Η Ποίηση της Γλυπτικής ή Η Γλυπτική της Ποίησης; (για το βιβλίο “Σμίλης γραφήματα” του Χρήστου Ρηγανά, ISBN: 9789602892176)
Μαρία Παρ. Σταθέα, φιλόλογος-συγγραφέας

Ο Χρήστος Ρηγανάς, με καταγωγή από την Καλαμάτα, είναι γλύπτης, τελειόφοιτος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, βραβευμένος πρόσφατα από την Ακαδημία Αθηνών για το έργο του, με πολλές  ατομικές εκθέσεις και πρώτα βραβεία σε Πανελλήνιους Διαγωνισμούς.

Η ποιητική του παρουσία στον λογοτεχνικό χώρο με την συλλογή «Σμίλης γραφήματα», εκδ. Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2022, αποτελεί μια ακόμη καλλιτεχνική επιτυχημένη απόπειρα στον χώρο του πολιτισμού, αυτή τη φορά μέσω του γραπτού λόγου.

Το στίγμα της κύριας ενασχόλησής του το δίνει ήδη από τον τίτλο της ποιητικής συλλογής αναφέροντας την σμίλη, το κύριο εργαλείο για την γλυπτική εργασία. Βεβαίως, γνωρίζαμε πως ο Χρήστος Ρηγανάς δημιουργεί σπουδαία γλυπτά με τη σμίλη του, μικρά θαύματα: (Το θαύμα της τέχνης / το έκανε ο άνθρωπος, σ. 58, “Στον Διονύση”). Όμως τώρα δημιουργεί και ποίηση με την γραφίδα: Ανάγκη της ψυχής μας / τα λόγια για την τέχνη, σ. 16, “Στην Ελένη και τον Διονύση”.

Η ποίησή του εκφράζεται με λιτό ήσυχο τρόπο, στην καθομιλουμένη Κοινή Νέα Ελληνική Γλώσσα, περιέχοντας όμως και λέξεις από την ντοπιολαλιά της περιοχής του (ολόμαλλες πάντες, ηλιοδρομή, λιθόσπερμα, μέλιος, λαλούδες, πετάλι, λουλάκι κ.ά.), αλλά και ενσωματώνοντας άγνωστες εν πολλοίς στο ευρύ κοινό λέξεις από το πεδίο της δικής του τέχνης και ενασχόλησης, (ονομασίες μαρμάρων – λυχνίτης της Πάρου, κρυσταλλίνα της Νάξου, οψιδιανός της Μήλου, κόκκινο μάρμαρο της Μάνης, πράσινο της Τήνου, λευκό του Διονύσου, χρώματα κι εργαλεία – στουπέτσι, ριζάρι, σμίλη, πικούνι, βελόνι, μαντρακάς).

Υμνεί μέσω της ποίησης τα υλικά, τα οποία επεξεργάζεται και τα οποία μοχθεί να μεταμορφώσει δίνοντάς τους σχήμα, μορφή και ‘ζωή’: Η σμίλη έχει μια γλώσσα ερωτική / στο άγγιγμα του μαρμάρου / αφήνει ένα τραγούδι σημαδεμένο σε γραμμές / Συνομιλεί ο μάστορας με το γλυπτό / κουβέντα και χάδι θέλει να βγει το φως, σ. 23, “Ερμής ΙΙ).

Κάνει αναφορές σε τόπους και χώρους σχετικούς με το μάρμαρο και την πέτρα, αφού και η ποίησή του έχει απόλυτη σχέση με την γλυπτική, σχέση που χρονολογείται σχεδόν πενήντα χρόνια, αφού με αυτήν την τέχνη έχει άρρηκτα συνδεθεί κι έχει πλείστα βιώματα, καθώς τον ενδιέφερε από παιδί, τον αφορούσε και διατρέχει όλη τη ζωή του. Και είναι από τους λίγους τυχερούς που το όνειρό του σήμερα πλέον είναι πραγματοποιημένο: Το όνειρο της Γλυπτικής / λιαζόταν απ’ τα μικράτα μέσα μου … Το όνειρο της Γλυπτικής / το έχω κτήμα μου πλέον, σ. 7, “Τα όνειρά μου”.

