Ο ποιητής-πουλί κι αηδόνι στο ποιητικό έργο της Γιώτας Αργυροπούλου προέκυψε μετά από μελέτη, με αφορμή την κυκλοφορία και παρουσίαση του καλαίσθητου τόμου Ποιήματα και πεζά. 1998-2018. Συγκεντρωτική έκδοση (Μελάνι, 2023, ISBN: 978-960-9530-231-4 (σε επιμέλεια έκδοσης Πόπης Γκανά και φιλολογική επιμέλεια Κωνσταντίνου Κωστέα, ο οποίος με σεβασμό και ευαισθησία έσκυψε πάνω στο ανέκδοτο έργο της αδόκητα και πρόωρα εκλιπούσας μεσσήνιας ποιήτριας. Στις 472 σελίδες του τόμου περιλαμβάνονται: Εισαγωγικό σημείωμα του επιμελητή, οι πέντε ποιητικές συλλογές που εξέδωσε η ποιήτρια εν ζωή, καθώς επίσης, 38 ανέκδοτα ποιήματα, 10 ανέκδοτα μικρά πεζά, επίμετρο με 3 μικρά κριτικά κείμενά της και, τέλος, παράρτημα με αυτοβιογραφικό κείμενο του πατέρα της, Παναγιώτη Ι. Αργυρόπουλου.
Τα πουλιά, που αποτελούν σημαντικό στοιχείο στη διαχρονία της ελληνικής, καθώς, απαντώνται εκτός από την ΑΕ γραμματεία,[1] στο μεσαιωνικό άσμα «Πουλολόγος», στο δημοτικό τραγούδι[2] και σε ποιητές της σύγχρονης νεοελληνικής ποίησης, ενδεικτικά, στον Οδυσσέα Ελύτη, στον αγαπημένο ποιητή της ΓΑ Μίλτο Σαχτούρη, στο ποίημα «κατάλογο» του Γιώργη Παυλόπουλου «Πού είναι τα πουλιά;», δε θα μπορούσαν να λείπουν από το ποιητικό έργο[3] της ποιήτριάς μας. Πώς, άλλωστε, αφού η ίδια είχε επιλέξει την απεικόνιση πουλιών σε δύο από τα πέντε εξώφυλλά της. Στην πρώτη συλλογή της, Τοιχογραφία της άνοιξης, το εξώφυλλο αποτελεί λεπτομέρεια από την «Τοιχογραφία των κρίνων ή της άνοιξης», Θήρα π. 1650 π.Χ., όπου ένα ζεύγος χελιδονιών «ερωτοτροπούν στην ευωδία των κρίνων/ και εικονίζουν αισιόδοξα/ την εποχή του έρωτα/ που τα υποσχόταν όλα»,[4] ενώ στην τρίτη συλλογή της, Διηγήματα, στο κολλάζ του Δημήτρη Πικιώνη διακρίνεται ένα πουλί στο χρώμα της ώχρας. Επιπρόσθετα, η ΓΑ επιλέγει ως πρώτο ποίημα στην πρώτη της συλλογή τον «Οιωνό[ς]»,[5] ενώ σμήνη πουλιών με πανοραμική θέα και ανεμπόδιστο πέταγμα στα ουράνια, φτεροκοπούν ανάμεσα στους στίχους της, καθώς εντοπίζονται εξήντα δύο (62) αναφορές σε πετούμενα, μεταξύ άλλων: οιωνός, πουλί, κοτσύφι, χελιδόνι/πετροχελιδόνι, γεράκι/γερακίνα, κοτσύφι/πετροκότσυφας, τρυγόνι, πέρδικα, σιταρήθρα, γαλιάντρα, περιστέρι, γλάρος.
Στα στίφη τους ξεχωριστή και κυρίαρχη θέση κατέχει το αηδόνι, το πουλί με τις περισσότερες (19) αναφορές στο ποιητικό έργο της ΓΑ, οι 17 από τις οποίες επιχωριάζουν στην ομώνυμη ενότητα τεσσάρων ποιημάτων στην τρίτη της συλλογή, Διηγήματα, όπου η φιλολογική σκευή της ποιήτριας προβάλλει ευδιάκριτα μέσα από τις διακειμενικές αναφορές της. Ήδη στο πρώτο ποίημα της ενότητας, με έναν λυρικό απόηχο σαπφικής έκφρασης («ἦρος †ἄγγελος ἱμερόφωνος ἀήδω톻, της άνοιξης ο μηνυτής το γλυκολάλο αηδόνι),[6] το ποιητικό υποκείμενο απευθύνεται ίσως κυριολεκτικά σε ένα γλυκόλαλο αηδόνι και τους μελωδικούς λαρυγγισμούς του, υπόμνηση κάλλους και ηδύτητας, ίσως πάλι μεταφορικά σε κάποιον τραγουδιστή ή εραστή με το ερωτικό τραγούδι του, κάνοντάς του έκκληση «[ξ]άγρυπνη να μ’ αφήνεις./ Έτσι να με ξυπνάς».[7]
Στο δεύτερο ποίημα, «[έ]νας άντρας τραγουδάει/ στο απέναντι γιαπί» σαν αηδόνι, «[κ]ι αυτός ο ήχος ο ξερός καθώς καρφώνει τις σανίδες/ κρατάει τον άντρα τον ημίγυμνο/ αιχμάλωτο στον ήλιο, τη μελωδία αιχμάλωτη/ στον ίδιο τον καημό της»,[8] ενώ παρακάτω, εκτός από σύμβολο μελωδικότητας, γλυκόλαλο, και έρωτα, ερωτευμένο, το αηδόνι γίνεται σύμβολο αισθητικότητας και ωραιότητας, σύμβολο της ίδιας της τέχνης, αποκαλύπτοντας το μικρό κι ασήμαντο, αφού η ομορφιά του τραγουδιού, της ποίησής του, ξεδιπλώνει στα μάτια μας την ομορφιά της φύσης, του κόσμου, των μικρών πραγμάτων, καθιστώντας τον ρόλο του πουλιού αντίστοιχο με τον ρόλο του ποιητή και του καλλιτέχνη
Ξαγρυπνούσα κι άκουγα ερωτευμένο αηδόνι.
