Το 2025 η Γιούλη Χρονοπούλου, που υπηρέτησε με αφοσίωση τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως φιλόλογος και Σύμβουλος φιλολόγων, έκανε την εμφάνισή της στη λογοτεχνία με τη συλλογή διηγημάτων Άρωμα Φουζέρ. Η συλλογή περιλαμβάνει ιστορίες που εκτυλίσσονται από την Μικρασιατική Καταστροφή ως την εποχή της Κρίσης στην Ελλάδα, από τον ανοιχτό στον κλειστό χώρο, από την Ελλάδα μέχρι τη Σμύρνη – μια ιστορία, μάλιστα, μας μεταφέρει στα βουνά του Αφγανιστάν και του Πακιστάν. Άλλες ιστορίες εκτυλίσσονται στο μυαλό των ηρώων και των ηρωίδων. Τέμνονται, ωστόσο, με έναν περίεργο τρόπο, γιατί οι άνθρωποι στα διηγήματα της Χρονοπούλου συναντιούνται, ακόμη κι αν αυτή η συνάντηση έχει κόστος, ακόμη κι αν σηματοδοτεί μετάλλαξη, ακόμη κι αν για να πραγματοποιηθεί πρέπει να καταργηθούν τα σύνορα της χώρας, του χρόνου, του θανάτου.
Τα περισσότερα διηγήματα αγαπούν τον δυικό αριθμό, είναι συναντήσεις δύο ανθρώπων. Σε κάποια από αυτά το πλάνο ανοίγει σε τριαδικές σχέσεις, ενίοτε, αν και σπανιότερα, υπάρχουν περισσότεροι άνθρωποι στο φόντο. Σε όσα δομούνται με δυαδικά σχήματα, θα παρατηρήσουμε ότι υπάρχει ο πρωταγωνιστής και ο παρατηρητής, με τους ρόλους συχνά να αντιστρέφονται.
Εστιάζοντας στις γυναίκες των διηγημάτων, θα διαπιστώσουμε ότι οκτώ από τις ηρωίδες «συναντιούνται» τρόπον τινά με τον σύντροφό τους, αλλά κατ΄ ουσίαν παραμένουν μόνες. Τα δυο πρόσωπα, η γυναίκα και ο άντρας που την αφορά, δεν βρίσκονται πάντοτε στον ίδιο χώρο. Συχνά ο σύντροφος κατοικεί στη μνήμη της ηρωίδας, στην επιθυμία της, στην απόφασή της για νέα ζωή, στο πένθος της, στην ανέραστη ζωή της, κάποτε στο μίσος της, όταν η συγκατοίκηση δε σημαίνει τίποτε περισσότερο από βία και εξευτελισμό. Σε όλες, όμως, τις περιπτώσεις, ακόμη και στις γυναίκες που είναι θύματα, διακρίνει κανείς την πνοή ελευθερίας και τον δυναμισμό τους, έναν δυναμισμό που θα λειτουργήσει ως εφαλτήριο για να μεταβάλει την κατάστασή τους.
Κάποιες από τις ηρωίδες καλούνται να αντιμετωπίσουν τη ζωή χωρίς τον σύντροφό τους. Δύο από αυτές αντικρίζουν τον θάνατό του με συνειδητή ματιά. Ο θάνατος του συζύγου της για την εβδομηντάχρονη ηρωίδα της “Βαλίτσας” σηματοδοτεί μια γενναία, για την ίδια, αλλαγή. Αποφασίζει να κάνει «έναν δικό της γύρο του κόσμου», να γευτεί τα ταξίδια που δεν άρεσαν στον νεκρό, πια, σύζυγό της, μα που τόσο αγαπούσε η ίδια. Εξάλλου, ο ίδιος έφυγε για το ταξίδι που δεν έχει επιστροφή. «Περιμένει στον ιμάντα των αποσκευών τη δική της, αταξίδευτη βαλίτσα, καινούρια, με χτυπητό φούξια χρώμα». Θα κάνει, άραγε, το ταξίδι που υποσχέθηκε στον εαυτό της; Η δεύτερη ηρωίδα βρίσκει τον άντρα της «ακίνητο και με τα μάτια ανοιχτά να αγναντεύει, χωρίς να βλέπει, απέναντι». Τον βρίσκει στο βαθούλωμα που σχημάτιζε το καινούριο στρώμα που η ίδια επέμενε να αγοράσουν. Αιφνίδιος θάνατος, αιφνίδια ανατροπή. Το μόνο που της απομένει είναι να ψηλαφίζει τη μορφή του στο βαθούλωμα. Αφή στα ίχνη που αφήνουν οι άνθρωποι.