Με ποιητική ονειροπόληση και στοχασμό αλλά και ταυτόχρονα δρώντας στην απτή πραγματικότητα, ταξιδεύει, προμηθεύεται το απαραίτητο για την εργασία του μάρμαρο και δεν μπορεί παρά να θαυμάζει τους τόπους, από όπου αυτό εξορύσσεται. Μέσα από τις αναφορές στα ποιήματά του υμνολογούνται τα φωτεινά αιγαιοπελαγίτικα ελληνικά νησιά, που του παρέχουν, εκτός από την ομορφιά τους, όλον τον πλούτο των πολύτιμων πετρωμάτων τους προς επεξεργασία. Μνημονεύει τον νησιωτικό χώρο των Κυκλάδων, από όπου κυρίως προμηθεύεται την πρώτη ύλη για την δουλειά του. Λεύκες της Πάρου, Μέλανες, Εγγαρές, Απείρανθος, Κινίδαρος και Σαγκρί της Νάξου, Δήλος και Κέρος των Μικρών Κυκλάδων, Δασκαλιό, Μήλος και το εμβληματικό Δεσποτικό γίνονται μέρος της έμπνευσης, της τέχνης και των ονείρων του. Κι ο γλύπτης πάντοτε κάτω από την καταλυτική κυριαρχία του φωτός, πάντοτε σκυμμένος πάνω από την λευκότητα του μαρμάρου τους, τα αποθεώνει.

Επομένως, η θεματική του συνίσταται στην έκφραση της σύνδεσής του με την τέχνη που υπηρετεί με αγάπη και της αφιερώνει απεριόριστο χρόνο και κοπιαστική δουλειά. Κι εκείνη τον αποζημιώνει με την απόλαυση του λαμπρού αποτελέσματος, το οποίο  ο ίδιος επιτυγχάνει. Η γλυπτική τον παρασύρει και τον προτρέπει ταυτόχρονα να επεξεργάζεται και να θαυμάζει τον περιβάλλοντα κόσμο, τον καθιστά ικανό να εκτιμά μέσα από την ματιά του καλλιτέχνη το ωραίο, – γινόμενος συχνά ένας εστέτ σχεδόν, – που αναζητά το ωραίο παντού στους χώρους, όπου κινείται. Το άνθος του λωτού, το κομμένο μήλο κ.ά. μεταμορφώνονται πάνω στην πέτρα από την φαντασία και τα χέρια του, γίνονται γλυπτά θαυμαστά: Σ’ όλο σου το κορμί / έχεις τη γεύση, τ’ άρωμα / εκείνο του καρπού του. / Αυτά φέρνουν την έκσταση / τη μέθη στα όνειρά μου, σ. 59, “Λωτός”).

Φέρνει, λοιπόν, τώρα ο Χρήστος Ρηγανάς με την ποίησή του, εμπρός στους αναγνώστες τον δικό του ιδιαίτερο κόσμο. Με ύφος ανθρώπου ‘γεμάτου’ από την ικανοποίηση που αποκτά από την εργασία του, εμπνέεται και εμπνέει, ονειρεύεται και δημιουργεί: Από τους πίσω χρόνους, τους παλιούς, / η ομορφιά ξαποσταίνει στον Κούκκινο. / Πλήθος τα βότσαλα στην ακτή. / Πολύμορφα, πολύχρωμα γεμάτα ζωή / τραγούδι σμιλεύουν με τη θάλασσα. Δίπλα τους περπατώ / κάτι στα χέρια μου να πιάσω, / ανάμεσα σ’ αυτά κι εσύ!, σ. 54, “Το βότσαλο“. Περιγράφει το αγαπημένο του περιβάλλον στον Κούκκινο, τον ‘ζωγραφιστό’ ορμίσκο, όπου έχει την τύχη να βρίσκεται το σπίτι του και να καλεί φίλους, απολαμβάνοντας την εκπληκτική ομορφιά του: Ακρογιαλιά λίγων τυπογραφικών στιγμών. / Αριστερά τού κοκκινόβραχου έξι μικρά άσπρα σπίτια / απλωμένα στον ήλιο στεγνώνουν / από τον ασβέστη και το λουλάκι, σ. 8, “Κούκκινος”).

