Η ποιητική συλλογή του Κώστα Κρεμμύδα Στο σύρμα (εκδόσεις «Μανδραγόρας», 2026) μοιάζει να στήνεται πάνω σε μια λεπτή γραμμή ισορροπίας, εκεί όπου το προσωπικό βίωμα συναντά τη συλλογική μνήμη, ο μύθος διασταυρώνεται με την Ιστορία και το παρελθόν επιστρέφει για να συνομιλήσει με το ανήσυχο παρόν. Το «σύρμα» του τίτλου δεν είναι μόνο ένα όριο· είναι μια εύθραυστη μεθόριος ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, στη μνήμη και τη λήθη, στη σιωπή και τη λέξη. Πάνω του βαδίζει η ποιητική φωνή, άλλοτε με το βλέμμα στραμμένο πίσω, στα πρόσωπα και στους τόπους που ο χρόνος δεν κατάφερε να σβήσει, κι άλλοτε στραμμένο στο παρόν, εκεί όπου η καθημερινότητα, η πόλη, η τεχνολογία και οι μικρές ρωγμές της ανθρώπινης ύπαρξης διεκδικούν τον δικό τους χώρο. Πρόκειται για μια ποίηση που δεν αποσύρεται από τον κόσμο, αλλά τον διασχίζει. Μια ποίηση που αναζητά τα ίχνη όσων χάθηκαν και επιχειρεί, με τη δύναμη της λέξης, να τα κρατήσει για λίγο ακόμη ζωντανά.
Η συλλογή οργανώνεται γύρω από μια έντονη αίσθηση ιστορικότητας. Το ποιητικό υποκείμενο διαρκώς εξέρχεται από το ατομικό και εισέρχεται σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό και ιστορικό πεδίο. Ο Ορφέας και η Ευρυδίκη, ο Άδης, ο Οιδίποδας, η Αυλίδα, ο Κεραμεικός, το Μεσολόγγι και ο Ιάκωβος Μάγιερ συνυπάρχουν με τα πληκτρολόγια, την οθόνη, το escape και το ποδόσφαιρο, την αστική εμπειρία και το σύγχρονο λεξιλόγιο. Έτσι, ο χρόνος δεν εμφανίζεται ως ευθύγραμμη ακολουθία, αλλά ως ένα διαρκές πλέγμα διασταυρώσεων.
Στο ποίημα «Ορφέα σε ψάχνει η μαμά σου» (σ. 6) η μυθολογική μορφή του Ορφέα εισέρχεται ήδη από τον τίτλο σε ένα οικείο, καθημερινό γλωσσικό περιβάλλον. Η φράση «Σε ψάχνει η μαμά σου» μετατοπίζει τον μυθικό ήρωα από το υψηλό και δραματικό πεδίο της αρχαίας παράδοσης σε έναν χώρο οικειότητας και οικογενειακής αγωνίας. Η συνομιλία με την όπερα «Η ψυχή του φιλοσόφου ή Ορφέας και Ευρυδίκη» του Χάυντν, αλλά και με τη φωνή της Μαρίας Κάλλας δημιουργεί ένα σύνθετο διακειμενικό πεδίο, μέσα στο οποίο ο μύθος μετασχηματίζεται σε σχόλιο για την απώλεια και την ευθύνη απέναντι στους νεότερους. Οι στίχοι «Δεν είναι τα παιδιά να χάνονται για να τ’ αποζητούν κατόπιν / οι μεγάλοι στις κατακόμβες και τα ερείπια» απομακρύνουν οριστικά το ποίημα από μια απλή μυθολογική αναφορά και το μετατρέπουν σε στοχασμό πάνω στη σχέση γενεών και στη μνήμη.
Η Ιστορία αποκτά έντονη παρουσία στο ποίημα «Η Έξοδος» (σ. 7), καθώς η ιστορική μνήμη συνδέεται με την προσωπική μνήμη. Ο πατέρας του ποιητικού υποκειμένου εμφανίζεται στον Κήπο των Ηρώων του Μεσολογγίου, δίπλα στον Ιάκωβο Μάγιερ και στην εφημερίδα του Αγώνα, τα Ελληνικά Χρονικά:
Βρέθηκα έξαφνα στο Μεσολόγγι με την Έξοδο
ανήμερα Βαΐων το ξημέρωμα
ν’ αναμετρώ νεκρούς κι αναστημένους στους πεσόντες
με πρώτον τον πατέρα μου να φιγουράρει
στον Κήπο των Ηρώων κορδωμένος, ανάμεσα σε
προτομές οπλαρχηγών σταυρούς και κόκαλα
Αντάλλασσε δικόγραφα με τον Ιάκωβο Μάγιερ
κρατώντας υπό μάλης τα Ελληνικά Χρονικά
Έτσι, η Ιστορία αναβιώνει μέσα από έναν φανταστικό διάλογο νεκρών και ζωντανών, ενώ η γραφή αποκτά κυριολεκτικά σωματικό χαρακτήρα καθώς «τρέχει το αίμα της ταινίας μαύρο να γράφονται οι λόγοι, τα φιρμάνια, οι απώλειες / ποτάμια αίμα για να λούζονται οι νέοι κυβερνώντες». Η γραφή σύμφωνα με τον Κώστα Κρεμμύδα δεν είναι ουδέτερη πράξη, αλλά γεννιέται μέσα από τους σωρούς οστών που «στον Τύμβο περιμένουν / αίμα τρεχούμενο για κήπους, για πλατείες και αλέες /ν’ ανθίζουν ολοκόκκινα τα σύννεφα / για να ποτίζονται τα κυπαρίσσια στη δύση του ήλιου», παραπέμποντας στους στίχους του Κωστή Παλαμά από το ποίημα «Στ’ άρματα»: «Η μεγαλοσύνη / στα έθνη δε μετριέται με το στρέμμα, / με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται / και με το αίμα».