Αντίθετα, η ανοϊκή μητέρα της “Φυσαρμόνικας”, αυτή που βρίσκεται στον κόσμο «της άνοιας, της άγνοιας», λίγο πριν από το δικό της τέλος παίζει τη φυσαρμόνικα του συζύγου της και μάταια τον αναζητεί. Στην εξήγηση του γιου της ότι ο άντρας της έχει πεθάνει, η μάνα αναρωτιέται: «Εντάξει, το κατάλαβα. Έχει πεθάνει. Όμως, γιατί δεν έρχεται; Δεν έχουμε χωρίσει κιόλας». Ο χωρισμός για την ηρωίδα δεν επέρχεται με τον βιολογικό θάνατο, το ακούσιο, αναπόδραστο τέλος όλων μας. Επέρχεται μόνο με το διαζύγιο, μόνο με την επιλογή.
Ο χωρισμός δεν επέρχεται αρχικά καν με την ασθένεια, όπως συμβαίνει και με τη γιαγιά του “Διαζυγίου”. Η ίδια και ο άντρας της ήταν Τουρκόφωνοι Μικρασιάτες πρόσφυγες, μεταξύ τους μιλούσαν πιο πολύ στα τούρκικα, αλλά στην πραγματικότητα οι «συζητήσεις» περιορίζονταν στις εντολές του συζύγου, τις οποίες η γυναίκα υπάκουε σιωπηλή. Όταν ο δυνάστης-σύζυγος γίνεται αφασικός από εγκεφαλικό, η γιαγιά για πρώτη φορά ορθώνει ανάστημα και αρθρώνει λόγο· βρίσκει τη δική της φωνή. «Στα καλύτερα ελληνικά που είχε εκφέρει μέχρι τότε» δηλώνει: «Θα πάρω διαζύγιο. Θα τον χωρίσω τώρα. Φτάνει πια».
Για τις νεότερες γυναίκες η σχέση με τον άντρα είναι ακόμη εκκρεμής και παρούσα. Οι άντρες εδώ βρίσκονται εν ζωή και δρουν, είναι ακόμη ρωμαλέοι. Γοητεύουν και απογοητεύουν. Κάποιες εγκλωβίζονται, όπως η ηρωίδα στο διήγημα “Η πρώτη σου δουλειά”. Η γυναίκα υφίσταται κακοποίηση, τη δικαιολογεί, εγκλείεται στον εαυτό της και την υπομένει. Ζει μεταξύ δύο σπιτιών: του δικού της, και του σπιτιού στο οποίο για λίγο εργάζεται ως καθαρίστρια. Κινείται μεταξύ δυο κλειστών χώρων: του χώρου βασανισμού της, του χώρου της ματαίωσης των αισθημάτων και της αξιοπρέπειάς της, και του χώρου στον οποίο θυμήθηκε πώς είναι να είσαι αντικείμενο σεβασμού, που εντελώς ανέλπιστα της δείχνει ο ευγενικός εργοδότης της. Για τη νεότερη γυναίκα η απόφαση του διαζυγίου δεν έχει ακόμη ληφθεί. Ο χωρισμός συντελείται εντός της – είναι χωρισμός από τον εαυτό της και τα όνειρά της. Κάποτε η γυναίκα βγαίνει στο φως, επισκέπτεται την παιδική χαρά, ανοίγεται στη «χαρά» και στην ελπίδα – ενίοτε στην απελπισία. Η ατεκνία είναι μία ακόμη ματαίωση.
