Η Βαλεντίνη Καμπατζά, διδάκτωρ και μελετητήρια συγκριτικής λογοτεχνίας (Ελληνικής και Γαλλικής), με το βιβλίο αυτό (που φέρει και τον γαλλικό τίτλο Des parcours litteraires artistiques de createurs Grecs et Francais και εκδόθηκε από τον εκδ. οίκο Μπαρμπουνάκη το 2026) αρχικά συνεξετάζει Έλληνες και Γάλλους καλλιτέχνες, λογοτέχνες και εικαστικούς, αναζητώντας τις μεταξύ τους επιρροές και τους κοινούς τόπους του ελληνικού και γαλλικού πολιτισμού και στη συνέχεια αναλύει το έργο διαφόρων καλλιτεχνών, με τους οποίους έχει κατά καιρούς ασχοληθεί. Πολλά μάλιστα από τα κείμενά του είναι σε δίγλωσση μορφή, στα ελληνικά και στα γαλλικά. Η δομή του βιβλίου είναι καλοχτισμένη και στέρεα και τα λεγόμενα έχουν την τεκμηρίωση, τη στιβαρότητα και την πληρότητα μιας καθηγήτριας πανεπιστημίου. Επίσης κάνει συχνές παραπομπές σε μελέτες παλαιότερων αναλυτών και κριτικών, αναφέρεται σε συνεντεύξεις των δημιουργών και σε αποσπάσματα από τα έργα τους, χρησιμοποιώντας την παλιά γνώση για να θεμελιώσει τη νέα που παρουσιάζει. Η γλώσσα της είναι ακαδημαϊκή, άριστα συνταγμένη και με επεξηγηματικό ύφος, καθόλου διφορούμενη –κάτι που συναντάμε μερικές φορές σε άλλες κριτικές- και δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας. Έχει απόλυτα χρηστικό ρόλο και εξυπηρετεί τους μελετητικούς της στόχους.
Η ελληνική αρχαιότητα, μέσα από τον θέατρο, την ποίηση, τη φιλοσοφία, τη μυθολογία, τις εικαστικές τέχνες, την επινόηση της δημοκρατίας και γενικότερα την ιστορική και καλλιτεχνική της διαδρομή, τροφοδότησε το πνεύμα του γαλλικού διαφωτισμού και στη συνέχεια αυτός μεταλαμπάδευσε τα ιδεώδη του αρχικά στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, με την συνεπικουρία του φιλελληνισμού, εμπνέοντας την επανάσταση του 1821, και στη συνέχεια στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, συνεισφέροντας στην πνευματική του ανέγερση. Η Καμπατζά στηρίζεται πάνω στις κουλτούρες των δυο αυτών λαών, τη χρονική εξέλιξή τους και τη διαχρονικότητά των ιδεών τους, για να σχολιάσει, να ερμηνεύσει και να επεξηγήσει μια σειρά από καλλιτεχνικά φαινόμενα και δημιουργίες, όπως η ποίηση και ο ρόλος της, ο τρόπος λειτουργίας της, ο χρόνος και η φύση εντός της, η σχέση με τις άλλες τέχνες, τη δημιουργία, την εξάπλωση και την επιρροή καλλιτεχνικών ρευμάτων και πολλά άλλα. Έτσι μιλάει για τον ρομαντισμό, τον μοντερνισμό, τον συμβολισμό και τον σουρεαλισμό στη χώρα μας και πώς αυτά επηρεάστηκαν από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά ρεύματα και τη χρήση του εσωτερικού μονόλογου και της πολιτικοποιημένης ποίησης, κάνοντας και μια σχετικά σύντομη αλλά επαρκή για τις ανάγκες του βιβλίου ανασκόπηση στην κατανομή των ποιητών του εικοστού αιώνα σε γενιές και αναφέροντας και τα γενικά χαρακτηριστικά τους. Θεωρώ ότι η σφαιρικότητα αντιμετώπισης του θέματός της στα πρώτα κεφάλαια, με την παροχή βασικών πληροφοριών και στη συνέχεια τη συμπλήρωση αυτών με πιο εξειδικευμένες πληροφορίες, με την εξέταση συγκεκριμένων δημιουργών, φτιάχνουν ένα πολύ καλά δομημένο βιβλίο και το καθιστούν κατάλληλο και για διδακτικούς σκοπούς στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και σίγουρα κατάλληλο για την επέκταση και την εξειδίκευση της γνώσης άλλων πιο γενικών συγγραμμάτων.
