“Όρθιες στέκονται μόνο οι μαριονέτες” του Σταύρου Θεμιστοκλέους
Κατερίνα Τσιτσεκλή

Ο Σταύρος Θεμιστοκλέους γεννήθηκε στη Λάρνακα όπου και ζει. Σπούδασε στο Salford University του Manchester Χρηματοοικονομικά και εργάζεται σε ιδιωτική εταιρεία. Παρακολουθεί εδώ και πέντε χρόνια τα Εργαστήρια Δημιουργικής Γραφής και Ανάγνωσης της ποιήτριας Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου. Το βιβλίο Όρθιες στέκονται μόνο οι μαριονέτες (εκδόσεις Ρώμη, 2025, ISBN:  978-960-655-196-3) είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή. Η σουρεαλιστική φωτογραφία στο εξώφυλλο, το σώμα μιας μαριονέτας που αιωρείται στον αέρα δεμένη από ένα σχοινί και έχει μπαλόνια στη θέση του κεφαλιού, μας προϊδεάζει ότι το επίκεντρο της συλλογής είναι ο άνθρωπος της εποχής μας, μέσα από μια υπερεαλιστική διάθεση που περισσότερο αποκαλύπτει παρά κρύβει την αλήθεια για όσα συμβαίνουν στον κόσμο μας.

Στο πρώτο του ποίημα «Κλάσματα πληρότητας», το οποίο χωρίζεται σε 4 μέρη, ο ποιητής παίρνει τους δρόμους σε αυτό το βάθος της ύπαρξης που βρίσκεται η καρδιά, στις πιο πολύτιμες αναμνήσεις του που τον καθορίζουν. Και η καρδιά του φέρνει τα βήματά του στο παλιό σχολείο, εκεί που διδάχθηκε το Άλφα και το Ωμέγα και τις αξίες του για τη ζωή και μετά στο πατρικό σπίτι, εκεί που ένιωσε την αγάπη. Ο ποιητής στέκεται σε εκείνο το διάσελο που σταματάει ο χρόνος, στο διάστημα που μεσολαβεί για να παρθεί μια απόφαση για το δρόμο που θέλει στη ζωή του να ακολουθήσει και ιδωμένη κάτω από αυτή τη σκοπιά, η ποίησή του μετατρέπεται σε μια διαδρομή αυτογνωσίας.

1/4

Φτάνω νωρίς το πρωί όπως παλιά / στο μοναδικό μέρος που μεγάλωσα.  / Ακριβό ρολόι στο δεξί../ Μια αυλή γεμάτη αγριόχορτα. / Το δάπεδο σκληρό / με ξεραμένο αίμα / απ’ τα γδαρμένα μας γόνατα. / Παράθυρα μισάνοιχτα / καταρρέουν στο έλεος του καιρού. /  Η γκρεμισμένη στέγη / υποδέχεται τη βροχή σε σάπια θρανία. / – Κάποτε μάθαινα το Άλφα και το Ωμέγα –  / Το κουδούνι ηχεί στ’ αυτιά μου / και τα μάτια μου καρφώνουν / τον γυρτό κορμό του δέντρου / που έδωσα το πρώτο φιλί. / Θα ήταν όλα υπέροχα, αν / –  αντί για το προπατορικό αμάρτημα  – / φιλούσα την Εύα.

                                     Απόσπασμα από το ποίημα « Κλάσματα πληρότητας»

Στην ποίησή του υπάρχει ένας υποφώσκων ρομαντισμός που ξεγελά και συχνά αναιρείται στο τέλος του ποιήματος με κάτι ανατρεπτικό που βάζει τον αναγνώστη σε σκέψεις.

Στο ποίημα «Το αγαπημένο μου παιχνίδι» μιλάει για τους φίλους που χάνονται, ζουν τις δικές τους παράλληλες ζωές, χωρίς επαφή, και η απόσταση μεγαλώνει, μιας και οι σύγχρονες συνθήκες της ζωής τους απομακρύνουν. …Γινόμαστε ήπειροι ξεχωριστές / με άλλα ήθη και έθιμα / άλλη γλώσσα / άλλο πολιτισμό / μέχρι που δεν αναγνωρίζει πια / ο ένας τον άλλον. / Ξένοι γινόμαστε / που πρέπει να συστηθούν ξανά / για ν’ αναμετρηθούν με όσα αγνοούσαν..