Μέσα από την όλη αυτή διαδικασία αυξάνεται ακόμα περισσότερο η συνειδητοποίηση της αξίας της Τέχνης, αυξάνεται η αυτογνωσία αλλά και η κρίση του για τα τεκταινόμενα γύρω του, για τον κόσμο με τα καλά και τα άσχημά του, για τον πολιτισμό και την αξία του. Σε όλη την ποιητική συλλογή τονίζεται και δεσπόζει το μέτρο, η ομορφιά, ο πολιτισμός και η εκλεπτυσμένη ματιά του καλλιτέχνη, που γίνεται λογοτέχνης. Οξύνεται ακόμα περισσότερο η κρίση του για το μέτρο και την υπερβολή, για το δίκαιο και το άδικο, για την αλήθεια και το λάθος, για την ισορροπία και τους νόμους που διέπουν τα πάντα: Κάθε φορά το επισήμαινε ο δάσκαλος, / νόμος ισορροπίας, έλεγε. / Τα πάντα στη φύση τα διέπουν νόμοι. / Ποιος νόμος έχει τη μοίρα μου δέσμια των αγαλμάτων και της εικόνας σου;, σ. 11, “Το άγαλμα”).

Η εικονοποιία στα ποιήματα του Χρήστου Ρηγανά είναι έντονη. Με τον λόγο του όχι μόνον αναδεικνύει την αξία της Γλυπτικής, αλλά ‘ζωγραφίζει’ εικόνες με όλα τα χρώματα, τα χρώματα που δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει, να αξιοποιήσει και να αναδείξει πάνω στο επεξεργασμένο κατά τα άλλα από τον ίδιο μάρμαρο. Αναρωτιέται πώς να μπορούσε να προσθέσει μόνο με την φαντασία του λίγο κόκκινο της παπαρούνας στις άκρες της κόμης του αγάλματός του: Το κόκκινο μου λείπει. / Πώς να βάψω / κόκκινες τις άκρες των μαλλιών σου;, σ. 25, “Το μπλε). Εκεί έχει μόνο το χρέος να αναδείξει το φως, το λευκό, καθαρό, απαστράπτον φως μέσα από τις πτυχές και τις πτυχώσεις των αγαλμάτων: Μικρό το βάθος του γλυπτού / δύσκολο να το πλάσεις. / Το φως είναι αυστηρό / θέλει ορθά να το δουλέψεις / να σχεδιάζεις από μακρυά / χωρίς να το φοβάσαι… Η φόρμα και το φως / έχουν νόμους συμπαντικούς. / Σ’ αυτούς να πειθαρχείς. / Το φως έχει πορεία διαβατή / και το γλυπτό μαζί του, σ. 13-14, “ΠΛΑΤΘΙΣ ΠΑΡΙΩΣ ΕΠΩΗΣΕΝ”). Κι αλλού: Με το βελόνι και το πικούνι πλάθεις σκιές / τις οδηγείς απόβαθα, ρηχά, / τις σκούρες ως τα σωθικά του όγκου. / Παλεύεις με το φως / το τιθασεύεις. / Το διαχειρίζεσαι στις ανάγκες της κάθε φόρμας. / Το χτίζεις από μέσα προς τα έξω. / Σιγά – σιγά βλασταίνει το σχέδιο. / Όπως οι σπόροι το φθινόπωρο / όπως ο έρωτας στις καρδιές των νέων / όπως η ορθή σκέψη στους γέροντες, σ. 31,Κούρος Ι”).

Στις ποιητικές του περιγραφές και απεικονίσεις εξαίρει όλα τα  χρώματα, το μπλε του ουρανού και της θάλασσας, το κόκκινο της αιδούς και του πάθους, το πράσινο του κάμπου, το χρυσό, το ροδί, το κεραμιδί. Τα χρώματα δεν τα κοιτάζει απλώς, αλλά τα βλέπει με τρόπο ουσιαστικό και σαν άλλος ζωγράφος τα χρησιμοποιεί στην ποιητική του παλέτα. Δημιουργεί πίνακες και εικόνες με τον ποιητικό του λόγο και τις περιγραφές του: Στο ίδιο σημείο που ανασύρθηκε η Αμφίκλεια / η κόρη με τα χρώματα στα ιμάτιά της / το ροδί στα χείλη και το χυτό φως / στο δωρικό χιτώνα, σ. 39, “Αμφίκλεια”).

