Από την Κάπα εκδοτική εκδόθηκε τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους η ποιητική συλλογή «Μηλιώνας» του Γ. Δελιόπουλου, η οποία βραβεύτηκε από το ίδρυμα Βασιλικής και Όλγας Σταυροπούλου στον 7ο διαγωνισμό που προκήρυξε το 2020. Η συλλογή αποτελείται από 22 ποιήματα -πολλά φιλοξενήθηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας πριν την έκδοσή τους-, τα οποία κατανέμονται σε επτά ανισομεγέθεις ενότητες, πριν από τις οποίες υπάρχει σαν θεατρική οδηγία πεζόμορφο ποιητικό κείμενο, που ονομάζεται σκηνή, συνεχίζοντας επιτυχώς την πρακτική που εγκαινίασε ο Γιάννης Ρίτσος με τα ποιήματα της «Τέταρτης Διάστασης». Το έργο ολοκληρώνει αλφαβητικός κατάλογος, γραμμένος από τον ποιητή, με σύντομο σημείωμα του βίου και των επιλογών αφανών ηρώων της περιόδου, οι οποίοι λειτουργώντας με συνειδητότητα αλλά και βαθιά ηθική πλήρωσαν βαρύ τίμημα την παραπάνω περίοδο. Η συλλογή διαπραγματεύεται και ποιητικά ανατέμνει τη μνήμη που συνδέεται με κορυφαία αλλά και τραγικά γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας του τόπου μας, τον εμφύλιο που ακολούθησε τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, έτσι όπως προσλαμβάνονται από τον ευαίσθητο άνθρωπο στο παρόν. Η εστίαση τοποθετείται στο χωριό Μηλιώνας της ανατολικής Πρέσπας του νομού Φλωρίνης, τόπος ο οποίος πλήρωσε βαρύτατο τίμημα στο πλαίσιο του αδελφοκτόνου πολέμου, του φανατισμού που επακολούθησε αλλά και της εδραίωσης μιας διχαστικής πολιτικής ιδεολογίας, η οποία στο πλαίσιο των εθνικών εκκαθαρίσεων άμεσα ή έμμεσα συνέβαλε στην ερήμωση πολλών χωριών καθώς οι κάτοικοί τους τα εγκατέλειψαν επιλέγοντας να εγκατασταθούν σε άλλους τόπους εντός ή κυρίως εκτός Ελλάδος, οι περισσότεροι σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Μέσα από μια ιδιαίτερη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποιητική δομή η συλλογή ξετυλίγεται ως ένα ιδιότυπο δράμα της ιστορίας με πρωταγωνιστή το ποιητικό υποκείμενο αλλά και τον αναγνώστη, ο οποίος καλείται μέσω όχι μόνο των ποιημάτων αλλά και των «σκηνικών οδηγιών» να αναγνωρίσει τον τόπο, τη γεωγραφία του, την αρχιτεκτονική του, τον πολιτισμό του, τα μικρά ή μεγάλα στοιχεία που διαμόρφωναν την καθημερινότητα των ανθρώπων της περιοχής πριν από την ερήμωσή της∙ έτσι μέσω του έντονα εικονοπλαστικού λόγου μεταφέρεται στο υποβλητικό ομιχλώδες τοπίο της ακριτικής Φλώρινας ανάμεσα σε γκρεμισμένους τοίχους που χάσκουν, σπίτια ερμητικά κλειστά αλλά παράλληλα σε μια χλωρίδα που οργιάζει υμνώντας τη ζωή ανεξάρτητα από την επικρατούσα ερημιά των ανθρώπων.