Είχε τη φωλιά του στα φυλλώματα ενός δέντρου ταπεινού
τη μέρα δεν το πρόσεχες
δεν το ’πιανε το μάτι σου για δέντρο
και τώρα το αηδονάκι με τις τρίλιες του
το αποκάλυψε στα μάτια μου
δέντρο μικρό κι ασήμαντο
καχεκτικό δεντράκι
σκονισμένο.[9]
ο οποίος σταδιακά μεταμορφώνεται, με μια λανθάνουσα μεταφυσική χροιά, σε ένα υβριδικό πλάσμα, ένα παράξενο, αλλά ενδιαφέρον εξωτικό, μα ταυτόχρονα εγχώριο, είδος τον ποιητή-πουλί κι αηδόνι.[10] Και, όπως ο Βακχυλίδης αποκαλείτο Κηΐα ἀηδών,[11] εν προκειμένω η ποιήτρια παρομοιάζεται με αηδόνι επί το έργον, το οποίο η τέχνη της ποιήσεως οδηγεί αμετάκλητα στη βασανιστική ηδονή-οδύνη, στην αγρύπνια της καλλιτεχνικής ή ποιητικής δημιουργίας.
Ξαγρυπνούσα κι άκουγα το ερωτευμένο αηδόνι.
Αναπολούσα τον καιρό που ήμουνα πουλί
κι αηδόνι
κοίταζα μόνο το τραγούδι μου
στο δώμα που ξαγρύπναγα,
μικρό και σκονισμένο.[12]
Οι παραπάνω στίχοι αποτελούν απόηχους του σαπφικού μέλους «ώστε να δούμε λιγότερο ύπνο κι από τ᾽ αηδόνι με τη γάργαρη φωνή»,[13] ενώ η εικόνα του αηδονιού ως συμβόλου για τον ποιητή κορυφώνεται στο τέταρτο και τελευταίο ποίημα της ενότητας με μια αναφορά, «ήμουν πουλί κι αηδόνι», που αφορμάται από την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού
Και όσον αφορά τα κατ’ εμέ ωστόσο
η έμπνευση επιμένει ξεροκέφαλη
ότι κι εγώ έναν καιρό στο δώμα εκείνο του έρωτα
ήμουν πουλί κι αηδόνι.
[…][14]
Φωτεινή Βασιλοπούλου
Παραπομπές:
[1] Τα πουλιά απαντούν στην επική ποίηση (Όμηρος, Ησίοδος: Έ.Η.), λυρική, μελική (Σαπφώ, Ανακρέων), χορική (Πίνδαρος, Βακχυλίδης), δραματική (Αισχύλος: Αγαμέμνων, Προμηθέας Δεσμώτης, Επτά επί Θήβας, Αριστοφάνης: Όρνιθες, μια τοιχογραφία πουλιών), σε αρχαϊκούς λυρικούς ποιητές (Σαπφώ, Αρχίλοχος, Ήριννα).
[2] Πολύ εύστοχα αναλύει την περίπτωση των συμβόλων στη δημοτική ποίηση ο Πέτρος Σπανδωνίδης: «Η φαντασία του λαϊκού ποιητή δρώντας κατά τον αρχέγονο νόμο της αναλογίας, δημιουργεί παραλληλίες, βρίσκει ομοιότητες. Έτσι γίνεται συσχέτιση ανάμεσα σε μιαν ιδέα, σκέψη, αντίληψη, συγκίνηση, διάθεση, κι ένα αντικείμενο με πλαστική φόρμα, ώστε αυτό το τελευταίο να αποβαίνει η αισθητική απόδοση της αφηρημένης ιδέας. Αυτός ο πρωτόγονος τρόπος της νοητικής λειτουργίας, δηλαδή με την πλαστική γλώσσα της φαντασίας, είναι η αιτία της δημιουργίας των πλαστικών εκείνων τρόπων που με μια λέξη ονομάζουμε σύμβολα, και ειδικότερα ονομάζουμε εικόνα παρομοίωση, μεταφορά, αλληγορία… Το αισθητό υποκατάστατο το παίρνει ο λαός από τη γύρω του γνώριμη πραγματικότητα, απ’ ότι παρατηρεί, συναναστρέφεται και αγαπά. Και ακριβώς επειδή ο κόσμος που μεταφέρει τις παρομοιώσεις του, είναι οικείος και αγαπητός, γι’ αυτό υπάρχει σε αυτές όλη η ένταση και η λάμψη της φυσικής σύστασης των πραγμάτων, όλη η δύναμη και η θέρμη της πραγματικότητας».