Ο Χρήστος Ρηγανάς μέσα από τα γραπτά του παρουσιάζεται ‘ζυμωμένος’ με τη φύση. Δεν είναι μόνον το μάρμαρο, που λατρεύει να αγγίζει και να σμιλεύει. Με τη ματιά και την παρουσία του ‘δένεται’ με το φυσικό περιβάλλον γενικότερα. Τα πτηνά, τα δένδρα, τα βοτάνια και οι αρωματικοί θάμνοι, γνωστά ή και κάποια άγνωστα στον σημερινό αστό, βρίσκονται παντού μέσα στους στίχους του:

Δάσος οι σφένδαμοι / σφένδαμοι παντού, / Ενώτια οι ανθοί τους, σ. 20, “Ενώτια”.

Της πρώτης άνοιξης άνθη μικρά / ένα προς ένα διαλεγμένα / έπλεξες στη σγουρή του κόμη. / Στεφάνι από λιθόσπερμα / πρώιμα ανθισμένο,  σ. 26, “Ερμής ΙΙΙ”.

Η λατύπη αιώνες χαμένη / στους κρόκους, τα ραδίκια, τους τζοχούς, σ. 30, “Κούρος Ι”.

Με λίγη σταφίδα, λούπινα και στάρι / θα περάσουν τη μέρα …,  σ. 32, “Κούρος ΙΙ”.

Ο περίπατος στο ιερό / του Δήλιου Απόλλωνα / μες στις συκιές, τ’ αμπέλια, τις ελιές … οι ανεμώνες χρωματίζουν τον τόπο / με κόκκινο της χαράς των κοριτσιών, σ. 38, “Αμφίκλεια”.

Βλέπω τον ερχομό της άνοιξης / άλικα να χρωματίζει, ανεμώνες, παπαρούνες, / κρόκους, κυκλάμινα, μάρμαρα και όνειρα, σ. 52, “Μήδεια.

– Στη λίμνη της Κερκίνης, / με τα κίτρινα πλατάνια, / τις δρύς, τις οξιές / και τα νεροπούλια. / Σμήνη οι ερωδιοί, οι κορμοράνοι, / οι τσικνιάδες, οι αργυροπελεκάνοι, / τα αγριογέρακα. / Ανάμεσα σ’ αυτά εσύ ένα φλαμίνγκο / ορθό στο ένα πόδι. / Γλυπτό σε καβαλέτο. / Οι ακτές πνιγμένες με λογχόσχημα φυτά / πλήθος σ’ αυτές οι νεοσσοί στις πυκνωσιές τους, σ. 61, “Κερκίνη”.

Συχνές είναι οι αναφορές του στην ελληνική αρχαιότητα, μέσα από τις οποίες προβάλλεται η αρχαιογνωσία του Χρήστου Ρηγανά. Στα ποιήματά του ‘συνομιλεί’ με τους Ολύμπιους Θεούς, τους αρχαίους ποιητές και γλύπτες, χωρίς να εγκαταλείπει και τους σύγχρονους καλλιτέχνες και τους φίλους του: Με σπονδές, χοές, σφάγια και θυσίες / αναζητώ στίγμα προς στίγμα / τα ίχνη των παλιών λατόμων, των αρχαίων λαξευτών. / Θα συλλέξω τον ιδρώτα τους σε αρύβαλλους / χρωματισμένους από τον Εξηκία. / … θα αφουγκραστώ τους στεναγμούς, τον πόνο τους, / τους παιάνες του Αρχίλοχου, σ. 15, “Παρία Λίθος Ι”). Εντοπίζει με ιδιαίτερη ευαισθησία τα σμιλεμένα ονόματα των αρχαίων δημιουργών και οι αφιερώσεις πάνω σε αρχαιοελληνικά γλυπτά αποτελούν πηγή έμπνευσης γι’ αυτόν: ΠΛΑΤΘΙΣ ΠΑΡΙΩΣ ΕΠΩΗΣΕΝ σ. 13-14, στο ομώνυμο ποίημα “Παιώνιος εποίει”, σ. 22, Στην Αλκινόη τού χθες, …τω μεγίστω, σ. 42, “Ιθωμάτας”, Αγαθή τύχη, σ. 33, “Κούρος ΙΙ), Πυριλάμπης εποίησε, σ. 38, “Αμφίκλεια”).