Βρίσκεις την πλατεία όπου έπαιζες κρυφτό, το καφενείο που σε κέρναγε ο παππούς παγωτό, στολισμένο σήμερα ξεραμένα βάγια, επετειακές αφίσες σε φτηνό χαρτί ,με τα κεφαλαία φωτεινά γράμματα μιας νίκης. Γύρω από την πλατεία ανθισμένοι κήποι: τι γλυκόφυλλες αρμπαρόριζες, άγρια κυνόροδα, πελαργόνια δίχρωμα, κρεμαστά σκουλαρίκια- τι βιγόνιες, άσπρα παρθενόκρινα, μάρτυρες υάκινθοι σαλπιγκτές- τι βιολέτες, γιασεμιά, κατιφέδες, ορτανσίες, ένα αγιόκλημα στον τοίχο και γεράνια. Από κάθε λουλούδι ακούς τις ψιθύρους, μυρίζεις τα χρώματα, χαϊδεύεις τ’ αγκάθια (Σκηνή τρίτη)
Μετατρέπεται έτσι ο Μηλιώνας σε ένα σύμβολο της ανθρώπινης τραγωδίας με κυρίαρχα χαρακτηριστικά τη διαπραγμάτευση του τραύματος, που ξεκινά από το άτομο επεκτείνεται όμως και στο σύνολο, και τη μελαγχολία, η οποία εκφράζεται χωρίς μελοδραματισμούς αλλά – ίσως εξ αιτίας αυτού- κατορθώνει και αγγίζει τον αναγνώστη συνδυάζοντας τη λυρική ελεγεία με την απώλεια. Αυτό το συναίσθημα, κυρίαρχο και κυριαρχικό, είναι εμφανές από την αρχή της συλλογής και συμπυκνώνεται στο ερώτημα που εκφράζεται :
Ώς πότε ακόμη συνομήλικος των περασμένων;
Η λακωνικότητα του ερωτήματος και η χρήση του πρώτου ενικού αποδεικνύουν την δυναμική σχέση παρελθόντος- παρόντος και κυρίως την επίδρασή τους στον ψυχισμό του ευαίσθητου σκεπτόμενου ανθρώπου, ειδικά όταν- όπως εδώ- σε αυτή τη σχέση εμπλέκονται βιώματα και εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, στοιχεία που οριοθετούν την παιδική αθωότητα ( ο παππούς που κερνάει παγωτά ή η γιαγιά που η αγκαλιά της μυρίζει μήλα)∙ εικόνες, μυρωδιές και ήχοι αποδίδονται μέσω της ποίησης συνδυάζοντας την αισθητική απόλαυση με την ιστορική γνώση.
Γεννήθηκα μ’ άσπρα μαλλιά/ τη χρονιά που η λίμνη ξεράθηκε/ τα ποτάμια όταν άλλαξαν δρόμο/ από τότε στα χείλη δεν έβρεξε/ μια σταγόνα συγνώμης δροσιά// (…) Στην ελάχιστη θράκα μεγάλωνα/ που δεν ψήνει για όλους αγάπη/ η ζωή μου ήταν ρούχο στενό/ δεν χωρούσε το γέλιο στη φόδρα
( «Ο επίμονος κυνηγός» απόσπασμα με υπότιτλο « σπαρασσόμενος υπό του θηρίου, Πλούταρχος, Λυκούργος)
Τα ποιήματα της συλλογής δομούνται στο σύνολό τους σε δυο στοιχεία: την απώλεια και τη βιωματική μνήμη. Ως προς το πρώτο θέμα η απώλεια μπορεί να εντοπιστεί σε τρία αλληλένδετα επίπεδα, τα οποία αναγνωρίζονται τόσο στα ποιήματα όσο και στις «σκηνές»: η απώλεια των ανθρώπων ως μονάδων αλλά και της κοινότητας ως όλον. Ο εμφύλιος ξερίζωσε βίαια την ανθρώπινη παρουσία, συντέλεσε στον θάνατο , απέδιωξε ανθρώπους από τον τόπο τους, άφησε πίσω «σκιές» ανθρώπων, που χάθηκαν αφήνοντας όμως ισχυρή παρακαταθήκη στη μνήμη όλων όσοι απέμειναν ζωντανοί, ευαίσθητοι και σκεπτόμενοι τον πόλεμο και τις συνέπειές του σε ένα επίπεδο που υπερβαίνει τον τυπικά οριζόμενο τόπο και χρόνο.
