Το νέο βιβλίο του Μάριου Αθανασόπουλου «Τα χειρόγραφα της Μονής Μαρδακίου – Συμβολή στην πολιτική και εκκλησιαστική ιστορία της Μεσσηνίας», από τις εκδόσεις Ηδυέπεια (2026), βρίσκεται στα χέρια τού αναγνωστικού κοινού τιμώντας τον χώρο της Μεσσηνίας.
Απόφοιτος του τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ και διδάκτωρ του Τμήματος Φιλοσοφίας της ίδιας Σχολής, ο Μάριος Αθανασόπουλος ανήκει από το 2018 στο διδακτικό προσωπικό (ΕΔΙΠ) του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
Στα περιεχόμενα του βιβλίου περιλαμβάνονται η ιστορία και πολύτιμες πληροφορίες για την Μονή Μαρδακίου, που βρίσκεται πλησίον του ομώνυμου χωριού στην ευρύτερη περιοχή της Αλαγονίας στην βορειοδυτική πλευρά του Ταϋγέτου. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τον κτίτορα της Μονής Θεόδωρο Χανδρινό και για την ίδρυσή της (1501 ή 1504 ή 1511 – οι απόψεις διίστανται επ’ αυτού –), για την αρχιτεκτονική και την αγιογράφησή της (πιθανότατα από τον εκ Ναυπλίου Δημήτριο Κακαβά, που δραστηριοποιείτο το α΄ μισό του 17ου αιώνα, όπως συνάγεται από σπαράγματα της κτιτορικής επιγραφής στην είσοδο του καθολικού της Μονής), καθώς και πληροφορίες για τους μοναχούς και την σύνδεση της Μονής και των ανθρώπων της με τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Προκόπιο Πελεκάση, τον καταγόμενο από το χωριό Σίτσοβα (σημερινή Αλαγονία).
Η ιστορία της Μονής Μαρδακίου συνδέεται άμεσα και με την Ιερά Μονή Γαρδικίου, στο ομώνυμο χωριό λίγα χιλιόμετρα έξω από την Καλαμάτα στην περιοχή της Θουρίας. Η Μονή Γαρδικίου είναι παλαιότερη της Μονής Μαρδακίου και αρχικά λειτούργησε ως μετόχι και αργότερα ως έδρα της Μονής Μαρδακίου.
Εξαιρετικό ζήτημα για το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί η υποστήριξη των γραφομένων του συγγραφέα – εκτός από την απαραίτητη υπόλοιπη βιβλιογραφία – από την μελέτη των υπαρχόντων και μη αξιοποιημένων από άλλον μελετητή μέχρι τώρα χειρογράφων. Όπως συνάγεται από τα αναφερόμενα στο βιβλίο, έχουν μελετηθεί από τον Μάριο Αθανασόπουλο 109 πρωτότυπα χειρόγραφα τών 146 σελίδων και 1111 φωτοαντίγραφα χειρογράφων), ενώ αξιοσημείωτη είναι η ευσυνειδησία και επιστημονική επάρκεια, με την οποία έχει σκύψει πάνω σε αυτά ο συγγραφέας.
Στο βιβλίο αναφέρονται συστηματικά οι περίοδοι της ηγουμενίας διαφόρων εμβληματικών μορφών της Μονής, όπως του Ιγνάτιου Ζερβόπουλου (1844-1871), Γρηγορίου Πράτη (1871-1879), Αγαθάγγελου Σπεντζόπουλου (1879-1895), επίσης του Γρηγορίου Πράτη (1895-1911), Ιωήλ Γιαννακόπουλου και Χρυσόστομου Παπασαραντόπουλου (1911-1936, οπότε επέρχεται το κλείσιμο της Μονής), ενώ καταγράφεται ο τελευταίος μοναχός της Μονής με το όνομα Αμβρόσιος (1936).
Δεν παραλείπεται και η εξιστόρηση διοικητικών, οικονομικών και διαφόρων άλλων στοιχείων, που συνάπτονται με τα ζητήματα της Μονής κατά την διάρκεια της ηγουμενίας των εκάστοτε σημαντικών προσώπων που πέρασαν από αυτήν, ενώ ο χώρος λειτουργούσε και ως ‘ιατρείο σωμάτων και ψυχών’ κατά την εποχή δράσης των εκεί μοναχών. Σημαντική συνεισφορά στα τότε τεκταινόμενα και ρεαλιστική και ματιά από πλευράς του συγγραφέα αποτελεί η ενότητα με τις αναφορές για παρεκκλίνουσες και μη αναμενόμενες από ‘ανθρώπους του Θεού’ συμπεριφορές μεμονωμένων μοναχών, πράγμα που αποδεικνύει την αντικειμενική προσέγγιση του θέματος από τον συγγραφέα και επομένως την επιστημοσύνη και υπευθυνότητα, με την οποία τα αντιμετώπισε.