Ο ποιητής περιπλανιέται στη μεγάλη πόλη και φωτογραφίζει στιγμές από το μετανεωτερικό τοπίο, αυτή την επικράτεια της μοναξιάς, όπου όλοι είναι μαζί και όλοι αισθάνονται μόνοι, αφού κανείς δεν ξέρει αληθινά κανέναν.

[…]Κάθε Κυριακή το νυχτερινό τρένο / φτάνει στις εφτά…  […]Καθόμαστε στη θέση πλάι στο παράθυρο / – δυο άδειες αγκαλιές – / μιλάμε ο ένας στον άλλο με την ελπίδα να γεμίσουν…

Στην επιστροφή τα σύννεφα εξατμίζονται. / Πάνω απ’ το εύκρατο κλίμα της βροχής / κυλάνε ήπια οι μέρες. / Τα σύνορά τους φτάνουν το πολύ / ως το μικρό μπαλκόνι.

                                 Απόσπασμα από το ποίημα «Το Κρατίδιο της ευτυχίας»

Το μικρό μπαλκόνι εμφανίζεται και σε άλλα ποιήματα, θέλοντας προφανώς ο ποιητής να δείξει την περιορισμένη ζωή μας, σε αντίθεση με το μεγάλο κόσμο που απλώνεται γύρω μας και κυρίως όταν αυτή συνοδεύεται από μια οδυνηρή αίσθηση έλλειψης επιλογής. Στο ποίημα «Χαρταετός» γράφει: […] Μείναμε να κρατάμε το σχοινί / μην τύχει και κοπεί / λες και εξαρτιόμασταν / απ’ το φεγγάρι. / Από τον ήλιο θα ’πρεπε / – ελεύθερος και αυτόφωτος – κι ας καίει από μακριά η τελειότητα.

Συχνά ο ποιητής μιλάει για τα σημάδια και τα ίχνη που αφήνουν πίσω τους τα γεγονότα παρά με ρεαλιστικές περιγραφές και ζητά από τον αναγνώστη να εκμαιεύσει σε τι ακριβώς αναφέρεται, τι έχει συμβεί και ποιες ήταν οι συνέπειες. Σε κάποια ποιήματα τα πλάσματα της φύσης αποκτούν φωνή, όπως στο ποίημα «Παρά φύσιν» όπου ακούγεται η φωνή ενός έλατου που εξηγεί στον κάτοικο του σπιτιού, μειλίχια σαν να απευθύνεται σε παιδί, ότι του λείπει το δάσος και ότι δεν ανήκει εκεί φανερώνοντας την απερίσκεπτη συμπεριφορά του ανθρώπου απέναντι στη φύση:

Περιμένω πάντα το πρωί / όταν ανοίγεις το παράθυρό σου / και ξεχνώ ότι βρίσκομαι σπίτι σου. / Τα κλαδιά μου βαριά και κουρασμένα / δεν αντέχουν τα φανταχτερά σου στολίδια. / Γιατί πρέπει να κουβαλώ / τόσα άψυχα πράγματα; / Πού αποσκοπούν; / Ποιος τα μετράει;

Μου λείπουν οι μέρες  / που φλυαρούσε ο άνεμος / και τα φύλλα μου ήταν ελεύθερα / να τον ακούσουν.

Κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους / ακούω τους δείχτες τού τίποτα./ Η φωτιά στο τζάκι με προσκαλεί. / Οι πριονισμένες στιγμές ουρλιάζουν / αλλά εσύ τραγουδάς «Ω, έλατο». / Άνοιξε το παράθυρό σου. / Άνοιξέ το κι ας είναι βράδυ. / Κατά βάθος ξέρεις / όσα προκλητικά αγνοείς. / Δεν ανήκω εδώ.

