοινό. Αυτά τα γνωρίσματα είναι: η απλότητα στην πλοκή της αφηγηματικής ύλης, η ενότητα του χωρoχρόνου και της δράσης και η σταθερή οπτική του συγγραφέα μετά την αλυσιδωτή αφήγηση των γεγονότων, η οποία τείνει στη νοηματοδότηση του μύθου. Αυτά τα θεμελιώδη γνωρίσματα είναι ευδιάκριτα στα είκοσι έξι διηγήματα της Αντωνίας Παυλάκου, με τον ευρηματικό τίτλο Όρια και ρήξεις. Όρια στην ανθρώπινη αντοχή και υπομονή και ρήξεις –ως υπέρβαση– στις κατεστημένες προκλήσεις και καταπιέσεις.
Η συγγραφέας είναι καταξιωμένη φιλόλογος, με επιμόρφωση, ευδόκιμη θητεία στο διδακτικό έργο και στη διοίκηση, διακρίσεις στη συγγραφή και στην κριτική αποτίμηση λογοτεχνικών κειμένων, αλλά και σε πολλές άλλες δραστηριότητες του φιλολογικού χώρου.
Στα διηγήματα πρωταγωνιστικά πρόσωπα είναι, κυρίως, γυναίκες και, φυσικά, τα γεγονότα στην εξέλιξή τους σπονδυλώνονται γύρω από τη γυναικεία στοργή, τον έρωτα, το ασίγαστο πάθος της αφοσίωσης αλλά και την τολμηρή υπέρβαση όλων αυτών, όταν τα συντροφικά πρόσωπα αποδεικνύονται ανάξια της γυναικείας εμπιστοσύνης.
Στον πρόλογο του βιβλίου, από τον συγγραφέα Κώστα Ακρίβο, τονίζεται ότι τα διηγήματα της συλλογής αποπνέουν άρωμα νοσταλγίας μιας εποχής που έχει ήδη παρέλθει ανεπιστρεπτί για τους σύγχρονους αναγνώστες. Ωστόσο, έστω και κατ’ ελάχιστο οι ιστορίες αυτές αφυπνίζουν σε όλους τους παλαιότερους τη δάκνουσα μνήμη για νοερές αναβιώσεις πόθων και παθών, που οριοθέτησαν στάσεις, συμπεριφορές και αποφάσεις μιας ολόκληρης ζωής.
Τόπος δράσης και εξέλιξης των γεγονότων πολλοί. Από τα αστικά κέντρα, όπως η Καλαμάτα και η Αθήνα, ως την περιφέρεια της ελληνικής επικράτειας, τη Μάνη, την Ήπειρο, την Κρήτη και νησιά του Αιγαίου. Δεν απουσιάζει ακόμα και αυτή η Κύπρος, με ιστορική αναφορά στα τραγικά γεγονότα της τουρκικής εισβολής.
Προσεγγίζουμε στο εξής ενδεικτικά και μόνο τρία από τα διηγήματα της συλλογής, για να σχολιάσουμε το θεματικό τους κέντρο και να χρωματίσουμε κάποιες επιμέρους ιδιαιτερότητες.
Πρώτο και εντυπωσιακό το διήγημα «Βραδινή αναζήτηση» (σ. 11). Ένα σύντομο επεισόδιο, τρυφερό, απροσποίητο, που αποπνέει αγνά βιώματα της συγγραφέως, όταν ως παιδούλα με την αθωότητα της ηλικίας τρέχει να πέσει στην αγκαλιά του πατέρα της, την ώρα που αυτός γυρίζει με γλυκά από το ζαχαροπλαστείο. Όμως η λαχτάρα της προσμονής την είχε ξεγελάσει – και με λαθεμένη προσέγγιση αγκαλιάζει έναν άγνωστο. Μέσα από την απλότητα ξεπηδούν οι λεπτές δονήσεις του παιδικού συναισθήματος που αγγίζουν και τη δική μας ψυχή.