Το γεγονός ότι η εν λόγω Μονή βρισκόταν σε δασώδη περιοχή και απομονωμένη οχυρή θέση και ακόμα η θρυλούμενη ύπαρξη ενός μουσουλμανικού φιρμανίου που απαγόρευε στους μουσουλμάνους να εισέλθουν στον χριστιανικό χώρο της Μονής, βοήθησε ώστε να γίνει κατά καιρούς το καταφύγιο των κατατρεγμένων από τους κατακτητές αλλά και κάποιων ηρώων της Επανάστασης, όπως του Γρηγορίου Δικαίου (Παπαφλέσσα), του Αναγνωσταρά, τόπος συγκέντρωσης προκρίτων και μαχητών για την ελευθερία καθώς και έδρα του αρχιστρατήγου της Επανάστασης Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Η συμμετοχή της Μονής Μαρδακίου στην Επανάσταση του 1821 αποδεικνύει και τονίζει το ‘ομόθυμον’ των προγόνων μας, προκειμένου να ανακτήσουν την πολυπόθητη ελευθερία μετά από τετρακόσια χρόνια επαχθούς και απεχθούς δουλείας, ενώ εκεί περιέχονται σημαντικά ιστορικά στοιχεία και τεκμήρια για την συγκεκριμένη περίοδο.
Χαρακτηριστικές είναι οι αναφορές στη ‘θυσία’ της πλούσιας βιβλιοθήκης της Μονής Μαρδακίου, με σκοπό την κατασκευή πυρομαχικών χάριν της ελευθερίας, το έτος 1821. Επίσης, πληροφορούμαστε από τις μελετηθείσες από τον συγγραφέα πηγές για την προσφορά δανείου (1.000 γρόσια) από την Μονή στην Πελοποννησιακή Γερουσία «δι’ ανάγκη του έθνους» το έτος 1822, ενώ το 1871 η καλαματιανή εφημερίδα ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ανακοίνωνε την εύρεση εικόνας της Παναγίας στη θέση ‘Σιδεροβάγενο’ και την πάνδημη μεταφορά της στην εν λόγω Μονή.
Η μελέτη της ιστορίας της Μονής ολοκληρώνεται με την ενότητα «Από το 1935 μέχρι σήμερα». Εκεί αναφέρονται οι βαρύτατες ζημιές του μοναστηριακού συγκροτήματος από τους σεισμούς του 1986 στην Μεσσηνία, οι οποίες αποκαταστάθηκαν μερικώς αρχικά, η αναστήλωση και η ηλεκτροδότησή του (1993-1994), η αντικατάσταση της κεραμοσκεπής της στέγης του καθολικού με γκρίζες σχιστολιθικές πλάκες (τίκλες) το 2020 και, τέλος καταγράφεται ο καθαρισμός των τοιχογραφιών της Μονής το έτος 2025 από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας.
Στο τέλος του βιβλίου, εκτός από την πλουσιότατη Βιβλιογραφία, περιλαμβάνεται Χρονολόγιο, Πίνακας των χειρογράφων της Μονής Μαρδακίου καθώς και έγχρωμο Φωτογραφικό Υλικό, το οποίο κοσμεί ιδιαιτέρως την όλη έκδοση με απεικονίσεις της Μονής, λεπτομέρειες από την εσωτερική αγιογράφηση και επιλεγμένα φωτογραφημένα χειρόγραφα.
Η ιστορική παρουσία των δύο Μεσσηνιακών Μονών και η ανάλυση και ο σχολιασμός των σχετικών με αυτές πηγών αναδεικνύει άγνωστες πτυχές της ζωής στη Μεσσηνία των προεπαναστατικών και μετεπαναστατικών χρόνων. Από όλο το εγχείρημα του Μάριου Αθανασόπουλου αναδύονται αυθεντικά ζητήματα της μεσσηνιακής κοινωνίας και της δράσης των μοναχών. Σημαντικό είναι και το γεγονός πως όλα παρουσιάζονται με αντικειμενικότητα και ρεαλισμό, χωρίς διάθεση απόκρυψης κάποιων μελανών σημείων στη συμπεριφορά μεμονωμένων μοναχών της Μονής (ανθρώπινα πάθη και διενέξεις) και χωρίς εξιδανίκευση κάποιων αρνητικών καταστάσεων.
Το βιβλίο αποτελεί ουσιαστική συμβολή στην γνώση της τοπικής ιστορίας αλλά και της ιστορίας της χώρας μας, αφού σε αυτό γίνεται συνδυασμός των ιστορικών γεγονότων του ευρύτερου ελλαδικού χώρου με την εκκλησιαστική ιστορία του μεσσηνιακού τόπου και πάντα με σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο μοναστήρι. Αποτελεί δε πρωτότυπη και μοναδική δημιουργία, καθώς δεν υπάρχει άλλη σχετική μελέτη.
Ο συγγραφέας Μάριος Αθανασόπουλος με την επιστημονική κατάρτιση και την ευρεία γνώση που κατέχει, αλλά και με αγάπη και ενδιαφέρον για την ιστορική πορεία του τόπου, έφερε εις πέρας το έργο του με συστηματική έρευνα και αξιοποίηση των ψηφιοποιημένων μοναστηριακών αρχείων των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ), με μελέτη του Ιστορικού Αρχείου της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας και του τοπικού και αθηναϊκού τύπου του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Με αυστηρή αναγωγή στις πηγές και στήριξη της όλης εργασίας του σε αυτές παράλληλα με την υποβοήθηση της σχετικής βιβλιογραφίας μάς παρέδωσε με ιδιαίτερη ευσυνειδησία και μετά από κοπιώδη μελέτη και επεξεργασία ένα έργο εξακοσίων σαράντα και πλέον σελίδων, που παρά την έκτασή του κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον των αναγνωστών και αναγνωστριών του. Αξίζει, επομένως, να τονισθεί πως το παρόν βιβλίο αποτελεί ξεχωριστή συμβολή στην σύγχρονη ιστορική σκέψη και προσφέρει νέες προοπτικές στην επιστημονική μελέτη της Ιστορίας.