Αναρωτιέται κανείς τι θα γινόταν αν αφαιρούσαμε όλα τα ψεύτικα στολίδια μας από τον κόσμο, τα φανταχτερά μαγαζιά, τα φώτα που τα στολίζουν. Δεν θα αποκαλυπτόταν τότε η γυμνή αλήθεια της γης, οι τεράστιες δασικές εκτάσεις που έχουν χαθεί, οι τόνοι των σκουπιδιών με τα οποία ο άνθρωπος έχει  φορτώσει όλο τον πλανήτη;

Η αναφορά του δέντρου στις κομμένες ρίζες έχει επίσης και μια άλλη ανάγνωση. Φέρνει στο νου όχι μόνο την καταστροφή της φύσης, αλλά και τους ανθρώπους που ξεριζώνονται από τον τόπο τους, τις συνεχείς μετατοπίσεις πληθυσμών από την οικονομική κρίση και τους πολέμους.

Η φωνή ενός σκιάχτρου ακούγεται στο ποίημα «Σκιάχτρο εν έτει 1922», με την ημερομηνία να συμπίπτει με τη μεγάλη καταστροφή της Σμύρνης, θυμίζοντάς μας τη διαχρονικότητα του πολέμου:

Μέσα απ’ τα κουρέλια / ανοίγω τις παλάμες / τρομάζω τα πουλιά. / Σήμερα, όμως / καπνός καλύπτει τον ουρανό. / Η φωτιά ολοκάθαρη στον ορίζοντα / κι εγώ περιμένω δυο φτερά να σωθώ…

[…] Αν ήταν άλλο το όνομά μου / τότε μια φωνή θα το καλούσε. / Καινούργια ρούχα θα φορούσα / και μ’ ένα άγγιγμα / θα γινόμουν άνθρωπος. / Αν ήταν Σμύρνη το όνομά μου / τότε η ιστορία θα το καλούσε. / Θα με αναγνώριζε. /

Η καταστροφή όλο και πλησιάζει. / Φτιαγμένος από άχρηστα στάχυα / θα καώ.

Όπως και τότε ο πόλεμος και τώρα μαίνεται και μεγάλοι πληθυσμοί αμάχων είτε ξεκληρίζονται είτε εκτοπίζονται, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος παρακολουθεί τις ειδήσεις ησύχως από την τηλεόραση. Ο νους του ποιητή τρέχει στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις μιας άλλης εποχής. Στη νεολαία εκείνη που δεν έμεινε αδρανής, αλλά με τα αντιπολεμικά της συνθήματα, τα επαναστατικά της τραγούδια και την αγάπη της για τη φύση αγωνίστηκε για έναν ειρηνικό κόσμο και αν πετύχαινε το στόχο της, αν κληροδοτούσε στις επόμενες γενιές το πνεύμα της, θα έδινε στο μέλλον μια ευκαιρία. Αναφέρεται φυσικά στις δεκαετίες του  ’ 60 και του ’ 70. Τώρα οι φωνές και οι ιδέες εκείνης της γενιάς έχουν από καιρό σβήσει και εκείνος νιώθει σαν ρακοσυλλέκτης καθώς αναζητά τα ίχνη που άφησαν πίσω τους. Ο ποιητής γράφει:

Πέταξέ με στα σκουπίδια. / Εκεί θα βρω των αρουραίων θησαυρούς. / Βρωμάει ξινίλα απ’ το ληγμένο γάλα / μιας μάνας που δεν γέννησε. / Μουσκεμένα μαντίλια από λόγια σάπια / τροφή έγιναν για σκύλους. / παλιές επαναστάσεις / τρύπια ρούχα μιας άλλης εποχής / σκισμένα χαρτιά / μουτζουρωμένα με στίχους / σπασμένες φωνές που βράχνιασαν / να τους τραγουδούν.

Πέταξέ με στα σκουπίδια / να χαϊδέψω τη γάτα της απραξίας. / Εκεί, τα μάτια βλέπουν καλύτερα / στο σκοτάδι. / Να σφίξω στην παλάμη μου το περιτύλιγμα καραμέλας αδοκίμαστης / να νιώσω τον πόνο / ενός μικρού θανάτου / πάνω σε ξεθωριασμένα σεντόνια / να πάω βόλτα τον χρόνο / με σκουριασμένο ποδήλατο.

Πέταξέ με στα σκουπίδια / εκεί που ό,τι δεν έγινε ανθίζει».

