Η Ψυχή της ποίησης: Ένα Ταξίδι με τα “Ποιήματα και Πεζά 1988-2018” της Γιώτας Αργυροπούλου (μέρος Β)
Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

(συνέχεια από τη χθεσινή ανάρτηση)

Η τέταρτη ποιητική συλλογή της Γιώτας Αργυροπούλου, Ποιητών και Αγίων Πάντων (Μεταίχμιο, 2013), ξεχωρίζει ως μια από τις πιο στοχαστικές και εσωτερικές της δημιουργίες. Δεν είναι τυχαίο ότι συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα των Κρατικών Βραβείων· πρόκειται για ένα έργο-φόρο τιμής στην ίδια την ποίηση, στους ποιητές που τη διαμόρφωσαν, αλλά και στην αγωνία του σύγχρονου δημιουργού. Ένα βιβλίο όπου η ποιήτρια κοιτάζει μέσα της, μα και πίσω – σε εκείνους και εκείνες που, μέσα από τις λέξεις τους, άνοιξαν τον δρόμο για την πορεία της. Η συλλογή ανοίγει με το μότο :«Ανθίζει το άσπρο / γιασεμί / που καταπίνει / το σκοτάδι», μια φράση που λειτουργεί ως ποιητικό σήμα κατατεθέν. Το γιασεμί –λευκό, λεπτό, αθώο και αειθαλές– συνομιλεί με τον συμβολισμό του φωτός μέσα στο σκοτάδι, θυμίζοντας τόσο τον Σεφέρη όσο και την προσωπική φωνή της Αργυροπούλου, η οποία ανθίζει σε συνθήκες υπαρξιακής σιωπής και αγωνίας. Από την αρχή, λοιπόν, δηλώνεται πως η συλλογή αυτή δεν είναι μόνο ποιητική, αλλά και βαθύτατα μεταποιητική: στοχάζεται την ποίηση την ίδια.

Η πρώτη ενότητα, «Μια βραδιά ποίησης», λειτουργεί ως παράθυρο στο ποιητικό εργαστήρι της δημιουργού. Με αυτοσαρκασμό, ευαισθησία και ειλικρίνεια, η Αργυροπούλου αναρωτιέται για το ρόλο του ποιητή σήμερα. Περιγράφει τον ποιητή ως ένα «υπάκουο σκυλί», που ακολουθεί τη μυστική διαδρομή των λέξεων, ακόμα κι όταν η φωνή του χάνεται μέσα στον θόρυβο. Εκφράζει μια ξεκάθαρη κριτική απέναντι στην επιτήδευση και την ακατανόητη αυτάρκεια μέρους της σύγχρονης ποίησης, δηλώνοντας με τόλμη:
«Δεν θέλω να καταλαβαίνω την ποίηση / μόνο οι ειδικοί // Δεν πιστεύουν στον Θεό / μονάχα οι θεολόγοι» (σ. 230).Η ποίηση εδώ ζητά να είναι προσβάσιμη, αληθινή, συγκινητική – όχι γρίφος, αλλά επαφή.

Στη δεύτερη ενότητα, που φέρει και τον τίτλο της συλλογής, «Ποιητών και Αγίων Πάντων», η ποιήτρια στήνει ένα ιδιότυπο ποιητικό εικονοστάσι. Καβάφης, Καρυωτάκης, Σαπφώ, Σεφέρης, Ελύτης, Παλαμάς, οι άγνωστοι δημιουργοί των δημοτικών τραγουδιών – όλοι συνυπάρχουν σαν «άγιοι» της λέξης, σαν φωνές που τη συντροφεύουν. Δεν πρόκειται για μιμήσεις ή αναφορές-φόρμες. Αντίθετα, η Αργυροπούλου συνομιλεί ισότιμα μαζί τους, μεταμορφώνοντας τη διακειμενικότητα σε ζωντανή ανταλλαγή ψυχών.