Η γυναίκα στο “Δείπνο” ετοιμάζει περιποιητικά τα εδέσματα και την ατμόσφαιρα στο σπίτι της, περιμένοντας να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με τον αγαπημένο της, που ποτέ δεν έρχεται – πράξη είναι και η παράλειψη. Να συμφιλιωθεί με τον αγαπημένο της, που στον δικό της Μυστικό Δείπνο είναι ο προδότης της, όπως αποδεικνύεται. Είναι, όμως, δυνατή. Στο τέλος, «θα παρακαλέσεις την Κλωθώ να υφάνει καινούρια νήματα, ν’ αλλάξουν οι χαρακιές της μοίρας και θα γυρίσεις τα ξημερώματα, μόνη, στο σπίτι σου».
Οι συναντήσεις, όμως, δεν περιορίζονται σε εκείνες με τους άντρες. Υπάρχουν και συναντήσεις με τις γυναίκες, αριθμητικά, ωστόσο, είναι λιγότερες. Η ηρωίδα στο “Η γυναίκα με το τουρμπάνι”, ένα διήγημα με αλληγορικό χαρακτήρα, συναντάει μια γυναίκα σε έναν πίνακα στο σπίτι της και την ονομάζει Ευγενία. Η Ευγενία φεύγει και αφήνει το κεφαλομάντηλό της – η Χρονοπούλου κλείνει το μάτι στη μάνα του Καζαντζάκη. Η συνάντηση της αφηγήτριας και της γυναίκας του πίνακα, είναι, άραγε, μία συνάντηση με την ελεύθερη εκδοχή του εαυτού μας; Δύο ακόμη ηρωίδες συναντούν άλλες γυναίκες, τις μητέρες τους, και εκπληρώνουν υποσχέσεις απέναντί τους, απέναντι, εν τέλει, σε πτυχές του εαυτού τους. Βεβαίως, υπάρχει και το διήγημα – έκπληξη, το Ηχοτοπίο, το πιο αισιόδοξο απ’ όλα της συλλογής.
Ενδιαφέροντες είναι και οι άντρες στα διηγήματα της Χρονοπούλου. Ενδιαφέροντες και πολυδιάστατοι. Ακόμη και ο δυνάστης παππούς στο “Διαζύγιο” κουβαλάει τα δικά του τραύματα. Έχασε την πατρίδα του, τη γλώσσα του, τις γυναίκες που προτιμούσε, εγκλωβίστηκε σε έναν γάμο χωρίς αγάπη. Εγκλωβίστηκε και εγκλώβισε. Μοιάζει αντιφατικός: νοικοκύρης, εργατικός, δυνάστης για τη γυναίκα του, που δεν αγαπά, καλός, ωστόσο, παππούς με τις εγγόνες του, στις οποίες διηγείται ιστορίες από τον τόπο του: «Κάθε ιστορία και μια χούφτα χώμα από τον τόπο του, που κουβαλούσε στο νέο του σπίτι».
Οι άντρες δεν είναι μόνο απόντες ή δυνάστες. Στόχος της Χρονοπούλου δεν είναι να θυματοποιήσει τις γυναίκες, ούτε να καταδικάσει συλλήβδην το αντρικό φύλο. Τουναντίον, οι περισσότεροι άντρες στις ιστορίες είναι θετικοί ήρωες. Ένας ήρωας, χτυπημένος από την οικονομική κρίση, που δεν του επέτρεπε να εργάζεται πια ως οικοδόμος, αναζητεί αντικείμενα, στην αρχή στα σκουπίδια και στη συνέχεια στο παζάρι της Ιεράς Οδού. Επιστρέφει στο σχολείο, που είχε εγκαταλείψει, και γνωρίζει – για πρώτη φορά άραγε; – την καθηγήτριά του που φέρει το εντυπωσιακό όνομα Ιουλία Χρυσοσπάθη. «Την αισθάνθηκε να δένεται μαζί του για πάντα σε αυτήν την ‘‘ισόβια στιγμή’’ που χώρεσε όλες τις απίθανες διαδρομές των ανθρώπων και των πραγμάτων».