Στις «Μελανιές της μεγαλούπολης» (σσ. 10-11) η ποιητική φωνή, «σε ένα τρίστρατο αδιάβατο κάποιον Οιδίποδα μιμείται», βαδίζοντας σε έναν χώρο στον οποίο η αναζήτηση συνυφαίνεται με την αβεβαιότητα και η πορεία προς την αλήθεια μοιάζει να οδηγεί διαρκώς σε νέα αδιέξοδα. Ο Οιδίποδας, απογυμνωμένος από τη μυθική του υπόσταση, γίνεται σύμβολο του σύγχρονου ανθρώπου που αναζητά τον εαυτό του μέσα σε έναν κόσμο ολοένα πιο σύνθετο και απρόσωπο. Η σύγχρονη τεχνολογία, η οθόνη, τα πληκτρολόγια και η λειτουργία του escape εισέρχονται στον ποιητικό λόγο και συγκροτούν έναν νέο χώρο, μέσα στον οποίο αποτυπώνεται η δυσκολία και η αδυναμία της επικοινωνίας. «Αν δεν μιλήσει τελικά το κείμενο και βουβαθούν οι λέξεις;» διερωτάται το ποιητικό υποκείμενο, μεταφέροντας το άγχος της ανθρώπινης επικοινωνίας στο ίδιο το σώμα του ψηφιακού κειμένου. Έτσι, οι λέξεις, ενώ προορίζονται να γεφυρώσουν την απόσταση ανάμεσα στα υποκείμενα, κινδυνεύουν να καταστούν οι ίδιες ένας χώρος σιωπής.
Στο ποίημα «Σκηνές από το προηγούμενο δίστιχο» (σ. 14) ο Κεραμεικός γίνεται «ο τόπος μου», ενώ η αρχαιότητα, «τα μνήματα», «τ’ αγάλματα» και τα «Επιτύμβια» συνδέονται με τη σύγχρονη εμπειρία, καθώς οι λέξεις «ΕΡΩC» και «ΜΝΗΜΗC ΧΑΡΙΝ» μεταφέρουν το ποίημα στον χώρο της αρχαίας επιγραφής. Η αρχαία νεκρόπολη συνδέεται με την παιδική μνήμη και με το φως, δημιουργώντας έναν ποιητικό χώρο όπου ο θάνατος δεν υψώνεται ως αντίθετο της ζωής, αλλά ως τόπος διατήρησης των ιχνών της. Ό,τι έχει χαθεί εξακολουθεί να υπάρχει μέσα στη μνήμη, στις λέξεις, στα σώματα των αγαλμάτων και στις χαραγμένες επιγραφές. Η αναφορά, στο τέλος, σε ένα σύγχρονο ναυάγιο επαναφέρει απότομα τον αναγνώστη στη σύγχρονη πραγματικότητα. Έτσι, η αρχαιότητα αποτελεί ένα είδος καθρέφτη μέσα στον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος αναγνωρίζει τον θάνατο, τον έρωτα και τη μνημονική διαδικασία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ποίημα «Μαύρο ζερό ή κόκκινο» (σσ. 12-13), ένα ποίημα στο οποίο η θάλασσα, ο τζόγος, η περιπλάνηση και η ίδια η ποιητική πράξη συναντώνται σε ένα πυκνό δίκτυο συμβολισμών. Ήδη ο τίτλος εγκαθιστά το μοτίβο της επιλογής και του ρίσκου, καθώς η ανθρώπινη ύπαρξη μοιάζει με μια παρτίδα στην οποία η «μπίλια» μπορεί να δείξει απρόβλεπτα την κατεύθυνση, χωρίς να προσφέρει μια ασφαλή «πυξίδα». Το θαλασσινό τοπίο -ο Οζερός, ο Αμβρακικός, η σαπισμένη βάρκα, ο φάρος, τα κύματα, ο γλάρος, ο χάρτης και η πυξίδα- μετατρέπει την περιπλάνηση σε υπαρξιακή συνθήκη, ενώ η αναφορά στην Αυλίδα επαναφέρει, για ακόμη μία φορά, τον διάλογο του παρόντος με το μυθολογικό και ιστορικό παρελθόν. Το ταξίδι, ωστόσο, παραμένει διαρκώς μετέωρο. Κι αυτό γιατί ο δρόμος της επιστροφής έχει χαθεί και ο ούριος άνεμος δεν φτάνει ποτέ. Ταυτόχρονα, το ποίημα αποκαλύπτει έντονα αυτοαναφορικό χαρακτήρα, καθώς ο τζόγος της ζωής μεταφέρεται και στο ίδιο το εργαστήρι της γραφής: «Για πλάκα το ’κανα μα / βγήκε ρίμα», σημειώνει ο