Η λογοτεχνική ζωή της σύγχρονης Ελλάδας, ακολουθώντας την επιταγή της ταχύτατης βίωσης κάθε έκφανσης της ζωής, κινείται με ρυθμούς φρενήρεις παρουσιάζοντας συγγραφική παραγωγή που δύσκολα διαβάζεται στον περιορισμένο χρόνο που έχουμε στην διάθεσή μας. Ωστόσο, έχω επανειλημμένα επισημάνει σε δημόσιες τοποθετήσεις μου ότι αυτή η πνευματική πανσπερμία μόνο ωφέλιμη δύναται να αποβεί για το συνολικό επίπεδο της σημερινής διανοητικής πραγματικότητας. Διότι η ανάδειξη της μυθικής προσωπικότητας, αυτής που όχι μόνο θα καταξιωθεί στις συνειδήσεις των συγκαιρινών της αλλά και θα ορίσει διά της υστεροφημίας της τον μελλοντικό έλλογο βηματισμό των ανθρώπων, είναι πάντοτε απότοκη ποικίλων ζυμώσεων και στοχαστικών διεργασιών. Εννοώ, ως εκ τούτου, ότι, αν γράφουν και δημοσιεύουν περισσότεροι, αυξάνεται η ελπίδα μας να δώσει η χώρα μας έναν νέο Διονύσιο Σολωμό, Κωνσταντίνο Καβάφη, Γιώργο Σεφέρη, Κική Δημουλά κ.ά. Το πλειοψηφικά ποιοτικό προώρισται διαχρονικά να αναβιβάζει σε υψηλό ακόμα και το αρχικώς μέτριο. Και βέβαια, ανακαλεί κανείς εδώ την βαθυστόχαστη ρήση του Περικλή, ειπωμένη σε οριακές στιγμές της ανθρώπινης ζωής, μέσα στην δίνη του καταστροφικού Πελοποννησιακού Πολέμου και της φονικής επιδημίας: καλῶς μὲν γὰρ φερόμενος ἀνὴρ τὸ καθ’ ἑαυτὸν διαφθειρομένης τῆς πατρίδος οὐδὲν ἧσσον ξυναπόλλυται, κακοτυχῶν δὲ ἐν εὐτυχούσῃ πολλῷ μᾶλλον διασῴζεται (Θουκ. 2.60.3).[1]
Η Κασσάνδρα Φουντουλάκη δεν εντάσσεται, φυσικά, στις περιπτώσεις δημιουργών που έχουν ανάγκη την συνολική λογοτεχνική ευημερία για να αναδείξουν το κρυμμένο ταλέντο τους. Αντιθέτως, η αυθύπαρκτη αυτή προσωπικότητα, ούσα εξαίρετη κλασική φιλόλογος (παιδί του τμήματος Φιλολογίας ΕΚΠΑ, σημειωτέον) και δεξιοτέχνης του πιάνου – του πιο απαιτητικού, ίσως, μουσικού οργάνου μαζί με την ανθρώπινη φωνή –, κατέστησε εμφανή την παρουσία της στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι της πατρίδας μας ήδη από το 2016 με την πρώτη ποιητική της συλλογή Μουσική Δωματίου (ISBN: 9789604268580), που ευτύχησε να θεωρηθεί άξια προς συγκαταλογή στην βραχεία λίστα του βραβείου «Γιάννης Βαρβέρης». Με την δημιουργική της ορμή, καθώς και την πηγαία εκφραστικότητά της, υπήρξε η πρώτη, ίσως, της γενιάς μας που είχε την τόλμη να δημοσιεύσει βιβλίο σε νεαρότατη ηλικία. Στο κριτικό αυτό κείμενο έχουμε την χαρά και την τιμή να παρουσιάσουμε το δεύτερο ποιητικό της βιβλίο με τίτλο Η μέρα που μικραίνει, ξανά από τις λογοτεχνικά έγκριτες εκδόσεις «Ιωλκός» του ακάματου Κωνσταντίνου Κορίδη.