Μια παρατήρηση: ο αναγνώστης αξίζει να προσέξει πώς τα αντικείμενα γίνονται στη συλλογή διηγημάτων τα νήματα που δένουν τους ανθρώπους με άλλους ανθρώπους ή με τις βαθύτερες επιθυμίες τους. Πώς γίνονται ο τρόπος μετάβασης στον χώρο και τον χρόνο. Πώς είναι φορέας μνήμης και συγκίνησης. Και πώς σε άλλες ιστορίες ανάγονται σε σύμβολα ελευθερίας και ασπίδες προστασίας από την κακία και τη μικροψυχία.
Ιδιαίτερα συγκινητικοί είναι οι γιοι της ώριμης ηλικίας. Δύο από αυτούς έρχονται αντιμέτωποι με την εκφυλιστική ασθένεια της μάνας. Είναι σταθερά δίπλα της στοργικοί, υπομένουν στωικά τη φθορά που εκτυλίσσεται μπροστά τους, χωρίς να εκφράζουν τον δικό τους πόνο. Υιοθετούν τη στάση που βλέπουμε συχνά γύρω μας εκ μέρους των ανδρών και που παρερμηνεύουμε ως αποστασιοποίηση, ενώ στην πραγματικότητα είναι η στάση μιας γενιάς ανδρών που δεν της επιτράπηκε να εκφράσει ποτέ το συναίσθημά της.
Ο γιος της “Φυσαρμόνικας” είναι φροντιστής της ανοϊκής μάνας ως το τέλος της. «Ήταν οδυνηρό για όλους», θα πει λιτά ο ίδιος, χωρίς να εκφράσει το δικό του συναίσθημα, και θα κρυφτεί επιμελώς στο σύνολο της οικογένειας και στην ταύτιση με την πάσχουσα. Στο παρελθόν είχε δωρίσει στον πατέρα του το αγαπημένο του όργανο, τη φυσαρμόνικα, ως δώρο συγχώρεσης, καθώς οι σχέσεις τους είχαν διαταραχθεί, με υπαιτιότητα του πατέρα. Δώρο συγχώρεσης η φυσαρμόνικα, που στα χέρια της ανοϊκής μάνας, λίγο πριν από το τέλος της, έρχεται να δώσει μια χαραμάδα μνήμης, έστω και μέσω των αισθήσεων, και οικογενειακής συνύπαρξης ζώντων, τεθνεώτων και ζωντανών-νεκρών.
Η ασθένεια λειτουργεί συχνά ως αφετηρία μνημονικής ανάκλησης και για τον πάσχοντα, όπως συμβαίνει στο “Χώμα της μνήμης”. Η μάνα εδώ, αρχικά είναι ανεξάρτητη και δεν επιθυμεί να συγκατοικήσει με τα παιδιά της. Της λείπει ο άντρας της και «το βλέμμα της αγάπης». Δυστυχώς, χτύπησε μέσα στο σπίτι. Ξανά ο γιος – φροντιστής, αφού η μάνα «Δεν ξαναγύρισε ποτέ στο παρόν». Βυθίζεται επιλεκτικά στο παρελθόν. Το χτύπημα εκκινεί την ακούσια μνήμη των βασανισμένων νιάτων της – η μάνα ήταν κορίτσι στην Κατοχή, στον Εμφύλιο, στις διώξεις, στον εκπατρισμό από τα Άγραφα προς την Αθήνα. Ξαναγίνεται το κορίτσι των διαρκών μετακινήσεων, της προσπάθειας να φροντίσει την οικογένεια, της προσπάθειας να καθαρίσει το χώμα στους νέους τόπους κατοικίας: «Είμαστε πολλοί, πού θα μείνουμε;». Πεθαίνει δυο χρόνια αργότερα: «ήταν περίπου 20 χρονών», θα πει ο γιος. «Ένα κορίτσι που έπαιζε τυφλόμυγα με τις αναμνήσεις, πριν τις σκεπάσει το χώμα». Το χώμα που γειώνει, το χώμα που ενίοτε απογειώνει, το χώμα που φιλόστοργα υποδέχεται τους αγαπημένους.