Με ευφυή αλλαγή γλώσσας και ρυθμού, οι στίχοι της κυμαίνονται από τη δημοτική σοφία ως την λογοτεχνική ενδοσκόπηση. Οι ποιητές, όπως και οι άγιοι, δεν είναι απόμακροι – είναι συνοδοιπόροι. Η ίδια η συλλογή μεταμορφώνεται σταδιακά σε μια μορφή λογοτεχνικής εξομολόγησης, ένα ημερολόγιο σχέσης με τη γλώσσα και την πνευματική συγγένεια. Το ποίημα «Η έγνοια του ποιητή» (σ. 254), κλείνει συγκινητικά τον κύκλο αυτόν με μια αφοπλιστική αλήθεια: «Κάθε φορά που ταχυδρομεί ένα βιβλίο του/-αφιερωμένο εξαιρετικά– / για την τύχη του αγωνιά./Θα διαβαστεί;/Θα πεταχτεί; Θα ξεχαστεί;/σε μια γωνιά;»
Η δημιουργία δεν τελειώνει με τη συγγραφή·συνεχίζεται στον άγνωστο χώρο της ανάγνωσης, εκεί όπου το βλέμμα του άλλου είτε θα σώσει είτε θα σβήσει το ποίημα. Είναι αυτή η αμφιβολία –ευγενής, ανθρώπινη και ακριβής– που διαποτίζει τη συλλογή με μια ήσυχη συγκίνηση.

Η Ποιητών και Αγίων Πάντων είναι, τελικά, μια συλλογή που μιλά όχι μόνο για την ποίηση, αλλά για το χρέος της: να συγκινεί, να συνοδεύει, να θυμίζει ότι οι λέξεις είναι ιερό φορτίο. Η Αργυροπούλου, με την ωριμότητα της τέχνης και τη σεμνότητα της προσφοράς, καταθέτει ένα έργο στοχαστικό, ειλικρινές και βαθιά συναισθηματικό – ένα έργο που αξίζει να αγαπηθεί όπως ακριβώς γράφτηκε: με πίστη και αγωνία.

Στην πέμπτη ποιητική της συλλογή, Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό (Gutenberg, 2017), η Γιώτα Αργυροπούλου στρέφει το βλέμμα της στο Αιγαίο, όχι ως τουριστικό τοπίο ή απλό γεωγραφικό σημείο, αλλά ως έναν ζωντανό, παλλόμενο οργανισμό, φορτισμένο με ιστορία, μνήμη, θρύλο και υπαρξιακή στοχαστικότητα. Το τοπίο γίνεται πρόσωπο, η θάλασσα ψυχή, και το κάθε νησί – Σίκινος, Ανάφη, Αμοργός – αποκτά την ηχώ της ποιητικής της αγάπης για το αρχιπέλαγος και τα μυστικά του. Η συλλογή κινείται με ρυθμούς λυρικής περιήγησης: υμνεί τη φωτεινότητα του ελληνικού τοπίου, αλλά και αναμετράται με τις σκιές του παρελθόντος και του παρόντος. Η Αργυροπούλου ακολουθεί τα χνάρια ποιητών όπως ο Σεφέρης, ο Ελύτης ή ο Γκάτσος, μα πάντα με τη δική της ήσυχη, διακριτική φωνή, που συνδυάζει τη μεταφυσική στοχαστικότητα με την ευαισθησία της καθημερινότητας.

Στο ποίημα «ΕΦΤΑ ΧΡΟΝΩΝ ΑΝΤΙΚΡΙΣΑ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ», η ποιήτρια αντιπαραθέτει τη δική της πρώτη θέαση της θάλασσας με τη ζωή του πατέρα της, ενός αγρότη που έζησε και πέθανε χωρίς να τη δει ποτέ.

«Εφτά χρονώ αντίκρισα τη θάλασσα / μα ο καλός μου ζευγολάτης / κατέβηκε κούρος αρχαϊκός / βαθιά μέσα στα χώματα που όργωνε / με δυνατό ζευγάρι βόδι και άλογο // Και δεν αντίκρισε ποτέ τη θάλασσα».Η αντίθεση αυτή δημιουργεί έναν βαθύ λυρισμό: η θάλασσα γίνεται σύμβολο ορίζοντα, ελευθερίας, αλλά και απόστασης μεταξύ γενεών. Το ποίημα αποτίει έναν συγκινητικό φόρο τιμής στους αφανείς, ριζωμένους ανθρώπους που έζησαν με μόνη πατρίδα τη γη.