Ξεκινώ αμέσως με τον τίτλο της συλλογής, λέγοντας πως πρόκειται για έναν ωραιότατο και εύηχο ιαμβικό επτασύλλαβο, που παραπέμπει στην «Ξανθούλα» του Διονυσίου Σολωμού. Θεματικά, η εν λόγω λογοτεχνική δημιουργία είναι, φρονώ, μεταιχμιακής φύσης, βρίσκεται, δηλαδή, στην κόψη του σπαθιού, όπως θα το έθετε ο εθνικός μας ποιητής. Μεταβαίνει διαρκώς από την ζωή στον θάνατο, όπως θα το ερμήνευε, ενδεχομένως, ο Δημήτρης Λιαντίνης. Η πεζή καθημερινότητα χορεύει χέρι-χέρι με την έντονη συναισθηματική ανάμνηση, υπενθυμίζοντας τραγικώ τω τρόπω ότι η ζωή είναι ζεύγος αντιθέτων. Η φωνή της συγγραφέως είναι, μεν, προσωπική, αλλά καταφανώς θραυσματική, αφού εντός του βιβλίου εναλλάσσονται μικρές σκηνές και στοχαστικές επισημάνσεις, με αποτέλεσμα το καλοκαίρι, αρχική πηγή ευφροσύνης, να καταντά, μέσα από την προσφερόμενη εικονοποιΐα, τοπίο απώλειας και συναισθηματικής απόγνωσης. Ο χρόνος, η φθορά, η νοσταλγία, ακόμη και η δριμεία κοινωνική κριτική αποτελούν βασικά μοτίβα της υπό ανάλυση ποιητικής συλλογής. Η ποιήτρια ξέρει και να ονειρεύεται και να στηλιτεύει, πάντοτε μέσα από την ελκυστική γραφή της. Φιλοσοφική ατμόσφαιρα δημιουργεί και το άτιτλο των ποιημάτων, κάτι που απαλλάσσει τα στιχουργήματα της ποιήτριας από το στενό ερμηνευτικό πλαίσιο που επιβάλλει, συνήθως, σε ένα έργο η τιτλοφόρησή του.
Τεχνικά μιλώντας, η Κασσάνδρα Φουντουλάκη οδηγείται, εκούσια ή μη, σε συγγραφική πρωτοτυπία. Το λέω αυτό, διότι στην μεν Μουσική Δωματίου είχε κατορθώσει να αποτυπώσει σε στίχους ένα ολόκληρο μουσικό σύμπαν, ενώ τώρα, στην Μέρα που μικραίνει, πετυχαίνει να δώσει μια σύνθεση που προσιδιάζει σε προσωπικό ημερολόγιο, συνυφαίνοντας αρμονικά την λογοτεχνικότητα της ποίησης με την εγγενή στοχαστικότητα του φιλοσοφικού λόγου. Τα πάντα στο έργο περνούν από το φίλτρο της ατομικής διερεύνησης, καθώς το ιδιωτικό συμβάν λειτουργεί ως αφορμή για συνολική παρατήρηση της ίδιας της ζωής. Με λόγια διαφορετικά, η έννοια της φθοράς μετουσιώνεται σε αισθητική εμπειρία. Προσθέτω, δε, κάτι ακόμα πιο σημαντικό: η ποιήτρια μοιάζει να ζει το έργο της την ώρα που ζει την ζωή της. Το έργο προϋπάρχει της καταγραφής του, διότι μια σπουδαία καλλιτέχνιδα δεν θα μπορούσε παρά να βιώνει τα πάντα λογοτεχνικά. Θυμάται κανείς εδώ αυτό που τονίζει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στον δεύτερο τόμο των Ἀφορισμῶν καὶ Διαλογισμῶν: «Δὲν συνεννοοῦμαι μὲ τοὺς ἄλλους. Οἱ ἄλλοι ζοῦν τὴ ζωή τους· ἐγὼ δὲν ζῶ τὴ ζωή μου· ζῶ μόνο τὸ ἔργο μου».[2]
Παραθέτω, τώρα, ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα και προβαίνω, έπειτα, σε ερμηνεία του:
Η πιο ΆΣΧΗΜΗ απάτη είναι η τελευταία θάλασσα που βούτηξες.
Και δεν ήξερες, δεν υποψιαζόσουν καν, ότι θα είναι η τελευταία.
Ήλπιζες.
Και την πρόδωσες.
Τις πρόδωσες όλες. Και κλαίς. Και σκέφτεσαι με γοερό κλάμα αυτή την τελευταία βουτιά. Και βουτάς στα κλάματά σου. Τουλάχιστον γευστικά είναι το ίδιο.
Δεν ήθελες να είναι η τελευταία.
Και ξανακλαίς.