(https://www.toarthro.com/%CF%84%CE%BF%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%82%CF%84%CF%81%CF%85%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%B1%CF%82/»)
[3] Στο εξής, χάριν συντομίας, θα χρησιμοποιούνται οι συντομογραφίες: ΤΑ για την Τοιχογραφία της άνοιξης, Μεταίχμιο, 2006² αναθεωρημένη, ΝΑ για τα Νερά απαρηγόρητα, Πλανόδιον, 2009², Δ για τα Διηγήματα, Μεταίχμιο, 2010, ΠΑΠ για το Ποιητών και Αγίων Πάντων, Μεταίχμιο, 2013, ΣΑΑ για το Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό, Gutenberg, 2017 και ΠΠ για τα Ποιήματα και Πεζά. 1998-2018. Συγκεντρωτική έκδοση, Μελάνι, 2023, ενώ η ποιήτρια θα αναφέρεται σποραδικά με τα αρχικά ΓΑ.
[4] «Τοιχογραφία της άνοιξης», ΤΑ, ΠΠ, σ. 84.
[5] «Τοιχογραφία της άνοιξης», ΤΑ, ΠΠ, σ. 21. Το πτηνό (όρνεο) από το κρώξιμο και το πέταγμα του οποίου μάντευαν το μέλλον.
[6] Σαπφώ, απ. 136, Lobel-Page, μτφρ. Ηλ. Βουτιερίδης. http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/anthology/poetry/browse.html?text_id=333 (1/08/2025).
[7] «Το αηδόνι I», Δ, ΠΠ, σ. 148.
[8] «Το αηδόνι ΙI», Δ, ΠΠ, σ. 148. «φώλιαζε ένα αηδόνι./ Το αηδονάκι πάει πια… Ανέλπιστο και το δικό του το κελάηδημα,/ ανέλπιστο στην πόλη/ το αηδόνι».
[9] «Το αηδόνι III», Δ, ΠΠ, σ. 149.
[10] Το αηδόνι (Luscinia megarhynchos) είναι πολύ σημαντικό από την αρχαιότητα, αφού απαντά ήδη στην Ομ., Οδ. Τ. 518, στον μύθο με το γεράκι στα Έ.Η. του Ησιόδου, στ. 201, [«ἴρηξ προσέειπεν ἀηδόνα ποικιλόδειρον» -(μίλησε το γεράκι στο αηδόνι με τον πλουμιστό λαιμό) μτφρ. Στ. Γκιργκένης. http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=134&page=8#m1 (1/08/2025)]-, και δε θα μπορούσε να ξεφύγει από την παράδοση των πουλιών, τα οποία στις μυθολογικές αφηγήσεις των αρχαίων ήταν συνήθως άνθρωποι και η μεταμόρφωσή τους συνέπεια κάποιας ανίερης πράξης, συνήθως της θανάτωσης ενός συγγενούς. Στην περίπτωση του αηδονιού, ο βασιλιάς της Θράκης Τηρέας, γιος του Άρη, ερωτεύτηκε την αδελφή της συζύγου του Πρόκνης, Φιλομήλα, κόρη του βασιλιά της Αθήνας Πανδίονα και αφού έσμιξε μαζί της τής έκοψε τη γλώσσα. Η κόρη κέντησε σε ύφασμα και αποκάλυψε την αλήθεια στην αδελφή της, η οποία θέλοντας να τιμωρήσει τον Τηρέα, σκότωσε τον γιο τους Ίτυ, τον μαγείρεψε, του τον πρόσφερε ως έδεσμα και στη συνέχεια το έσκασε με την αδελφή της. Οι θεοί, εισακούοντας την παράκληση των δύο γυναικών να τις βοηθήσουν, μεταμόρφωσαν τη βουβή Φιλομήλα σε χελιδόνι, την Πρόκνη σε αηδόνι, αλλά και τον Τηρέα σε τσαλαπετεινό. [http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/mythology/lexicon/metamorfoseis/page_010.html (1/08/2025)].
[11] http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/encyclopedia/poetry/page_039.html (1/08/2025).
[12] «Το αηδόνι III», Δ, ΠΠ, σ. 149.
[13] «ὠς ἐλάσσω/ ἤπερ ὄσσον ἀ λιγ̣ύφω̣[νος ὄρνις/ ὔπνον [ἴ]δωμεν». Σαπφώ, απ. 30 (στ. 7-9), Lobel-Page, μτφρ. Ι.Ν. Καζάζης.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/anthology/poetry/browse.html?text_id=286 (1/08/2025).
[14]«Το αηδόνι IV», Δ, ΠΠ, σ. 150.