Τα βάσανα των ανδρών δεν προέρχονται μόνο από τα πατρογονικά σπίτια. Συχνά είναι απόρροια της στάσης τους απέναντι στη ζωή, της ακούσιας επαφής τους με άλλους άνδρες: δύο άντρες συγχωρούν τους βασανιστές τους, ο συγκλονιστικός Ανέστης στη “Συγχώρεση” και ο δάσκαλος Θανάσης Λερούνης στην “Απελευθέρωση”. Το μοτίβο της συγχώρεσης περιλαμβάνει την αφή (ας θυμηθούμε τη “Φυσαρμόνικα”), τη σωματική επαφή, την αγκαλιά, την αμοιβαία λύτρωση. Βάσανο γίνεται, όμως, και η εκούσια επαφή: ο ένας ήρωας στο “Μυστικό” βασανίζεται από τον έρωτά του για έναν άλλο άνδρα. Έναν έρωτα ανομολόγητο και ανεπιθύμητο.
Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στο έργο της Χρονοπούλου είναι οι πρόσφυγες. Στην “Επιστροφή” οι ώριμοι ανταλλάξιμοι της Μικρασιατικής Καταστροφής κλαίνε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Και μπορεί ο πρόσφυγας παππούς του “Διαζυγίου” να έγινε θύμα της Ιστορίας και θύτης της γυναίκας του, οι νεότεροι πρόσφυγες των διηγημάτων, ωστόσο, αντιμετωπίζουν κατάματα το μίσος που φωλιάζει στην καρδιά τους και το τιθασεύουν. Υπάρχει βεβαίως μια ουσιαστική διαφορά: στο διάβα της δικής τους ζωής βρέθηκε μια δασκάλα (η Χρονοπούλου πιστεύει στην εξυψωτική δυνατότητα της μόρφωσης) και τους έμαθε να εκφράζουν το συναίσθημά τους και να στέκονται με κατάφαση στη ζωή και με σεβασμό στη γυναίκα.
Στο “Θα ‘θελα να ζω σε έναν άλλο κόσμο” ο νεαρός πρόσφυγας από το Ιράν, που φοιτά στη Β΄ Λυκείου, καταφέρνει και εντάσσεται στην, αρχικά αφιλόξενη, νέα κοινότητα. Εκφράζει την προσφυγιά με τρόπο σπαρακτικό: «Δεν μπορείς να αγγίζεις, δεν μπορείς ν’ αγκαλιάζεις τη μάνα, τ’ αδέλφια, τ’ ανίψια, αχ, να μπορούσες έστω να ’βλεπες και τον πατέρα, δεν μπορείς να χορέψεις με τη νεανική σου αγάπη» […] «δεν μπορείς να μπεις στο πατρικό σου σπίτι, στο παιδικό σου δωμάτιο, να πατήσεις το χώμα της αυλής του». Απώλεια αισθήσεων, αλλά όχι αισθημάτων η προσφυγιά.
