Κλειώ
Το σπίτι της Κλειώς ήταν χτισμένο σε μια χαμηλή πλαγιά ενός από τα πιο μεγαλοπρεπή βουνά της Ελλάδας, τον Ταϋγετο, και αγνάντευε τον Μεσσηνιακό κόλπο με τις ομορφιές του και τα μοναδικά του ηλιοβασιλέματα. Ήταν πανέμορφο. Φιλικά δεμένο με το περιβάλλον και φιλόξενο. Το εσωτερικό του ήταν εξοπλισμένο με όλους τους θησαυρούς της σύγχρονης τεχνολογίας που παρείχε η δεκαετία του ’80 και κάθε γωνιά του ήταν τόσο προσεγμένη που όσοι τo επισκέπτονταν για πρώτη φορά έμεναν γοητευμένοι από την άνεση και την καλαισθησία του.
Στα σαράντα δύο της χρόνια, η Κλειώ ήταν ήδη μια καταξιωμένη αρχιτέκτονας. Κορυφή στον τομέα της. Εκείνο το Σάββατο ήταν πολύ σημαντικό γι’ αυτήν. Επρόκειτο να παραστεί στα εγκαίνια μιας σχολικής μονάδας που είχε σχεδιάσει για έναν εκπαιδευτικό οργανισμό και να παραλάβει το βραβείο που της είχε απονεμηθεί για το έργο της.
Η Κλειώ ετοίμασε ένα μπάνιο με άλατα και αφρούς, έβαλε στο πικάπ το adagio του Αλμπινόνι, γδύθηκε και γλίστρησε στο ζεστό νερό. Της άρεσαν αυτές οι στιγμές. Λάτρευε τα αρωματικά μπάνια, την αίσθηση του βελούδου και του μεταξιού πάνω της, τις βαθιές, χουζούρικες πολυθρόνες, τα πυκνά χαλιά, την καλή μουσική όλων των ειδών, ιδιαίτερα την προκλασική, τις κλασικές ταινίες και ένα σωρό άλλα πράγματα που είχε στερηθεί καθώς είχε γεννηθεί και μεγαλώσει σε μια εποχή βίας και φτώχειας. Τώρα είχε πια το δικό της επιτυχημένο αρχιτεκτονικό γραφείο, οι συνεργάτες της ήταν προσεκτικά επιλεγμένοι, είχε τη δική της προσωπική γραμματέα και τα οικονομικά της τής επέτρεπαν πλέον αυτές τις πολυτέλειες.
Έκλεισε τα μάτια της απολαμβάνοντας το ζεστό νερό της μπανιέρας και αφέθηκε στη γλυκιά χαλάρωση που της πρόσφερε. Η σκέψη της γύρισε πίσω στα παιδικά της χρόνια, τότε που το μπάνιο στη σκάφη το χειμώνα ήταν τιμωρία. Όσο ζεστό κι αν ήταν το νερό, το κρύο ήταν τόσο παγερό που το παιδικό κορμάκι έτρεμε, σαν έβγαζε και το τελευταίο ρουχαλάκι από πάνω του για να πλυθεί. Το μαγκάλι έκαιγε δίπλα στη σκάφη-μπανιέρα μα δεν ζέσταινε κανέναν. Μόνο μετά το πλύσιμο, ντυμένη πια, καθότανε στο καρεκλάκι κοντά στο μαγκάλι και ζεσταινότανε. Τι χρόνια! Το πατρικό σπίτι δεν είχε παρά μόνο δυο δωμάτια. Στο ένα κοιμόταν αυτή και η μικρή της αδελφή, στο άλλο, το οποίο ήταν και κουζίνα, είχαν το κρεβάτι τους οι γονείς. Το σπίτι έμπαζε από παντού και το χειμώνα υπέφεραν από το κρύο, άσε πια που όταν έβρεχε, η σκεπή έσταζε και βάζανε τους κουβάδες από κάτω να μαζεύουν τη βροχή.
Σε λίγο ένοιωσε το νερό πιο κρύο και αποφάσισε πως ήταν ώρα να βγει από την μπανιέρα. Ξεπλύθηκε και βγήκε. Τύλιξε το όμορφο κορμί της με μια παχειά πετσέτα προχώρησε στην κρεβατοκάμαρά της και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της. Πήρε από το κομοδίνο μια ακριβή, μαλακτική κρέμα και άρχισε να κάνει στα πόδια της ένα ελαφρό μασάζ με τα δάχτυλά της……. και τότε τα ξαναείδε…… τα μικροκαμωμένα ποδαράκια με τη βρωμιά κολλημένη πάνω στους αστράγαλους και τα λεπτά χεράκια με τους βρώμικους, μαυρισμένους κόμπους. Κοίταξε τα πεντακάθαρα, λεπτά, καλο-περιποιημένα χέρια της. Θυμήθηκε πως με αυτούς τους κόμπους είχε μάθει να μετράει τους μήνες, για να ξέρει ποιοι είχαν 30 και ποιοι 31 ημέρες. Με το δεξί της χέρι άρχισε να μετράει στο αριστερό. Πρώτος κόμπος Ιανουάριος, πρώτο βαθούλωμα Φεβρουάριος κ.λπ..
Χαμογέλασε με τρυφερότητα ανάμεικτη με μια γλυκιά νοσταλγία στο κορίτσι με τα βρώμικα ποδαράκια, που δεν υπήρχε πια, σηκώθηκε, κάθισε μπροστά στον καθρέφτη και χτένισε τα πυκνά, καστανόξανθα μαλλιά της.
Φόρεσε το μοντέρνο συνολάκι, που είχε αγοράσει για την περίπτωση, κοιτάχτηκε άλλη μια φορά στον καθρέφτη, πήρε την τσάντα της και προχώρησε προς την έξοδο του σπιτιού.