Γράφει με αφαιρετικό τρόπο επιλέγοντας άλλοτε τον υπερρεαλισμό και άλλοτε τον νατουραλισμό, άλλοτε με ονειρικούς στίχους ή με συγκρατημένο ρομαντισμό, πάντοτε όμως με αγάπη για τη γλυπτική, που την συνδέει και τη συμπλέκει με το αγαπημένο πρόσωπο: Με την ψυχή μου δάσκαλο / με σμίλη, με φιλιά / με πυρωμένα χάδια / θα πλάσω, θα αγγίξω το κορμί σου, σ. 24, “Παρία λίθος ΙΙ”) και αλλού: “|Τα στήθη σου δυο φόρμες με ζωή. / Είναι μαρτύριο. Το ζω … τ’ άσπρα στήθη σου να δω, / ν’ αγγίξω, να θαυμάσω, / Να διδαχθώ…/ Να αναγεννηθώ…/ Νέα ζωή να ζήσω σ. 21, “Δυο φόρμες).

Στοχάζεται με εσωτερική ένταση αλλά και συχνά και με φανερό ενθουσιασμό, με ευσυνειδησία και τρυφερότητα, όπως ο εραστής για την αγαπημένη του. Εξάλλου μέσα στην ποίησή του εμπλέκεται και ο θαυμασμός και η αγάπη για το άλλο φύλο, την γυναίκα, που γίνεται η μούσα του και συχνά το κεντρικό πρόσωπο και σημείο αναφοράς του: Η ομορφιά φωλιάζει και κλώθει / μέσα στις χούφτες μου. / Οι γέννες στ’ ακροδάχτυλά μου. / Πότε με τον πηλό / και πότε με το σχέδιο / σε κόκκινο μάρμαρο της Μάνης / σημειώνω το ίχνος της μορφής σου, σ. 64, “Η μορφή σου”), και αλλού: Πάλη… / Να μη χαθεί το όνειρο / η λαίμαργη ματιά / από το λευκό λαιμό σου. / Στο μάρμαρο θα γράψω το ίχνος σου, σ. 41, “Πάλλευκος λυχνίτης”).

Οδηγείται ποιητικά στον έρωτα που τρέφει για το άλλο φύλο: Αέρας θα γίνω / να μπω στους πόρους σου, / έναν προς έναν να διανύσω… θ’ ανοίξω την καρδιά σου / μήπως και με το πείσμα μου χωρέσω. / Έναν μικρό χώρο διεκδικώ. / Όχι για να αναπαυθώ, / εργαστήρι δουλειάς να στήσω. / Ολημερίς να πλάθω. / Μάρμαρα , μέταλλα, κεριά, / πηλό, σχέδια και όνειρα. / Έτσι βιώνω την ομορφιά / αυτήν που εσύ μου δίνεις, σ. 51, Θα γίνω φως) και αλλού: (Η εικόνα σου παντού νοτίζει το εργαστήρι, / τις σκέψεις, τις λειτουργίες μου. / Το δρόμο που ορίζει / σ’ αυτόν έχω το διάβα της δουλειάς μου. / Έτσι πάντα θέλω / να μου χαρίζεται η ζωή / κι εγώ ν’ ακολουθώ / εκείνον της μορφής σου, σ. 64, “Η μορφή σου”). Άλλοτε πάλι ο έρωτας τον πονά σαν ανάμνηση ή άτυχη αναζήτηση ή ρεαλιστική ματαίωση σταλάζοντας στην ψυχή του απελπισία, Με επιθανάτιες κραυγές λαβωμένου θηρίου / σε αναζήτησα στο σκοτάδι, σ. 60, “Εγκατάσταση”),  παρακινώντας τον όμως και να δημιουργεί.

Ο Χρήστος Ρηγανάς όμως δεν κάνει μόνο γλυπτική και ποίηση αλλά και ζωγραφική και φωτογραφία! Θα λέγαμε ότι η μίξη όλων αυτών των Τεχνών αποτελεί την απόδειξη πως έχουμε την τύχη να βρισκόμαστε μπροστά σε έναν πολύπλευρο, ευαίσθητο και πολυδιάστατο καλλιτέχνη και συνάμα γήινο, που πλάθει αθόρυβα την ομορφιά με τα χέρια του και με μιαν ταπεινότητα που τον λαμπρύνει. Μόνος, βέβαια, αυτοπαρουσιάζεται δίνοντας όσα τον χαρακηρίζουν, – αρχαία καταγωγή, γενέτειρα, ζωή και κοσμοθεωρία, αγάπη για την τέχνη του –, τον αναγνωρίζουμε μέσα απ’ το ποίημα, που τού δίνει τον τίτλο “Ο μάστορας”, σ. 37: (Βραχύσωμος ο μάστορας / με ξανθά μαλλιά. / Παχύ μουστάκι / μάτια στο χρώμα του Αιγαίου. / Δωριεύς. / από την ομηρική ‘Φαραί’ της Μεσσηνίας. / Διονυσιακός στη ζωή. / Ηράκλειος στη σμίλευση του μαρμάρου). Και ακόμα φαίνεται να εκφράζεται με τους παρακάτω στίχους: Σε ακτές πνιγμένες με λογχόσχημα φυτά / κρύβεις τα όνειρά σου / μακρυά από θηρευτές (σ. 61, “Κερκίνη”).