Η συγγραφέας είναι χρόνια τώρα συνεργάτης του Λογοτεχνικού περιοδικού Ο Σίσυφος, που η ταπεινότητά μου διευθύνει, και το παρόν βιβλίο αναφέρεται σε πολλά πρόσωπα τα οποία έχουν συνεργαστεί με το περιοδικό ή τους έγιναν αφιερώματα στις σελίδες του. Μου έκανε μάλιστα τη μεγάλη τιμή να δημοσιεύσει ένα κείμενο που είναι για το ιστορικό μυθιστόρημα μου Ο Αρχίλοχός του, το οποίο αναφέρεται στον γνωστό λυρικό ποιητή της αρχαιότητας, και το οποίο είχε διαβαστεί πριν δέκα χρόνια στην παρουσίαση του βιβλίου μου στη Θεσσαλονίκη. Για τους παραπάνω λόγους μού είναι πολύ τιμητικό και συγκινητικό να μιλάω για το βιβλίο αυτό που παρουσιάζουμε σήμερα στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, καθ’ ότι επισκέπτομαι την πόλη σας για λογοτεχνικούς λόγους για πρώτη φορά μετά από την έλευση των δέκα αυτών χρόνων, γεφυρώνοντας τα χιλιόμετρα μεταξύ αυτής και της Αθήνας. Καλλιτεχνική γέφυρα επίσης αποτελεί και το παρόν βιβλίο, ενώνοντας Ελλάδα, Γαλλία, Αθήνα και Θεσσαλονίκη, μέσα από τις επιλογές των θεμάτων του και των πλουραλισμό των προσώπων που παρουσιάζει, αλλά κυρίως τον συσχετισμό των αντίστοιχων κουλτουρών τους. Και δεν είναι απαραίτητο να είναι διακριτό το τοπικό στοιχείο στα εξεταζόμενα έργα για να το πούμε αυτό, αρκεί και η σύμπλευση.
Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο εξετάζει ζητήματα ποιητικής δημιουργίας, δηλαδή το πώς βλέπουν οι ποιητές τη διαδικασία δημιουργίας των έργων τους. Επίσης, εξετάζει το ρόλο του χρόνου και της φύσης στα υπό εξέταση έργα, αλλά και γενικότερα στην ελληνική και γαλλική λογοτεχνία. Το δεύτερο μέρος εξετάζει τις πτυχές της εκάστοτε επικαιρότητας μέσα από το λογοτεχνικό και εικαστικό έργο των Ελλήνων και Γάλλων δημιουργών.
Στην αρχή κάθε κειμένου για κάποιο ποιητή/τρια εξετάζει τη λειτουργία της ποίησης στο έργο του/της, τις θέσεις του/της για την ποίηση όπως φαίνεται από τα έργα ποιητικής του/της ή τις συνεντεύξεις που έχει δώσει και, στη συνέχεια, επί μέρους χαρακτηριστικά, όπως ο χρόνος, η φύση, οι επιρροές από καλλιτεχνικά ρεύματα, τα μεταφυσικά στοιχεία, τις πιθανές συζεύξεις με άλλες τέχνες, όπως η ζωγραφική και άλλα. Ας πούμε όμως λίγα λόγια για τα υπό εξέταση πρόσωπα και έργα, για να μεταφέρουμε την αύρα και το σκεπτικό των αναλύσεων της μελετήτριας:
Μιλάει για την ποίηση της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ τονίζοντας στοιχεία όπως το αυτοβιογραφικό, το υπαρξιακό, της οδύνης, του έρωτα, της μοναξιάς και της ελπίδας, εξετάζοντας και τα σύμβολά της όπως η χαρακτηριστική λυτρωτική επινοημένη χώρα Λυπιού, το υποθετικό καταφύγιο του ποιητικού υποκειμένου.