Στο διήγημα «Σβησμένο αττικό φως» (σ. 27), ο αγνός νεανικός έρωτας της Λένας αναπαύεται ανυποψίαστα στο λεπτοκαμωμένο πρόσωπο με τα υγρά μελαγχολικά μάτια του Τάσου, ενός παντρεμένου γόη. Ο έρωτας φαίνεται αμοιβαίος. Όταν όμως ο μικρός μπόμπιρας που βρέθηκε στον δρόμο τους, κάπου στην Αθήνα, χύνεται με ορμή στην ανοιχτή αγκαλιά του πατέρα του, ήλθε η απόλυτη ανατροπή σε οράματα και προσδοκίες. Εντούτοις η Λένα, αν και συγκλονισμένη, απέφυγε τις σκηνές και τις ύβρεις. Προστάτεψε με απόλυτη σιωπή την πληγωμένη της αξιοπρέπεια. Ο Νίτσε θα μας πει σε παρόμοια περίπτωση «Στις πνευματικότερες ψυχές, που είναι οι πιο θαρραλέες, η ζωή αντιτάσσει τον μεγαλύτερο ανταγωνισμό. Έτσι, όμως, τιμούν οι γενναίοι τη ζωή». Η Λένα, στην εφηβεία της ακόμη, είναι συνειδητοποιημένη και βιώνει τις διαψεύσεις και τις απογοητεύσεις της νεανικής της αυθορμησίας με ήρεμο παράπονο, αλλά και τολμηρό μεγαλείο.
Στεκόμαστε, τέλος, και σε ένα τρίτο διήγημα, όχι χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Είναι το πιο αντιπροσωπευτικό της συλλογής. Τίτλος του: «Η παρουσίαση» (σ. 77). Πρόσωπα της μυθοπλασίας η Νέλλη, μια μεγαλοκοπέλα καλλιεργημένη, συναισθηματική και απεριόριστα δοτική, και πλάι της ένας διαβολεμένος ζηλιάρης, απαιτητικός, ύπουλος, ανικανοποίητος και είρων, τον οποίο η μοιραία γυναίκα είχε «εγγάμως φορτωθεί και υπέφερε απ’ αυτό», όπως χαρακτηριστικά καταγράφεται στο κείμενο. Και τι δεν έκανε η Νέλλη για να τον ευχαριστήσει∙ από την ευγένεια και τις διαρκείς υποχωρήσεις ως τη μόνιμη σιωπή και τη μηδενική της αντίδραση σε κάθε λεκτική επιθετικότητα, που τον μετέβαλλε σε έναν ύπουλο και με κλιμακούμενη ένταση μεθοδικό θύτη.
Οι ειρωνείες, η ψυχολογική κακοποίηση, οι άδικες επιθέσεις και οι προσβολές ήταν το αντιχάρισμα στις πλουσιοπάροχες ευεργεσίες της δοτικής συντρόφου του. Ώσπου, η ανοχή έφτασε στο τέλος. Τα κατεστημένα όρια της υπομονής και της πνευματικής αντοχής έφεραν αναπόφευκτα τη ρήξη. Το απόστημα της σιωπής, σημειώνει εύστοχα η συγγραφέας, είχε πια σπάσει και ο ήχος τόσων χρόνων είχε ξεχυθεί πίσω από την κλειστή πόρτα. Έξω από το σπίτι μου κι από τη ζωή μου, μισάνθρωπε. Η Νέλλη εκείνο το βράδυ, καταλήγει το κείμενο, είχε μπει πλέον για τα καλά στον ρόλο του θύτη (σ. 81).
Όπως είναι ευνόητο, ένα πλήθος θεμάτων ακόμη υποβάλλονται έντεχνα μέσω των διηγημάτων, των οποίων μάλιστα η λογοτεχνική μορφή αποκαλύπτει στον επαρκή αναγνώστη το ταλέντο της συγγραφέως. Αρκούμαστε σε απλή καταγραφή ορισμένων από αυτά: Υποταγή και αντίδραση, λαθεμένες επιλογές ερωτικών συντρόφων, δυσπιστίες, γυναικείος δυναμισμός εμπρός σε άβουλους συζύγους, ιψενικά τρίγωνα με τραγικό τέλος, πληρωμένος έρωτας, απλές βιωμένες ιστορίες, μέσα από λαογραφικές παραδόσεις, θετικές και αρνητικές σχέσεις νύφης και πεθεράς, ανεκπλήρωτα όνειρα και προσδοκίες και, τέλος, ανυποψίαστη ανοδική πορεία με απροσδόκητη πτώση.
