Με παρρησία, αυτοσυνείδηση και έμφυλη επίγνωση είναι γραμμένη ετούτη, η δεύτερη κατά σειρά, ποιητική συλλογή της Πηνελόπης Αλεξίου η οποία, όπως εύγλωττα δηλώνει ο τίτλος της, εκθέτει τα βιώματα της γενιάς των σημερινών 30ρηδων που φαίνεται πολύ δύσκολο να προκόψει δεδομένων των σύγχρονων συνθηκών και τα διερευνά μέσα από τρία διακριτά μέρη:
κάποια μέρα το παιδί μεγάλωσε
σε κόσμο που διατεινόταν πως πλούσια δώρα είχε να προσφέρει
σε τυχερές σακούλες με δύο ευρώ από το περίπτερο
κι η αφθονία γέμιζε με κρύο αέρα τα ψυγεία στα σπίτια
ώσπου η κρίση στα λεφτά ισοπέδωσε οικίες
δημιούργησε παρίες
έριξε ανθρώπους άνεργους απ’ τα μπαλκόνια
προς νέες γαίες πένθιμης ευφορίας
και μια γενιά ολόκληρη,
τη δική μου γενιά,
την έστειλε στο ταμείο
να πληρώσει τον λογαριασμό
για όλα τα τραπέζια
στο μαγαζί.
(από το εισαγωγικό στη συλλογή ποίημα «Millenials Ι»)
Τα σπασμένα λοιπόν των παλιότερων γενιών καλούνται να πληρώσουν οι τωρινοί 30ρηδες που προσπαθούν να ορθοποδήσουν σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον και που βλέπουν να μην αλλάζει η κατάσταση ούτε στο εγγύς μέλλον:
κατάρα η ζωή που έζησα
κληρονομιά ακανθώδης για τις επόμενες γενιές
κι απόγονοι υπάρχουν πολλοί με το ίδιο αίμα
(από το ποίημα «Προφητεία»)
Δεν είναι λοιπόν μόνο ότι τους βαραίνει μια άδικη κληρονομιά, είναι και ότι κουβαλούν το βάρος του της κληροδότησής της στις επόμενες γενιές. Ολόκληρο το πρώτο μέρος ψηλαφεί αυτή την αίσθηση της αδικίας και της ανημπόριας της γενιάς των millenials να εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή για την ίδια και τις γενιές που την ακολουθούν, παρά τις όποιες προσπάθειες.
Το δεύτερο μέρος της συλλογής παρακολουθεί τη γενιά καθώς μεγαλώνει. Το πανεπιστήμιο δίνει «χαρτιά της νέας ευκαιρίας/ όσο πεινάνε οι γονείς για να στείλουν στο παιδί το νοίκι/ κι όσο το παιδί στους κάδους ψάχνει φαγητό μα δεν το λέει για να μην τους στενοχωρήσει» (ποίημα «Millenials ΙΙ»). Συγχρόνως, στην ιδιαίτερα στενεμένη αγορά εργασίας, οι ευκαιρίες αξιοκρατίας και αξιοπρεπούς απασχόλησης είναι ελάχιστες:
Είμαι ικανή,
αλλά όχι αρκετά για να πληρώνομαι καλά,
[…] είμαι αφοσιωμένη
αλλά όχι αρκετά για να δικαιούμαι αύξηση,
είμαι εργατική
αλλά όχι αρκετά για να ζητώ προαγωγή.
(από το ποίημα «Κέντρο συμβουλευτικής γυναικών»)
Ο τίτλος του ποιήματος απ’ όπου το προηγούμενο απόσπασμα είναι ενδεικτικός του γεγονότος ότι τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα για τις γυναίκες, κάτι που επιτείνει και το επόμενο ποίημα με τον ανατριχιαστικό τίτλο «Το χούφτωμα» αλλά και πολλά ακόμη ποιήματα της συλλογής. Τα ζητήματα φύλου θίγονται συχνά στην ποιητική συλλογή, αποκαλύπτοντας ένα εναργές ποιητικό υποκείμενο αλλά και μια ποιήτρια με οξεία επίγνωση των ζητημάτων φύλου.