Η σύνθεση δεν περιορίζεται στο προσωπικό βίωμα. Η Αργυροπούλου ανιχνεύει στο Αιγαίο και τις σύγχρονες του τραγωδίες. Το προσφυγικό δράμα είναι παρόν, σιωπηλό και συνταρακτικό. Ο αφηγηματικός τόνος της ποιήτριας γίνεται εδώ ένας υπόγειος λυγμός – δεν καταγγέλλει, δεν φωνάζει υπαινίσσεται. Οι Σειρήνες, άλλοτε σύμβολα πειρασμού και ελευθερίας, γίνονται μέτρο αυτογνωσίας και αναστοχασμού: «Σειρήνες δεν θα ακούσεις πια./Μπορεί και να μη φταίνε τα καράβια./Μπορεί να φταίει που δεν είσαι δεκαεννιά». (ΑΠΟΠΛΟΥΣ 2017).Το πέρασμα του χρόνου, η απώλεια της νεότητας, η αλλαγή του βλέμματος – όλα συνδέονται με το αέναο τοπίο, που παραμένει ίδιο, όσο κι αν αλλάζουμε εμείς. Η ποίηση της Αργυροπούλου κατορθώνει εδώ να συνδέσει το τοπικό με το παγκόσμιο, το υλικό με το πνευματικό, το εφήμερο με το αιώνιο. Στην αναφορά της στη Μαρία Κάλλας, για παράδειγμα, το Αιγαίο δεν είναι πια μόνο γεωγραφικός χώρος – γίνεται μουσικό σώμα: «δονείται στο Αιγαίο / στων κυμάτων το βιμπράτο», υψώνοντας την τέχνη σε οντολογική διάσταση.

Το Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό είναι μια συλλογή που ταξιδεύει σε τόπους υπαρκτούς και υπαρξιακούς. Οι λέξεις της Αργυροπούλου δεν περιγράφουν απλώς νησιά – τους δίνουν φωνή, φωτίζοντας τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στον μύθο και τη μνήμη, στην ιστορία και την προσδοκία. Η συλλογή αυτή δεν διαβάζεται μόνο ως λογοτεχνικό έργο, αλλά ως ύμνος στη θάλασσα και στη βαθύτερη έννοια της πατρίδας: εκεί όπου ο άνθρωπος, η τέχνη και η φύση συναντώνται – με φως, συγκίνηση και σεμνότητα.

Από τα ανέκδοτα ποιήματα που βρέθηκαν στο αρχείο της Γιώτας Αργυροπούλου και εντάσσονται στον τόμο με τον πολύσημο τίτλο ΑΕΡΗΔΕΣ, ξεχωρίζει η ενότητα «Κόρη Καλομάτα», μια ποιητική κατάθεση όπου η γενέθλια πόλη της ποιήτριας γίνεται το σκηνικό ενός ελεγειακού στοχασμού πάνω στη μνήμη, τη φθορά και την ανθρώπινη μοίρα. Η Καλαμάτα δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο: μεταμορφώνεται σε ποιητικό πρόσωπο, σε έναν χώρο όπου τα τοπόσημα – ξενοδοχεία, μπαρ, δρόμοι και θάλασσες – αποκτούν υπαρξιακή πυκνότητα.

Στο ποίημα «Αμέρικα», το ομώνυμο παλιό ξενοδοχείο – υπό αναπαλαίωση – καθίσταται σύμβολο του παρελθόντος που, αν και φθαρμένο, επιμένει να στέκει. Οι φοίνικες που «ξεπέρασαν το κτίσμα» υποδηλώνουν τη δύναμη της φύσης αλλά και τη ροή του χρόνου που συνεχίζεται πέρα από τα ανθρώπινα έργα. Ο Φρέντυ, ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου και τακτικός θαμώνας του μπαρ «Ροδανθός» μετά τον καταστροφικό σεισμό, γίνεται μεταφορά της ανθρώπινης μοναξιάς και της ανάγκης για παρηγοριά, στη ρευστότητα μιας πόλης που αλλάζει. Το ποίημα «Ροδανθός» (σ. 368) αποτυπώνει τη διαχρονική, γλυκόπικρη σύμπλεξη έρωτα και φθορά.

«Του έρωτα τα αιώνια / τα πρόσκαιρα εκείνα» είναι η υπόσχεση ενός νεαρού ζευγαριού – φράση-οξύμωρο που συμπυκνώνει την ανθρώπινη ανάγκη για το άφθαρτο μέσα στο φθαρτό. Η «Κατάρα»,(σ.370) «Είχε μια βάρκα ο Φρέντυ/ μια βάρκα μαύρη και την έλεγε ΚΑΤΑΡΑ/ μέσα στις βάρκες τις πολύχρωμες του λιμανιού/ ΑΠΑΝΕΜΙΑ/ ΓΑΛΗΝΗ/ ερατεινά ονόματα/μέσα στις βάρκες τις ευφρόσυνες/ παράταιρη ήταν βάρκα…». φανερώνει μια παράταιρη μοίρα, τη ζωή ως πορεία σε ένα όνομα ασύμβατο με την προσδοκία. Η ενότητα  αυτή λειτουργεί ως ελεγείο – όχι μόνο για μια πόλη, αλλά και για τους ανθρώπους της, τις ιστορίες που χάνονται και επιβιώνουν μέσα από τη μνήμη και την τέχνη. Η Αργυροπούλου υφαίνει έναν ύμνο στην ασήμαντη καθημερινότητα που μεταμορφώνεται σε ποιητικό γεγονός, αναδεικνύοντας τη δύναμη του λόγου να διασώσει ό,τι ο χρόνος απειλεί να αφανίσει.