Ωστόσο, πέρα από τα θέματα αυτά, ξεχωριστή ποιότητα στη συλλογή δίνει μια πλειάδα διηγημάτων, που το θεματικό τους κέντρο δεν είναι ένα επεισόδιο από την κοινωνική πραγματικότητα της καθημερινότητας, αλλά ένα γεγονός συνδεδεμένο με την εθνική μας ιστορία. Είναι διηγήματα με αναφορά στην Εθνική Αντίσταση, την πολιτική ζωή της μεταπολεμικής Ελλάδας, τη δικτατορία των συνταγματαρχών, ακόμα και την Κυπριακή τραγωδία. Η υπόθεση, η πλοκή και ο συσχετισμός με την ιστορία των διηγημάτων αυτών προσγράφονται θετικά στην έμπνευση της ταλαντούχου συγγραφέως.
Στα διηγήματα διαγράφονται αδρομερώς οι χαρακτήρες των προσώπων ως προς τα βασικά εξωτερικά τους χαρακτηριστικά, αλλά και με αναφορές στις ενέργειες και στις εκδηλώσεις τους. Η μορφή, το ύφος, η ομιλία και η όλη στάση καθενός αποκαλύπτουν τον τύπο και το ήθος του. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα που ακολουθούν:
Ψηλή και πιο εύρωστη από εμάς, ευθυτενής, αλλά και με ένα ύφος αμφισβήτησης για τον ρόλο της κόμισσας που της είχε επιφυλαχθεί. Το βλέμμα της ήταν καθαρό, τα λεπτά χείλη της αποφασιστικά σφιγμένα, το μέτωπό της ευρύ, με ένα φρύδι ελαφρά ανασηκωμένο. Έλεγε κανείς ότι αναιρούσε ή ειρωνευόταν την ατομική της ευταξία ή την ιεραρχία στην αίθουσα… Είχε έλθει να ξεριζώσει την ατολμία μας, την κατεστημένη πειθαρχία μας.
Ένα δεύτερο: Το βλέμμα της ανέβηκε ως το πρόσωπο του νεαρού αξιωματικού. Διέκρινε τα αδρά χαρακτηριστικά του και στάθηκε σε ένα βλέμμα με δυο μάτια μαύρα, πύρινα, που χάθηκαν στο βάθος της δικής της ματιάς. Ο Νίκος, αξιωματικός με βαθιά αίσθηση του στρατιωτικού καθήκοντος, ένας άριστος εύελπις, τον οποίο η Χούντα δε συμπαθούσε και τόσο για τα δημοκρατικά του φρονήματα. «Το καθήκον είναι προς την πατρίδα», είπε, «ακόμα κι αν με διατάζουν επίορκοι».
Και ένα τρίτο: Ήταν ένας διαβολεμένος ζηλιάρης, ανασφαλής και ανικανοποίητος με οτιδήποτε κι αν έκαναν οι άλλοι γι’ αυτόν. Τα πάντα βρίσκονταν υπό την αίρεσή του ανά πάσα στιγμή. Επιζητούσε να προκαλεί στους άλλους ένα είδος φόβου, γιατί δεν ήξερε τίποτα για τη διαρκή ανατροφοδότηση της αγάπης. Θρησκευόταν μόνο από τον φόβο ύπαρξης ενός πιθανού καθαρτηρίου, ενώ η συμβίωσή μαζί του της αποκάλυψε τις φοβίες και τις νευρώσεις του.