Ακολουθεί μια καταγραφή από «φρικωδίες» του επαγγελματικού βίου, ενώ το ποίημα «Εργασιακά δικαιώματα» μιλά ξεκάθαρα:
Ανώνυμη υπάλληλος σε επώνυμη εταιρεία.
πήγα για τον βιοπορισμό
και με προσέλαβαν για την ικανότητά μου να γράφω καλά
με την προϋπόθεση να μη μιλάω.
Ανώνυμη υπάλληλος με βασικές απορίες
για το πώς μ’ αργύρια κάλπικα
πρέπει να πληρώσω πραγματικά αγαθά
όπως το νοίκι, το ρεύμα, το ίντερνετ, το νερό.
Είναι φανερό ότι η Πηνελόπη δεν μασάει τα λόγια της σε αυτή τη γειωμένη σταθερά στην πραγματικότητα συλλογή, την οποία έχει γράψει αποφασισμένη να εκθέσει τις τσουχτερές αλήθειες και τα δεινά που μαστίζουν τη γενιά της, με τόλμη και παρρησία. Έχει πλήρη συνείδηση της αδυναμίας στην οποία φέρνει τις γυναίκες η πατριαρχική κοινωνία, η οποία «δεν θέλει αναλύσεις, θέλει μια σφαίρα στο κεφάλι […] Ο κόσμος καίγεται, φλεγόμαστε όλες, τα μάτια μου μάτωσαν, δεν βλέπουν» (από το ποίημα «Χιόνι και κάρβουνο»).
Δεν παύει ωστόσο να πιστεύει ακράδαντα πως στις γυναίκες βρίσκεται η λύση:
δεν είσαι τίποτ’ άλλο παρά ένας άνθρωπος αβοήθητος
ένα πιόνι στη διάθεση του εθνικού παραλογισμού
που σου στερούν την είσοδο στο νοσοκομείο
δεν υπάρχει κρεβάτι στη ΜΕΘ
σε απολύουν
ο προϊστάμενος δεν σε συμπαθούσε
σε διώχνουν απ’ το συσσίτιο
το φαγητό δεν φτάνει για όλους.
Τότε και μόνον τότε,
που θα έχεις χάσει κάθε πίστη σε ψήφο εμπιστοσύνης
και θα έχεις ξεχάσει πώς είναι να λέγεσαι άνθρωπος
θα στραφείς στις μόνες δύο σου επιλογές:
σε θεούς
ή
ηρωίδες.
Το τρίτο μέρος της συλλογής, η προμετωπίδα του οποίου συγκινητικά για μένα παραπέμπει σε στίχους από τη δική μου ποιητική συλλογή ΣΚΠ, συνδυάζει και συνεχίζει τα δύο μέρη που προηγήθηκαν:
Είμαστε κουρασμένες,
περασμένα τριάντα,
[…]
Μιλάμε για όλα,
ανοιχτά μα χαμηλόφωνα,
παρά την προσωπική μας ματαίωση
δεν θα οδηγηθούμε στην κατακραυγή,
γιατί αναγνωρίζουμε τον σπόρο αλλαγής που κάθε μια φυτεύει
ακόμα κι αν τον οργώνει με το ίδιο της το αίμα
(από το ποίημα «Millenials ΙΙΙ»)
Η ενότητα περιέχει πολλά αξιοσημείωτα ποιήματα, όπως την «Ονυχοφαγία», όπου παρακολουθούμε το ποιητικό υποκείμενο να δίνει το τελευταίο της 10ευρο «μέχρι να πληρωθ[εί] σε οκτώ μέρες» σε έναν άστεγο που πουλάει το περιοδικό Σχεδία. Ζυγίζει ποιος από τους δυο τους βρίσκεται σε αλγεινότερη θέση και προσπαθεί να βοηθήσει («Η επισφάλεια μπαίνει στο ζύγι:/ Ποιος διατρέχει τον μεγαλύτερο κίνδυνο;»). Παρ΄όλα αυτά, η χειρονομία της είναι σχεδόν αυτοκτονική. Εξηγεί τα βαθύτερα αίτια λίγο παρακάτω στο ποίημα, τις απαιτήσεις δηλαδή που έχει από τον εαυτό της:
Να έχω βλέμμα δίκαιο επί των πραγμάτων,
να αναλύω τα πάντα,
να μην αδικήσω κανέναν,
να μην κάνω λάθος,
να στέκομαι φίλη και άνθρωπος σωστή,
να είμαι παραγωγική,
να είμαι ευτυχισμένη,
να είμαι διαθέσιμη,
να είμαι ευχάριστη,
να είμαι ταπεινή.