Όσο για τις ανάγκες του, αυτές συνίστανται σε όσα ομολογεί στο ποίημα: Στ’ ακροδάχτυλά μου / μαζί με τον πηλό / φωλιάζει η ομορφιά. / Αυτή είναι η ανάγκη μου… Κάθε που σε σκέφτομαι / ο νους μου / η καρδιά μου / γεμίζουν ομορφιά. / Αυτή είναι η ανάγκη μου, σ. 67, “Ανάγκη”. Και συμπυκνώνει το είναι του, τον εσώτερο εαυτό του, στους παρακάτω στίχους: Βαθειά μέσα στον κόσμο μου / χωρούν μόνον εσύ, η ομορφιά / και ο ήχος του μαρμάρου, σ. 59, “Λωτός“). Σπονδές οι στίχοι στον αγώνα του να αποτυπώσει και να συντηρήσει, να διαιωνίσει την ομορφιά, που την χρειάζεται και ο ίδιος αλλά και όλοι στη ζωή μας.

Φιλοσοφεί πάνω στην καλλιτεχνική δουλειά του, χωρίς υπεροψία, υπηρετεί την δύσκολη τέχνη του, αποκαλώντας τον εαυτό του ‘μάστορα’ και πουθενά ‘γλύπτη’: …με την αλήθεια στο βάθος τού είναι σου / και τη σεμνότητα παρούσα, σ. 31, “Κούρος Ι). Μυείται με ταπεινότητα πιστού στην τελετουργία της εξόρυξης του μαρμάρου και την κάνει ποίηση: Βαθύ, υγρό, απόκρημνο το Άντρο της Παρίας Λίθου. / Μόνος οδηγός ο λύχνος / στο σκοτεινό πολυδαίδαλο λατομείο. / Μήτρα ζωής η γλυπτική, σκληρή στην κάθε γέννα της. / Προσκυνητής για ένα μήνα στο σπηλαιοβάραθρο. / να μυηθώ… Θα σμιλεύσω την ανάγκη της ψυχής μου, σ. 15, “Παρία Λίθος Ι”).

Θα λέγαμε πως με αυτό το δημιούργημα του Χρήστου Ρηγανά μάς φανερώνεται η ‘Ποίηση των Καλών Τεχνών’, που επιδρά καταλυτικά στον άνθρωπο. Κι όλα τα παραπάνω ο καλλιτέχνης, με επαγγελματική ευσυνειδησία, με υπευθυνότητα, με τον δημιουργικό οίστρο ενός ενήλικα, αλλά και με την ευαισθησία μικρού παιδιού και με ανεξάντλητο χιούμορ για τον γύρω του κόσμο, τα επιτελεί σαν χρέος.

Προσωπικά, θα έλεγα πως η ποιητική συλλογή του Χρήστου Ρηγανά, του διονυσιακού στη ζωή και μαζί ηράκλειου στη σμίλευση του μαρμάρου, χάρη στην ιδιάζουσα θεματική του, αποτελεί μιαν αξιόλογα ιδιαίτερη στιγμή στο λογοτεχνικό ποιητικό μας σύμπαν.

Τέλος, δεν θέλω να παραλείψω την μικρή αφιέρωσή του στο αντίτυπο, το οποίο με ευγένεια μού έχει χαρίσει, μια από τις φορές που συγκεντρωθήκαμε όλοι οι φίλοι του στον υπέροχο Κούκκινο: «Στη Μαρία, με την βεβαιότητα πως η Ομορφιά συνυπάρχει με την Τέχνη – Κούκκινος 29-9-2022». Προσυπογράφω, αγαπητέ Χρήστο.

Περισσοτερα αρθρα