Από την τέταρτη ενότητα, «Η Βαρύτητα», ξεχωρίζει το ομώνυμο ποίημα (σ. 387), το οποίο μετατοπίζει τη θεματική σε υπαρξιακά εδάφη: «Τον νόμο της βαρύτητας δεν το χωρούσε/ ο νους μου!// Κι ακόμα να συμβιβαστώ/ με τον αέναο θρίαμβό της/ τον μονότονο,/ η γη βαθιά στο χώμα της/δικούς μου/ να τραβάει». Εδώ, η ποιήτρια συνοψίζει την αναπόφευκτη έλξη του ανθρώπου προς το τέλος, με μια γραφή λιτή, στοχαστική και σπαρακτικά ειλικρινή. Η βαρύτητα λειτουργεί όχι μόνο φυσικά, αλλά και μεταφυσικά – ως έλξη προς το μοιραίο, ως το βάρος της ύπαρξης. Η Αργυροπούλου, χωρίς μεγαλόστομες διακηρύξεις, αποτυπώνει την ανθρώπινη αδυναμία να ξεφύγει από τα θεμελιώδη της μοίρας.

Με τις ενότητες των ΑΕΡΗΔΩΝ, και ιδίως με την «Κόρη Καλομάτα», η ποιήτρια επιστρέφει εκεί από όπου ξεκίνησε: στον τόπο, στη μνήμη, στην καταγωγή. Αλλά επιστρέφει αλλιώς – με τη σοφία του χρόνου, τη γνώση της φθοράς και την ποιητική ωριμότητα μιας δημιουργού που γνωρίζει πως «τίποτε δεν χάνεται όσο υπάρχει ποίηση να το θυμηθεί».

Συνοψίζοντας, το έργο της Γιώτας Αργυροπούλου αποτελεί μια ουσιαστική και διακριτή συμβολή στη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Πρόκειται για ένα πολύτροπο ποιητικό σύμπαν, όπου η ευαισθησία συναντά τη μνήμη, και ο λυρισμός διαπλέκεται με την ανθρώπινη αγωνία και την ανάγκη για ανάταση. Οι στίχοι της – άλλοτε δωρικοί, άλλοτε αισθαντικοί – σκιαγραφούν έναν κόσμο γεμάτο περίτεχνες εικόνες, βιωματική αλήθεια και συναισθηματικό βάθος. Ο έρωτας, η φύση, η απώλεια, ο μόχθος και η παρηγορητική λειτουργία της τέχνης μεταμορφώνονται σε ποιητικό λόγο, με ύφος αναγνωρίσιμο και συγκινητικό.

Η Αργυροπούλου δεν έγραψε για να εντυπωσιάσει. Έγραψε για να θυμάται και να διασώσει, να παρηγορηθεί και να παρηγορήσει. Το έργο της, βαθιά ανθρώπινο και ανεπιτήδευτο, αγαπήθηκε όχι μόνο στην ιδιαίτερη πατρίδα της, την Καλαμάτα, αλλά απέκτησε πανελλήνια ακτινοβολία. Στο επίμετρο της Συγκεντρωτικής Έκδοσης, συνοψίζει με συγκλονιστική ειλικρίνεια τη συνθήκη της ποιητικής δημιουργίας: «Ο ποιητής γράφει από έλλειψη και μη παρηγορία και με μια μάταιη αίσθηση ότι έτσι μάχεται τον χρόνο και τη φθορά. Δεν έχει άλλο τρόπο. Η έλλειψη γεννάει τον ποιητή / η έλλειψη τον τρέφει / και μόνο το σκοτάδι που πέφτει στη σελίδα / έρχεται για λίγο και τον παρηγορεί» (σ. 441).Η ποίηση της Γιώτας Αργυροπούλου είναι αυτό ακριβώς: ένα καταφύγιο απέναντι στον χρόνο και τη φθορά, μια μαρτυρία ειλικρινής, τρυφερή και αναστοχαστική, που θα συνεχίσει να αγγίζει και να συνομιλεί με τις ψυχές των αναγνωστών/-στριών – και των επομένων γενεών.-

Περισσοτερα αρθρα