“Ο κηπουρός και ο θάνατος” του Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (ISBN: 9789605727741)
Ήλια Λούτα

Ο Βούλγαρος συγγραφέας και ποιητής Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, τέσσερα χρόνια μετά το Χρονοκαταφύγιο (International Booker Prize 2023), επανέρχεται με ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα που μιλά για τον πατέρα του ενώ παράλληλα σκιαγραφεί την κουλτούρα της μεταπολεμικής Βουλγαρίας, το Ο κηπουρός και ο θάνατος (εκδόσεις Ίκαρος 2025, μτφρ.: Α. Ιωαννίδου). Με ένα αφήγημα που αποτελείται από 91 μικρά κεφάλαια-ιστορίες, υμνεί την πατρική φιγούρα σε μια πατριαρχική κοινωνία όπου ο ρόλος ενός στοργικού πατέρα στην οικογένεια θεωρείται δευτερεύων και επιθυμεί να φωτίσει και να αποκαταστήσει μια αρχετυπική μορφή που μοιάζει να είναι κάπως αδικημένη στην αγάπη.

«Ο πατέρας, φαίνεται, είναι μια απούσα φιγούρα όχι μόνο στον χριστιανισμό, αλλά και στο σοσιαλισμό. Δεν είναι άραγε ακριβώς η απουσία το βασικό χαρακτηριστικό, το διακριτικό γνώρισμα του πατέρα ήδη από το μύθο του Οδυσσέα, για παράδειγμα; Και δεν είναι ο ίδιος ο Οδυσσέας η μεγάλη μορφή, το αρχέτυπο αυτής της απουσίας;».

Πρόκειται στην ουσία για μια τελείως προσωπική καταγραφή που μοιάζει με ημερολόγιο, με συναισθήματα που ξεχειλίζουν και μικρές ιστορίες που σκιαγραφούν τη μορφή του πατέρα του και τη μεταξύ τους σχέση, ιστορίες που κυρίως επικεντρώνονται στην ασθένεια του πατέρα, το θάνατό του και στην αίσθηση της  απώλειας που ακολουθεί, κυρίως τον πρώτο καιρό.

«Για τι μιλάμε όταν μιλάμε για θάνατο; Για εκείνον που έφυγε ή για εμάς τους ίδιους; Για την απουσία και μόνο; Αυτό που έφυγε μας λείπει τόσο πολύ, που με την απουσία του γεμίζει κάθε ελεύθερη στιγμή».

Ο κόσμος της προσωπικής αυτής εξομολόγησης δεν περιορίζεται μονάχα σε μια σχέση πατέρα – γιου. Η ζωή στη Βουλγαρία και ο ξύλινος τρόπος του σοσιαλισμού  παραμένει διαρκώς στο φόντο της αφήγησης με έναν τρόπο ήπιο, που καταγράφει αθόρυβα μια δύσκολη πραγματικότητα που κάποτε υπήρξε και διαμόρφωσε την κουλτούρα μιας ολόκληρης χώρας.

Ο γιος κάθεται δίπλα στο κρεβάτι του άρρωστου πατέρα και καταγράφει τη ζωή εκείνου. Η αφήγηση κινείται άλλοτε στο παρόν και άλλοτε στο παρελθόν, έτσι καθώς η μνήμη συχνά ανακατεύει τα συμβάντα, αφού δεν έχει σημασία ποιο ήταν πρώτο ή  δεύτερο, παρά μονάχα εκείνη η αίσθηση που αφήνουν όλα αυτά στον ψυχισμό μας. Ετσι λοιπόν σιγά σιγά μέσω της ανάκλησης, καθώς η φαντασία κινείται ελεύθερα στο χώρο και στο χρόνο αναφύεται μέσα από τα κείμενα ατόφια η φιγούρα του πατέρα, ενός άντρα που γεννήθηκε στη Βουλγαρία μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, που υπήρξε κάποτε νέος, καπνιστής, επαναστάτης, σύντροφος, έπειτα έγινε παππούς, μα πάνω απ’ όλα… υπήρξε κηπουρός.