Στα “Άσπρα ακουστικά” ο αφηγητής έφτασε στην Ελλάδα 15 χρονών και ασυνόδευτος. Άστεγος αρχικά για μήνες, αόρατος ή ορατός σε «βλέμματα μίσους». Ακολούθησε η δομή φιλοξενίας και το σχολείο. Για εκείνον η ημέρα του θριάμβου του είναι η ημέρα απόκτησης του πτυχίου του. Τι αξία έχουν οι ημέρες θριάμβου χωρίς παρατηρητές και αποδέκτες; Γράφει στη νεκρή μάνα του: «Μόνο κάποιες φορές παρακαλούσα να έκανες πάλι τα δάκρυά μου χαμόγελα, όπως τότε στην πατρίδα, που είχες αυτό το μαγικό χάρισμα». Τρεις φωτογραφίες από την ορκωμοσία, με τρεις γυναίκες: η πρώτη πρόσφερε τη ζωή, η δεύτερη τον έρωτα, η τρίτη την αγάπη, την εμπιστοσύνη, την αυτοπεποίθηση. Στην πρώτη φωτογραφία ο ήρωας είναι μόνος του, αφήνει νοερά χώρο για τη μάνα. Στη δεύτερη απεικονίζεται με την κοπέλα του, τη Μαρία, που φέρει το όνομα της Παναγίας, και στην τρίτη με τη δασκάλα του, την Ειρήνη, που «Ειρήνη μου χάρισε μετά από τόσο πόλεμο». Τρεις φωτογραφίες, τρεις δρόμοι ζωής που καθορίζονται από τρεις γυναίκες: η πρώτη έδωσε τη ζωή, η δεύτερη τον έρωτα, η τρίτη την αγάπη και τη γαλήνη.
Στο “Κεντημένο μαντήλι” ο μικρός Εντίπ, Κούρδος πρόσφυγας, γιος άξιας μάνας και ανάξιου, κακοποιητή πατέρα, εξομολογείται στη δασκάλα του τα βάσανα που υφίσταται από τον πατέρα του, ο οποίος θέλει να τον σταματήσει από το σχολείο, και να τον στείλει για δουλειά. Η δασκάλα γίνεται αποδέκτης του ονείρου, ο μικρός θέλει να γίνει βιολόγος. «Γετέρ», λέει στο τέλος της χρονιάς στη δασκάλα. Αρκετά. Θα γυρίσει Τουρκία, αλλιώς θα σκοτώσει τον πατέρα του. Δεν τα πάει άσχημα στη ζωή του. Δεν ξεχνά τη δασκάλα του, πώς να ξεχάσεις αυτή με την οποία μοιράστηκες τα όνειρα ενός άλλου εαυτού; Της στέλνει από τη Σμύρνη γράμματα και δώρο ένα μαντήλι, με κεντημένο το «Seni seviyorum». Το “Σκύψε Μπατού!” ας το διαβάσει ο αναγνώστης μόνος του, χωρίς διαμεσολάβηση.
Και όχι μόνο αυτό το διήγημα. Η συλλογή Άρωμα Φουζέρ αξίζει την προσοχή μας. Ο αναγνώστης θα αποζημιωθεί. Θα γεμίσει όλες του τις αισθήσεις, γιατί οι ήρωες ακούν, γεύονται, ακουμπούν, βλέπουν, ορέγονται, γνωρίζουν και εν τέλει αναγνωρίζουν. Θα μπει σε υπέροχα σπίτια, από αυτά τα ελληνικά, τα αυθαίρετα, με το χωμάτινο πάτωμα, που φιλοξένησαν πίκρες, χαρές κι ελπίδες, που στάθηκαν η εστία για τις οικογένειές μας. Θα χαμογελάσει νοσταλγικά, θα συγκινηθεί, χωρίς ποτέ να νιώσει ότι εκβιάζεται μελοδραματικά το συναίσθημά του.
Περιμένουμε πολλά στο μέλλον από τη Γιούλη Χρονοπούλου.
Παναγιώτα Γράψα