Στο έργο του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου εξετάζει την απαισιοδοξία, την ατμόσφαιρά του, την υπαρξιακή αγωνία, τον θάνατο και τη μοναξιά. Σημαντική παρατήρηση είναι ότι περιπλέκεται διαρκώς το «εγώ» και το «εσύ» ενώ κατά βάση εκθέτει σκέψεις και γεγονότα της προσωπικής ζωής του. Είναι μια γενικότερη διαπίστωση ότι τείνουμε να βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα από τους άλλους, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα. Στη συνέχεια, όπως κάνει πάντα, μελετά τη χρήση μιας σειράς συμβόλων στα ποιήματά του.
Τη χρήση της μοίρας, της ιστορίας και της φύσης εξετάζει στο έργο του Σταύρου Βαβούρη. Ασχολείται με τη ζωγραφική της Μαργαρίτας Βασιλάκου και τη γλώσσα και την ποιητική της Αντιγόνης Βουτσινά στην ποιητική συλλογή Το λάθος ποίημα, με τη γόνιμη πλεύση του συμβολισμού, του υπερρεαλισμού και του ρομαντισμού με τον ρεαλισμό σε αυτή. Μιλάει για τον Γιώργο Γεωργούση σε ένα εκτενές, αναλυτικό κείμενο χαρακτηρίζοντας τον λόγο του «πυκνό, ελλειπτικό, συμβολικό, αλληγορικό, υπαινικτικό, αντιθετικό, αφηγηματικό, αινιγματικό και με μεγάλη δόση μυστηρίου και φιλοσοφικής χροιάς» (σ.188). Ερευνά τη διαδικασία της ποιητικής σύνθεσης όπως εκφράζεται στο έργο της Μαρίας Καραγιάννη και στη συνέχεια τη νοσταλγική, μεταφυσική και υπαρξιακή δράση των ονείρων και την κεντρική θέση που έχει ο θάνατος, που τον αντιμετωπίζει «ως ένα παράδοξο-διαβολικό γεγονός που η ίδια προσπαθεί να το ξορκίσει» (σ.233). Εξίσου σημαντικό ρόλο παίζει η μνήμη που τη συνδέει με το παρελθόν και ένα καταλυτικό σύνολο αναμνήσεων. Μιλάει για τη Χλόη Κουτσουμπέλη, για τον τρόπο που βιώνει στο έργο της την ποίηση και το ερωτικό στοιχείο και το πώς εμπλέκονται αυτά τα δυο. Επίσης, αναφέρεται στο πώς παρουσιάζεται η προβολή της θέσης της γυναίκας στην πατριαρχική μας κοινωνία. Εξετάζει τη θεματολογία, τον τρόπο γραφής και τους διαρκείς συμβολισμούς στο έργο της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου σε ζητήματα όπως ο έρωτας, η αρρώστια, ο θάνατος, ο θεός και η ποίηση.
Σχολιάζονται η διαδικασία της ποιητικής σύνθεσης και ο ρόλος της φύσης στο έργο του Μάρκου Μέσκου και άλλα χαρακτηριστικά του έργου του, όπως η ρεαλιστική αποτύπωση του εμφυλίου με τις κάποτε φρικιαστικές σκηνές ολέθρου. Άλλα θέματά του είναι ο θάνατος, τα γηρατειά, η νοσταλγία της φύσης της ιδιαίτερης πατρίδας του (του Γραμματικού της Έδεσσας) και της παιδικής του ηλικίας.
Στη συνέχεια γράφει για την ποιητική συλλογή Τέλος της περιπλάνησης του Νίκου Μυλόπουλου, εντοπίζοντας τα ερωτικά στοιχεία και τις υπαρξιακές και κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες και επεξηγώντας τα σύμβολά του και τους ρόλους του θανάτου, της μοίρας, της φύσης και των χρωμάτων. Έτσι προχωράει στην επί της ουσίας ανάλυση και δεν μένει στα επιφανειακά χαρακτηριστικά.