Ο πατέρας είχε δημιουργήσει έναν τεράστιο κήπο στην αυλή του αγροτόσπιτου, όπου άνθιζαν παιώνιες και πατάτες, τριανταφυλλιές και τουλίπες και κερασιές, έναν κήπο θαυμαστό που έμεινε κληρονομιά σε αυτούς που έμειναν στη ζωή για να τον θυμούνται, ένα αδιάκοπο δώρο που χρόνο με το χρόνο ανανεώνεται.

Ο κήπος αποκτά συμβολική σημασία μέσα στο έργο, γίνεται ξανά μετά το θάνατο η πηγή της μνήμης και της νέας ζωής.

Τέσσερις οι σταθμοί στην ιστορία της αφήγησης: η ζωή μαζί με τους αγαπημένους μας, η ζωή με την αρρώστεια, ο θάνατος, η ζωή μετά την απώλεια. Πρόκειται για ένα αφήγημα σύντομο που γεννά ωστόσο διαρκώς σκέψεις και συναισθήματα στον αναγνώστη.

Πρώτα απ’ όλα ο συγγραφέας περιγράφει τη σχέση του ασθενή -καρκινοπαθής ο πατέρας- με τους αγαπημένους του που σύντομα πρόκειται να εγκαταλείψει, την αρρώστεια του και τη συχνά απαξιωτική για την ανθρώπινη ύπαρξη ανημπόρια που  αυτή δημιουργεί, τη δύσκολη καθημερινότητά του, τον πόνο και τη σκληρή γλώσσα της ιατρικής.

Από την άλλη πλευρά στέκεται στον τρόπο που εμείς οι άλλοι, στην απέναντι όχθη, αντιμετωπίζουμε το δρόμο που έχει μπροστά του ο αγαπημένος μας, μια πορεία, όντως μεταίχμιο από την ύπαρξη στην ανυπαρξία.

«Μόνο να μην πονάει, μόνο να μην πονάει…».

Στην περίπτωση αυτή ο συγγραφέας – γιος γίνεται συνοδοιπόρος κρατώντας το χέρι του πατέρα γνωρίζοντας πως η στιγμή του αποχωρισμού έχει ήδη αποφασιστεί και έχει καταγραφεί στο πεπρωμένο.

«Κι εγώ που πιστεύω στις λέξεις, δεν είχα καθόλου λέξεις. Αλλά ούτε κι αυτό είχε σημασία. Το μόνο που είχε σημασία ήταν να κρατάω το χέρι του. Εκείνος έσφιγγε το δικό μου. Διασχίζαμε μαζί τη γέφυρα της νύχτας και σε λίγο θα χωριζόμασταν».

Μα πάνω απ’ όλα εκεί που στέκεται κυρίως ο συγγραφέας είναι η ζωή μετά την απώλεια, όταν το κενό της απουσίας έρχεται πια να το καλύψει η μνήμη.

Μέσα από ασήμαντες στιγμές της καθημερινότητάς του ο πατέρας του εμφανίζεται εξαπίνης και μοιάζει να τον αγκαλιάζει νοερά.

«Μερικές φορές η εμφάνισή του είναι όπως στον Προυστ, μέσα από μια συγκεκριμένη μυρωδιά ή γεύση, μέσα από τη μνήμη του ουρανίσκου».

Η μνήμη μοιάζει να είναι ο βασικός πυλώνας της αφήγησης και ενεργοποιείται από την απώλεια. Ο συγγραφέας έχει ανάγκη να θυμηθεί όχι μονάχα για να υποκαταστήσει το χαμό του πατέρα του αλλά περισσότερο για να συντηρηθεί ο ίδιος ως ύπαρξη και να αυτοπροσδιοριστεί. Μιας και οι ζωντανοί δεσμοί του έχουν πλέον διαρραγεί, έχει ανάγκη να τους διατηρήσει μέσα του ζωντανούς γιατί ακόμη και η  αίσθηση της αγάπης που κάποτε υπήρξε μοιάζει να είναι αιώνια πηγή δύναμης.