Οι διάλογοι, όπου υπάρχουν στα διηγήματα, διακρίνονται για την ακριβολεξία, τη φυσικότητα, τον ρεαλισμό –και συχνά τις κοφτές φράσεις, τα υπονοούμενα και την ένταση. Ακολουθούν χαρακτηριστικά αποσπάσματα: (σσ.47, 91 «Πάρε τα παιδιά σου και φύγε μαζί του».
«Εκείνος δεν τα θέλει και τόσο πολύ. Προτείνει να φύγω μόνη μου».
«Ε, κάνε το έτσι…».
«Μάνα είμαι, βρε Φανή, τα παιδιά μου ν’ αφήσω;».
«Μείνε τότε με την “ανάπηρη” ευτυχία σου για πάντα».
«Πώς να κάνω τέτοια ατιμία στον Γιώργο;».
«Ατιμία έχεις ήδη κάνει, καλή μου, τελείωνέ την με επιτυχία».
Κι ένα δεύτερο απόσπασμα: «Πες γρήγορα τι έχει συμβεί».
«Καταστροφή, τα χάσαμε όλα∙ μαγαζί, σπίτι, αυτοκίνητα. Όλα φούσκες… να πάρει…».
«Και οι γονείς σου;»
«Χωρίσανε. Αυτή έφυγε στη Γερμανία, εργάτρια, λέει ή κάτι άλλο; Πού να ξέρω;»
«Κι εκείνος;»
«Μεγάλα λόγια. Σε κάποιο σβέρκο, να δεις, θα έχει καθίσει. Τα καταφέρνει αυτός. Δε βαριέσαι… κρίση, είπε, μας βρήκε. Κρίση είχανε στα κεφάλια τους και οι δύο».
Ο αφηγηματικός λόγος της συγγραφέως είναι διαυγής, παραστατικός, με λεκτική ακρίβεια, περιγραφική δύναμη και ποιητικό ρομαντισμό. Ενίοτε, όμως, στην απόδοση κατεστημένων συμπεριφορών ή σε χαρακτηρισμούς σκηνών της καθημερινότητας η αφήγηση σκόπιμα διολισθαίνει σε ειρωνεία και υπαινικτικότητα. Είναι μία τεχνική αυτή, που ικανοποιεί τον αναγνώστη και τον αφήνει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Παραθέτουμε το πρώτο από δύο αποσπάσματα (σ. 165)
«Ξανθή και γαλανή, ομορφιά ξεχωριστή για τη μαυροτσούκαλη φυλή της και με το σημαδιακό επίθετο Κουρελέα η Κατερινιώ, στο τελείωμα της σχολικής ζωής της, άβγαλτη στα καμώματα των ανθρώπων, παγιδεύτηκε στην αγκαλιά και στο σπίτι του Μιχάλη… Και δεν άργησαν οι προσβολές της πεθεράς και οι υπαινιγμοί για τα δήθεν λούσα της. Μετά ήρθαν οι προστριβές και το βαρύ χέρι του προκομμένου της, οπλισμένο με ζήλια συνδαυλισμένη από τα κρυφά σχόλια της μάνας του. Και φυσικά ούτε λόγος για χωρισμό. Το πατρικό ήταν μανιάτικο και δεν τη χώραγε ξανά μέσα του… Τη χαρακτήρισαν και επικίνδυνη για την τιμή της οικογένειας. “Ας πρόσεχε να μην είναι άσχημη”, είχε ακούσει και αυτόν τον παραλογισμό».
Και το δεύτερο απόσπασμα με χαρακτηριστική περιγραφή της γοργόνας του βουνού (σ. 116) «Ω! Τα μαλλιά της, ποτάμι χρυσό, μισόντυναν το στήθος το στητό κι έφταναν ως εκεί που άνοιγαν τα γοφιά της… Τα δύο μεριά της, αντί να φτάνουν ως κάτω για να γίνουν πόδια, έκλειναν παράξενα. Και στο κλείσιμο, εκεί όπου θα ’πρεπε να είναι τα γόνατά της, γινόταν μια ένωση σε σώμα ψαριού, κι αυτό το σώμα τελείωνε σε κεφάλι. Και το κεφάλι του ψαριού, η άκρη δηλαδή από το κορμί της, πλατάγιζε δυνατά πάνω στις βουνίσιες πέτρες κι αίμα έτρεχε από τα λέπια τα χοντρά. Και το αίμα εκείνο ξεπλενόταν και καθάριζε σιγά σιγά, και λίγο πιο πέρα γινόταν νερό, νερό γάργαρο, λαχταριστό…».