Μιλάει για τη συλλογή Κόκκινες, πηχτές σταγόνες του Τόλη Νικηφόρου εντοπίζοντας την ευαισθησία, τον νόστο, τις αναμνήσεις και το πάθος. Μας επισημαίνει ότι ο ποιητής επιλέγει το «όνειρο» της επίγειας πραγματικότητας, το «φως», την ελπίδα και την αληθινή αγάπη.
Στο ποιητικό και εικαστικό έργο της Ηρώς Νικοπούλου, τα οποίο το αντιμετωπίζει ενιαία, επισημαίνει τον ρόλο του χρόνου, που τον συσχετίζει με τη φθορά, τον θάνατο, τη μοίρα, τον φόβο, την παιδική ηλικία και πολλά άλλα. Εξετάζει τα σύμβολα που χρησιμοποιεί για να εκφραστεί, πολλά από τα οποία προέρχονται από τον εικαστικό χώρο, όπως το φως, το σκοτάδι και τα χρώματα, τα οποία αποδίδουν ψυχικές καταστάσεις.
Για τον ποιητικό λόγο της Παυλίνας Παμπούδη θα μας πει: «[…] υιοθετεί στα ποιήματά της∙ έναν λόγο υπαινικτικό, αφαιρετικό, αιρετικό, απολύτως ερμητικό, που παρεκκλίνει από τον κλασικό μοντερνισμό και απευθύνεται στον συναισθηματικό κόσμο του δέκτη και όχι στην ορθολογική αντιμετώπιση των πραγμάτων» (σ.348). Στη συνέχεια θα επικεντρωθεί, για μια ακόμα φορά, στον τρόπο που αντικρίζει τον χρόνο στα έργα της και τις πολλαπλές ιδιότητες και σημασίες που του δίνει.
Όμως ας μη προχωρήσω στον σχολιασμό των αναφορών της σε περισσότερους καλλιτέχνες και στα έργα τους, για να μη σας κουράσω με λεπτομέρειες. Αντ’ αυτού θα αναφέρω τα ονόματα των υπολοίπων εξεταζόμενων δημιουργών: Τίτος Πατρίκιος, Τάσος Πορφύρης, Κώστας Ριζάκης, Γιάννης Στεφανάκις, Βασίλης Βασιλικός, Δημοσθένης Βουτυράς, Θωμάς Κοροβίνης, Έρση Λάγκε, Νίκος Μπακόλας, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Γιάννης Πατίλης.
Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι τα ερευνητικά ενδιαφέροντα του βιβλίου στα έργα των δημιουργών είναι ο χρόνος, η φθορά, ο τρόπος που εκφράζεται και επιδρά στα ποιητικά υποκείμενα, η σχέση της εικαστικής δημιουργίας με την ποίηση, υπαρξιακά θέματα, ο θάνατος και ο ρόλος της ζωής, ο τρόπος που βιώνεται και εκφράζεται η ποιητική δημιουργία, η μνήμη, η νοσταλγία και η έκφραση κοινωνικοπολιτικών θεμάτων της εκάστοτε επικαιρότητας, πιστοποιώντας ότι οι καλλιτέχνες είναι παιδιά της εποχής τους. Η ίδια η συγγραφέας θα μας σημειώσει στις τελευταίες φράσεις του επιλόγου της τη συνολική οπτική της πάνω στα έργα των δημιουργών, η οποία έχει κοινούς παρανομαστές, λέγοντάς μας:
«Οι λογοτεχνικές και εικαστικές διαδρομές, μολονότι διαφοροποιούνται ανάλογα με τον δημιουργό και τις ιδιαίτερες συνθήκες της εποχής του, συγκλίνουν σε ορισμένα σημεία, αφού οι ανωτέρω παράγοντες-πηγές έμπνευσης είναι κοινοί. Και βέβαια, επαφίεται στο προσωπικό ταλέντο του δημιουργού και στην προσωπικότητά του να αξιοποιήσει άριστα αυτές τις πηγές και να καταφέρει να χαρίσει στο κοινό του ένα αξιόλογο αισθητικά έργο, που θα προκαλέσει συγκινήσεις και κριτική σκέψη» (σ.526).
* Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης στις 9/5/2026.