Με μια ιστορία που δεν έχει κάτι ιδιαίτερο, με μια κατάσταση που την έχουν αντιμετωπίσει ή πρόκειται να την αντιμετωπίσουν όλοι οι άνθρωποι, το συνηθισμένο, το καθημερινό, το αναμενόμενο μετατρέπεται σε μια πανανθρώπινη συνθήκη.

Σε ένα σύντομο σχετικά συγγραφικό χώρο, ο συγγραφέας μεταπλάθει αριστοτεχνικά τον πόνο σε ποίηση και μετατρέπει το ατομικό σε συλλογικό.

Σε αυτό τον κόσμο που κινείται με τόση ταχύτητα η εξομολόγηση του συγγραφέα είναι ένα σταμάτημα σε ανθρώπους που κάποτε αγαπήσαμε πολύ. Είναι αφιερωμένο στο αποτύπωμα που μας αφήνει η απώλεια αλλά κυρίως στην παράξενη γοητεία της μνήμης που καταφέρνει να συντηρεί ζωντανό αυτό που για πάντα έχει χαθεί. Οι ιστορίες που επιβιώνουν μέσα στο χρόνο, άλλοτε χαρούμενες κι άλλοτε θλιβερές είναι η ζωντανή απόδειξη πως οι άνθρωποι αυτοί κάποτε υπήρξαν, τα λόγια τους που ηχούν ακόμη στα αφτιά μας μοιάζουν να λειτουργούν σαν μια μεταφυσική έκφανση της αγάπης.

Από την αφήγηση δεν λείπουν και κάποια έθιμα της Βουλγαρίας που σχετίζονται με τον τρόπο που θρηνούν οι άνθρωποι εκεί αλλά και το ρόλο του τελετουργικού στον αποχαιρετισμό του νεκρού.

Ωστόσο, η απώλεια δεν είναι επώδυνη μόνο για τους ανθρώπους, μα και για τα κατοικίδια που χάνουν τον αφέντη τους. Και εδώ ο συγγραφέας επιστρατεύει μια άναρθρη γλώσσα, ένα άγγιγμα προς αυτά, όταν ετοιμάζεται να κάνει την ανακοίνωση στα κατοικίδια.

Στο βιβλίο υπάρχουν πολλές διακειμενικές αναφορές και συχνά ο συγγραφέας μοιάζει να επικοινωνεί με τον Προυστ που αναζητά το… χαμένο χρόνο, τον Ντοστογιέφσκι, τον Ομηρο που μιλά για την αγάπη του κατοικίδιου προς το αφεντικό του ή ακόμη και με τον Μπόρχες που επέλεξε για επιτάφια επιγραφή το: όλα καλά, μια φράση που του θυμίζει τον πατέρα του.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που αναφέρεται στο θάνατο;

Όχι, πρόκειται για ένα βιβλίο που περιγράφει τον κύκλο της ζωής, την προσωπική πορεία του ανθρώπου προς το τέλος της ζωής του, αλλά και τις σχέσεις των ανθρώπων. Είναι ένα βιβλίο που μιλά για την αγάπη, την απώλεια, τη θλίψη.

Ο αναγνώστης μέσα από τη ματιά του συγγραφέα εστιάζει άθελά του στο δικό του κόσμο, στις δικές του προσωπικές σχέσεις, στις δικές του πολύ ιδιωτικές στιγμές.

«Γιατί μιλάμε όταν μιλάμε για τον θάνατο; Για τη ζωή φυσικά. Για όλη τη θαυμαστή της παροδικότητα».

Και το μήνυμα μοιάζει αθόρυβο αλλά είναι ηχηρό.

Σταθείτε λίγο στην αγάπη. Κι όταν αυτή κάποτε χαθεί, αναζητήστε τα ίχνη της. Πάντα υπάρχουν κάποια ίχνη. Στις εκφράσεις, στο ηχόχρωμα της φωνής, σε μια αντίδραση, σε μια θύμηση.

«Ο πατέρας μου ήταν κηπουρός. Τώρα είναι κήπος».

Περισσοτερα αρθρα