Έχοντας διανύσει 55 χρόνια ζωής και έχοντας αναγνωρίσει τον εαυτό μου στους στίχους της Πηνελόπης, πρέπει να πω ότι δεν είμαι πλέον σίγουρη αν είναι χρήσιμο να έχουμε τόσες πολλές αξιώσεις από τον εαυτό μας, με τον οποίο θα έπρεπε ίσως να είμαστε περισσότερο στοργικοί… Μόνο αν δεν υψώνουμε τόσα πρέπει, θα μπορέσουμε να ζήσουμε το τώρα, διαφορετικά θα φανταζόμαστε διαρκώς εκδοχές του εαυτού μας στη θέση του ίδιου του εαυτού μας, ζωές που δεν μπορέσαμε να ζήσουμε στη θέση της πραγματικής μας ζωής, όπως το ποιητικό υποκείμενο στο συγκλονιστικό ποίημα «Η ρυτίδα»:
Όλες εκείνες οι ζωές που δεν μπόρεσα να ζήσω
[…]
Με συνάντησαν σήμερα το μεσημέρι,
στο διάλειμμα της δουλειάς
που επινόησα
για να ξεφύγω από το λάπτοπ
που μου τηγάνισε τα μάτια
και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη,
στον καθρέφτη του μπάνιου της δουλειάς,
στο διάλειμμα που επινόησα
με κοίταξα
και τότε είδα
μία ρυτίδα χωρίς τέλος και αρχή
να διαπερνά το πρόσωπό μου,
να ξεκινά απ’ το τριχωτό της κεφαλής
και να φτάνει ως το τελευταίο δάχτυλο του ποδιού μου.
Η ρυτίδα
με είχε κόψει στα δυο.
Πολλά ακόμα τα ποιήματα της συλλογής που έχουν τεράστιο ενδιαφέρον, για την ανατομική τους διάθεση της πραγματικότητας, για την ευθεία τους ματιά, για τη συνειδητοποιημένη στάση του ποιητικού υποκειμένου, αλλά και της ίδιας της ποιήτριας. Αρκετά διαθέτουν έντονα αφηγηματικά στοιχεία που θα συνέτειναν περισσότερο σε πεζό. Η συλλογή της Πηνελόπης, εναργής και ριζωμένη στην πραγματικότητα, είναι μεγάλης αξίας, γιατί αποτελεί έναν αληθινό χάρτη των συνθηκών που καλείται να αντιμετωπίσει μια εργαζόμενη γυναίκα στα 30 της σήμερα, μιας ανθρώπου που προσπαθεί να επιβιώσει εκεί που όλα μοιάζουν να την πολεμούν. Πρόκειται για μια γυναίκα που συνεχίζει να μάχεται, δεν παραδίδει τα όπλα, αντίθετα στέκεται γενναία και ετοιμοπόλεμη, αναπολώντας μονάχα πού και πού στιγμές παιδικής ξενοιασιάς και προγονικών φιγούρων που την ενδυναμώνουν, όπως και η παρουσία άλλων γυναικών δίπλα της. Ελπίζω, όπως αναγράφεται και στο καταληκτικό ποίημα της συλλογής, να δημιουργηθεί επιτέλους «ένας άνθρωπος καινός» μέσα στο «κενό περιβάλλον», μια νέα πάστα ανθρώπου που θα επιτρέψει στην ευτυχία και τη χαρά να επινοηθούν από την αρχή. Το αξίζουμε όλοι, ιδιαίτερα όμως η γενιά των millenials.