ποιητής, ενώ λίγο αργότερα η ειρωνική διαπίστωση «τι γκαντεμιά να μη μου βγαίνουν ούτε οι στίχοι» φέρνει στο προσκήνιο την αβεβαιότητα της ποιητικής δημιουργίας. Η ρίμα, ο στίχος και η τύχη μοιάζουν να υπακούουν στην ίδια απρόβλεπτη κίνηση που διέπει και την ανθρώπινη μοίρα. Έτσι, πίσω από τον αυτοσαρκασμό και το παιχνίδι της γλώσσας αναδύεται ένας βαθύτερος υπαρξιακός στοχασμός, ο οποίος κορυφώνεται στους τελευταίους στίχους: «Οι σκιές δεν είναι άλλο παρά η ελπίδα προς το Φως / Ανάμεσά τους γεννιέται και πεθαίνει ο Άνθρωπος». Ανάμεσα στη σκιά και στο φως, στην απώλεια και την ελπίδα, στην τυχαιότητα και την ανάγκη, τοποθετείται τελικά ο άνθρωπος του Κρεμμύδα. Ένας άνθρωπος που συνεχίζει να ταξιδεύει, ακόμη κι όταν δεν γνωρίζει αν υπάρχει λιμάνι επιστροφής.
Η γλώσσα του ποιητή κινείται ανάμεσα σε διαφορετικούς τόνους και αποχρώσεις. Λέξεις καθημερινές συναντούν λέξεις πιο λόγιες, η αρχαιότητα συνομιλεί με την προφορικότητα, ενώ η τεχνολογία βρίσκει τη θέση της δίπλα στη μυθολογία και την ιστορία. Μέσα σε λίγους στίχους μπορεί κανείς να βρεθεί από τον Ορφέα και τα Ηλύσια Πεδία στο escape, από τον Κεραμεικό μπροστά σε ένα πληκτρολόγιο και από μια αρχαία επιγραφή σε ένα σύγχρονο ναυάγιο. Οι αποστάσεις μικραίνουν και διαφορετικές εποχές, εικόνες και φωνές συναντιούνται απρόσμενα μέσα στον ίδιο ποιητικό χώρο. Αυτή ακριβώς η εναλλαγή δίνει στη συλλογή τον δικό της ρυθμό. Η ποίηση του Κώστα Κρεμμύδα δεν κλείνεται σε έναν κόσμο αυτάρκη και απομονωμένο. Αντίθετα, αφήνει την πόρτα ανοιχτή σε όσα συμβαίνουν γύρω μας και σε όσα έχουν ήδη συμβεί: στη λογοτεχνία, στη μουσική, στο θέατρο, στην Ιστορία, στον αθλητισμό, στην τεχνολογία, στην καθημερινότητα. Ο ποιητής μοιάζει να μαζεύει από παντού μικρά θραύσματα του κόσμου (λέξεις, εικόνες, ήχους) να τα αφήνει να συναντηθούν μέσα στον ίδιο ποιητικό χώρο, μέχρι να αποκτήσουν μέσα στο ποίημα μια καινούργια ζωή. Κι έτσι, το παλιό και το καινούργιο, το υψηλό και το καθημερινό, το προσωπικό και το συλλογικό συνομιλούν σε μια ποιητική συλλογή που δεν καταργεί τις αποστάσεις αλλά τις μετατρέπει σε δημιουργικό διάλογο.
Στο σύρμα είναι μια συλλογή για όσα ο άνθρωπος προσπαθεί να κρατήσει ενώ όλα γύρω του μετακινούνται. Για τους νεκρούς που επιστρέφουν μέσα από τη μνήμη, για τους τόπους που εξακολουθούν να μιλούν, για τα αντικείμενα που επιβιώνουν ως ίχνη, για τις λέξεις που παλεύουν να μην ακυρωθούν από τη σιωπή. Η ποίηση του Κώστα Κρεμμύδα βρίσκεται ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, στο παρελθόν και το παρόν, στον μύθο και την καθημερινότητα. Και αν το «σύρμα» είναι το σημείο της ισορροπίας, η ποιητική φωνή της συλλογής μοιάζει να επιλέγει ακριβώς αυτή την επισφαλή θέση, να κοιτάζει το κενό χωρίς να παύει να γράφει. Ακόμη και όταν το ταξίδι έχει τελειώσει και απομένει «Μια διαδρομή σ’ άδειο λιμάνι», η ποίηση εξακολουθεί να αναζητά τα ίχνη εκείνων που έφυγαν, εκείνων που χάθηκαν και εκείνων που δεν πρόλαβαν να φτάσουν.