Εκεί που φύτρωναν οι φλόγες των ναπάλμ/ στις κορυφές που άχνιζε η οργή/ από τα θραύσματα όσων δεν πρόλαβαν/ τα νιάτα και τον έρωτα πριν λιώσουν (…)// Τώρα οι αρκούδες βγαίνουν από τα κρησφύγετα/ εξημερώνονται τα ουρλιαχτά των λύκων/ και τα κοπάδια βόσκουν χρώμα στις πλαγιές//τώρα οι άνθρωποι ποδηλατούν τα σύνορα/ και στα πεδία των μαχών στήνουν γιορτή/ κανείς δε νοιάζεται ποιον κλαίει ο γκιώνης// σήμερα οι βόμβες των ναπάλμ καίνε μακριά/-όχι εδώ στον Γράμμο και στο Βίτσι-/ σε κάποιο άγνωστο βουνό, άκουσα στις ειδήσεις
Ο πόλεμός μας συνεχίζεται(« Βόμβες αποδημητικές», απόσπασμα)
Ταυτόχρονα αναδεικνύεται η απώλεια του υλικού χώρου ως στοιχείου απαραίτητου για την ανάπτυξη του πολιτισμού: τα ερημωμένα σπίτια, οι άδειες πλατείες, τα εγκαταλελειμμένα αντικείμενα, που καθιστούν τον Μηλιώνα ένα χωριό φάντασμα, μια μικρή μόνο αναφορά στις υποσημειώσεις της επίσημης ιστορίας, είναι αποδείξεις μιας ακμάζουσας ζωής που έσβησε άδικα.
Πέφτει ομίχλη στο χωριό από το πουθενά κι ένα σκοτάδι ημιθανές απλώνεται στους δρόμους. Τέρμα η λιακάδα. Τα σπίτια τώρα ανασαίνουν με κλειστά παντζούρια, υστερόφοβα, σαν να κρύβουν το κενό και να κρύβονται. Δεν μπορείς να ανοίξεις και να δεις μέσα τους, έχουν σφίξει με τα χρόνια οι μεντεσέδες. Ούτε αναγνωρίζεις ποιος μιλάει δίπλα σου ποια αρκούδα ή ποιος λύκος πίσω σου γρυλίζει, ούτε καν το σχήμα της δικής σου σκέψης, αν το άγριο θηρίο τελικά είσαι εσύ. ( Σκηνή τέταρτη, «Τα σκοτεινά παντζούρια»)
Τρίτη απώλεια, που συμπεριλαμβάνει τις προηγούμενες και αποτελεί έναν βασικό θεματικό ιστό, είναι η απώλεια ( ή ο κίνδυνος απώλειας) της συλλογικής μνήμης. Το ποιητικό υποκείμενο δίνει μια μάχη με τον χρόνο αλλά και με τα στοιχεία που έχουν κυριαρχήσει σήμερα και καθορίζουν όσα θεωρούνται σημαντικά και αναγκαία: τα 22 ποιήματα ( μαζί με τα επτά πεζοποιήματα, που συνιστούν τις «σκηνές») λειτουργούν ως ένα μνημόσυνο για έναν τόπο και μια συνθήκη που κινδυνεύει να ξεχαστεί μέσα στην ευκολία, τον υλισμό και την επιφάνεια της καθημερινότητας. Η απώλεια εδώ δεν αντιμετωπίζεται με μελοδραματισμό, αλλά με μια δωρική, σχεδόν τελετουργική σοβαρότητα. Μέσα από τη σιωπή των σκηνικών οδηγιών και τον λυρισμό των ποιημάτων, η απώλεια μεταμορφώνεται από ιστορικό τραύμα σε διαχρονική ποιητική παρακαταθήκη.