«Ρακοσυλλέκτης»

Εν συνεχεία, μιλάει για τις μάσκες που φοράει ο σύγχρονος άνθρωπος στην καθημερινότητά του και τις έχει τόσο συνηθίσει που πια δεν θέλει να τις βγάλει ούτε καν όταν είναι μόνος. Ίσως γιατί φοβάται μήπως δεν αναγνωρίσει το πρόσωπό του, ίσως από ντροπή γιατί αντί να βγει στο φως και να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, να δώσει μάχη για τα πιστεύω του, εκείνος κρύβεται στην ντουλάπα.

[…]  Αυτό είναι ντρέπομαι. / Έμαθα να μένω στην ντουλάπα. / Το πολύ, να βάλω λίγη ναφθαλίνη / να μη με φάει ο σκόρος. / Αλλά ούτε λόγος για να βγω. / Δεν είμαι για επαναστάσεις / ενάντια στο ρεύμα εγώ. / Θα μπορούσα αλλά…                                                           

                                    Απόσπασμα από το ποίημα «Φωτοφοβία»

Το σχοινί που δένει τη μαριονέτα στο εξώφυλλο συχνά επανέρχεται σαν συμβολισμός. Άλλοτε είναι ο σπάγκος που μας συνδέει με το φεγγάρι, άλλοτε οι βαριές αλυσίδες ενός σκύλου που προτιμάει να έχει αφεντικό από το να πεινάει ελεύθερος «Ου γαβ έρχεται μόνον»  και άλλοτε γίνεται το σχοινί της λαιμητόμου του «Αγέλαστου βασιλιά» που σκοτώνει το γελωτοποιό όταν ο τελευταίος δεν καταφέρνει να τον κάνει να γελάσει, μια αλληγορία για τις εργασιακές σχέσεις της εποχής μας.

Η υπαρξιακή αγωνία του ποιητή ελαφραίνει μόνο με την αγάπη, αλλά ακόμα και τότε ο χρόνος που κυλάει ακούγεται στον τοίχο σαν σφυρί, γιατί ξέρει ότι οι ωραίες στιγμές χάνονται.

Η αγάπη χτυπά την πόρτα απαλά. / Είναι το χέρι / που ακουμπά το πρόσωπο. / Έχει την ησυχία καταιγίδας / όταν την κοιτάς απ’ το παράθυρο. / Μόνο όταν κοιμόμαστε αγκαλιά / νιώθω τον ρυθμό της ζωής. /

Σαν σφυρί στον τοίχο / που κρεμάει στιγμές / ακούγονται οι ανάσες μας.

«Αφθονία καρφιών»

Ο ποιητής αναρωτιέται ποιο  είναι το νόημα του κόσμου αν για μια στιγμή υποθέσουμε ότι το μέλλον έχει ήδη υποθηκευτεί:

Χόρευαν με ξένους οι στιγμές μας. / Τώρα μες στις συνομιλίες των εφαρμογών / αρχειοθετούνται, αναβοσβήνουν. /  Όπως πριν απ’ τον θάνατο η ελπίδα / όσο εσύ θα ρίχνεις το λιθαράκι σου / στην οικουμένη / για να τον καταργήσεις. /

Αν ο θάνατος είναι αστέρι / και τον βλέπεις να πέφτει / όταν έχει ήδη συμβεί / ποιο το νόημα τότε του κόσμου;  

Είμαστε όλοι δεμένοι με αόρατες αλυσίδες από τη φθαρτή φύση μας που γίνονται όλο και πιο εμφανείς με το πέρασμα του χρόνου, αλλά και από τις αλυσίδες που μας έχει φορέσει η πραγματικότητα που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε και τώρα βρισκόμαστε σε ένα λαβύρινθο. Ίσως αν βρίσκαμε το νήμα που μας συνδέει με τα ιδανικά της γενιάς εκείνης που αγωνίστηκε για να αλλάξει τον κόσμο να ήταν ο τρόπος για να φωτίσει το μέλλον.

Ο Σταύρος Θεμιστοκλέους,  γράφει πολύ όμορφα και ευφάνταστα ποιήματα για τη σημερινή κατάσταση του κόσμου όπου διαφαίνεται η δική του μελαγχολία, αλλά και ένας φιλοσοφικός στοχασμός που δίνει τροφή για σκέψη και τον ενώνει με άλλους ποιητές της γενιάς του.

Περισσοτερα αρθρα