Ανακεφαλαιώνοντας, καταλήγουμε στην παρακάτω σταθερή κριτική αποτίμηση. Η συγγραφέας κατ’ αρχάς σε κάποια διηγήματα της συλλογής ζει και αναβιώνει τη μνήμη του μακρινού νεανικού της παρελθόντος. Η τέχνη της είναι έκφραση του εαυτού της, που έχει ταυτιστεί εσωτερικά μ’ εκείνο το παρελθόν, γι’ αυτό και ο θαυμασμός της είναι ανυπόκριτος. Έτσι, η αντικειμενικότητα και η ακρίβεια είναι ενωμένες με την υποκειμενική της ζωή και πίστη. Όμως, και τα άλλα πρόσωπα και γεγονότα, που ενυπάρχουν στην αφήγηση δεν μένουν ψυχρά ντοκουμέντα, αλλά παίρνουν ζωή και ξαναζούν μέσα στο λογοτέχνημα τη ζωή που έζησαν στον χώρο της πραγματικότητας.
Έπειτα, και στα άλλα διηγήματα, ενώ χρησιμοποιεί τριτροπρόσωπη αφήγηση, δεν αοριστοποιεί ή απολιθώνει τα πρόσωπα, αλλά τα στήνει το ίδιο πλαστικά και με συνθετική δύναμη. Τα παρουσιάζει δηλαδή να ζουν και να εκδηλώνονται σε λεγόμενα και πραττόμενα, μέσα από τα οποία διαφαίνεται το εσωτερικό ψυχολογικό ή ηθικό τους κίνητρο. Έτσι, με την τέχνη της και με την κατάλληλη είτε κυριολεκτική ή και υπαινικτική χρήση των εκφραστικών μέσων, δίνει ανάγλυφη μορφή και κατά την εξωτερική τους όψη και κατά το εσωτερικό τους βάθος.
Και ενώ η αφήγησή της είναι ρεαλιστική, αλλά και με ρομαντικές ενίοτε νότες, υπάρχει συνάμα και υποκειμενική συμμετοχή στα γεγονότα. Δεν είναι δηλαδή ψυχρός θεατής η συγγραφέας, αλλά συγκινησιακός, εκφράζοντας συγχρόνως και τον εαυτό της μέσα από τα πλάσματά της και με τον τρόπο που τα ζωντανεύει.
Για όλους αυτούς τους λόγους αξίζει να τεθεί ως ακροτελεύτια μια κρίση του γράφοντος με βάση το μικρό κείμενο που υπάρχει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Η αγωνία της συγγραφέως είναι να μη χαθεί το ήθος, ο πόνος, το πάθος και τα παθήματα ηρωίδων και ηρώων που χαρακτηρίζουν υπόρρητα, μέχρι και σήμερα, τη συλλογική ζωή και την ατομική σκέψη μας». Και σ’ αυτή τη συλλογική ζωή και σκέψη μας ενυπάρχει δυναμικά και η συμμετοχή της Αντωνίας Παυλάκου.
* Ο Χρίστος Ρώμας γεννήθηκε στην Κερατέα Αττικής. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης. Αποσπάστηκε στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, όπου πήρε μέρος στη σύνταξη Προγραμμάτων Σπουδών και στη συγγραφή διδακτικών βιβλίων. Υπήρξε μέλος πολλών επιτροπών, όπως του ΑΣΕΠ, και δίδαξε στα ΠΕΚ Αθηνών, Πειραιώς και εξωτερικού. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων, άρθρων, μελετών και εξαιρετικών διδακτικών βοηθημάτων.