Παράλληλα η βιωματικότητα είναι η βάση άντλησης του υλικού που επεξεργάζεται το ποιητικό υποκείμενο. Ο ποιητής δεν στέκεται ως ένας απλός, εξωτερικός παρατηρητής των ερειπίων του Μηλιώνα. Αντίθετα, η γραφή του μαρτυρά μια βαθιά, προσωπική εμπλοκή με τον τόπο είτε μέσα από δικές του μνήμες και ρίζες, είτε μέσα από τα βιώματα ανθρώπων, ανώνυμων απλών ηρώων της ιστορικής περιόδου αλλά και της καθημερινότητας, που τον συνεκίνησαν συναισθηματικά και τον παρακίνησαν σε αυτή τη συγγραφή.. Ας δούμε ένα ποίημα- δώρημα για τον Βαγγέλη Παπάζογλου, αυτοδίδακτου μουσικού από τη Σμύρνη, κορυφαίου ρεμπέτη, το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται στον αλφαβητικό κατάλογο των «δωρητών», των ανθρώπων που ενέπνευσαν τον ποιητή.
«Τρελός τελάλης τελαλώ»(Δώρημα Βαγγέλη Παπάζογλου)
Δε θα με χαρμανιάσετε/με προδομένες νότες/στίχους μ’ ολίγη ζάχαρη/για να γλεντούν στην πίστα/χορτάτοι και ληστές//πέταξα το σακάκι μου/κι από χαράς χαμάλης/μ’ ένα σακί του παλιατζή/χωρίς τραγούδια λάβαρα/γυρνώ στις γειτονιές//όσοι φτωχοί προσέλθετε/μαύρα και κατακόκκινα/της κόλασης αηδόνια/κερνάει το μπουζούκι μου/στον θάνατο πενιές.
Η παρήχηση του λάμδα στον τίτλο, που παραπέμπει στο θρηνητικό επιφώνημα λελε, κοινό σε όλα τα Βαλκάνια ως δηλωτικό απόλυτης καταστροφής και ανείπωτου καημού, η χρήση του πρώτου ενικού προσώπου, που κυριαρχεί στο ποίημα, αλλά και η επανάληψη προετοιμάζουν τις εικόνες που ακολουθούν με το κεντρικό πρόσωπο να απορρίπτει τους ληστές- κατακτητές, αλλά να καλεί τους φτωχούς και αδικημένους σε ένα λαϊκό γλέντι μέσα στις γειτονιές έχοντας όλοι – καλλιτέχνης και κοινό- τη βέβαιη επίγνωση του επερχόμενου άδικου θανάτου.
Η συλλογή επαναπροσδιορίζει τη σχέση της ποίησης με τη σύγχρονη ελληνική ιστορία: ανατέμνει τα αποτελέσματα της εμφύλιας σύρραξης στο παρόν, προσεγγίζει το θέμα της απώλειας με έλλογο συναισθηματισμό ενώ παράλληλα αποδίδει την οφειλόμενη τιμή στους αφανείς ήρωες της περιόδου. Η βιωματικότητα προσδίδει ένα ιδιαίτερα συγκινητικό ύφος ενισχύοντας τον έντονα λυρικό χαρακτήρα της συλλογής ( ποιημάτων, σκηνών και σύντομων βιογραφικών των αφανών αλλά γνήσιων ηρώων)· έτσι επιδιώκει και επιτυγχάνει την εξισορρόπηση της αισθητικής αρτιότητας με την ιστορική γνώση. Άλλωστε όπως είπε και ο ποιητής[1] μιλώντας για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία «Η ζωντανή αλήθεια, πιστεύω, βρίσκεται πάλι στην ιστορία της, όπως την ανακαλύπτεις ν’ αναδύεται μέσα σου, από την προσωπική σου εμπειρία και που τα γεγονότα (…) απλά και μόνο την υπομνηματίζουν…»
[1] Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος 1987