Τόσο που φτάνει για να πνίξεις όλη τη θάλασσα του κόσμου.[3]
Εδώ περιστρεφόμαστε θεματικά γύρω από τις έννοιες της απώλειας και της προδοσίας. Η συνεχής επανάληψη του θηλυκού επιθέτου «τελευταία» καθιστά σαφείς τις συγγραφικές προθέσεις της ποιήτριας: πρόκειται για την στιγμή που κάτι τελειώνει οριστικά, αλλά εμείς, την ώρα που το ζούμε, δεν έχουμε συναίσθηση του τετελεσμένου. Να μία από τις γλυκύπικρες τραγικότητες της ζωής. Τεχνικά, οι σύντομες, κοφτές φράσεις, καθώς και οι διαρκείς επαναλήψεις δημιουργούν ένα αίσθημα κομπασμού, λες και το ποιητικό υποκείμενο πασχίζει να εκφραστεί. Επιτυχημένη είναι η χρήση της φράσης «Τουλάχιστον γευστικά είναι το ίδιο»: το θρηνητικό κλίμα διακόπτεται απότομα προκειμένου να προσφερθεί μια σκωπτική, ώς και κυνική επισήμανση. Είναι σαν να ακούγεται ένα πένθιμο τραγούδι, στο οποίο παρεισφρέει εξαίφνης μια χαριτωμένη πρόζα μερικών δευτερολέπτων. Φιλοσοφικώς, το μήνυμα είναι το εξής: καμία ανθρώπινη στιγμή δεν είναι αέναη· και η συνειδητοποίηση έρχεται πάντοτε το σούρουπο, όπως θα το έθετε ο Friedrich Hegel, ήτοι πάντοτε καθυστερημένα. Πρώτα συμβαίνει το γεγονός και μετά οι άνθρωποι το αποκρυσταλλώνουν θεωρητικά. Κάπως έτσι γεννώνται και οι μετατραυματικές ενοχές στις ζωές των ανθρώπων. Το ποίημα έχει τέτοιο φιλοσοφικό βάθος, που ακόμα και η ελπίδα, την στιγμή της βίωσής της, έχει ήδη χαθεί στην έρημο του προδιαγεγραμμένου. “Deserto in terra, che più mi avanza? Fin la speranza fuggì da me!”,[4] όπως το τραγουδούσε ο Luciano Pavarotti στον Don Sebastiano του Gaetano Donizetti, στην ιταλική εκδοχή του γαλλικού “Seul sur la terre” («Στην γη μονάχος»). Η ποιήτρια, ως δεξιοτέχνης του πιάνου και λάτρης του λυρικού θεάτρου, ίσως να το είχε κατά νού.
Παραθέτω δεύτερο ποίημα:
ΈΝΑ ΖΕΥΓΑΡΙ φιλιέται στην παιδική χαρά (ένα βράδυ από εκείνα που νιώθεις πιο ελεύθερος από ποτέ, γιατί ακόμα και τις πρώτες πρωινές ώρες έχει ζέστη).
Γιατί οι παιδικές χαρές προσελκύουν πάντα τον έρωτα; Όλες οι ηλικίες ψάχνουν μία για να νιώσουν ειλικρινείς;[5]
Στο ποίημα αυτό, που θυμίζει και απόσπασμα μονολόγου από ήρωα μυθιστορήματος – και τούτο αποδεικνύει ότι η συγγραφέας κινείται με επιτυχία ανάμεσα στην ποίηση και την πεζογραφία –, η ποιήτρια αφορμάται από μια απλούστατη, καθημερινή και σχεδόν ασήμαντη για τους μη συμμετέχοντες σκηνή, δηλαδή την εκδήλωση του έρωτα ενός ζευγαριού σε μια παιδική χαρά. Με ευφυή τρόπο η Φουντουλάκη παίρνει αυτό το περιστατικό και του κάνει αναγωγή στην καθολικότητα, διερωτώμενη φιλοσοφικά για την φύση του έρωτα. Η παιδική χαρά, ένας δημόσιος χώρος, συμβάλλει στην έκφραση μιας τρυφερότητας που είναι φύσει ιδιωτική. Αυτή η όμορφη αντίθεση υπενθυμίζει και την τάση του έρωτα να είναι πάντοτε αντιφατικός. Εξάλλου, ο Πλάτων στο Συμπόσιόν του σημείωσε πως ο έρως είναι τέκνο του Πόρου και της Πενίας.[6]
Η παιδική χαρά, ένας χώρος αθωότητας, καλώς ορίζει το φανέρωμα της ερωτικής διάθεσης με τρόπο που η αρχική αντίθεση να επιλύεται φυσιολογικά, καταδεικνύοντας μιάν αίσθηση συνέχειας. Το βράδυ, αυθεντικά ρομαντικό σκηνικό, χαρίζει στην εικόνα χαρακτήρα τελετουργικό, ενώ το φιλί οδηγεί σε ανάκτηση της χαμένης νεότητας. Στην συνέχεια, τα δύο ερωτήματα «Γιατί οι παιδικές χαρές προσελκύουν πάντα τον έρωτα; Όλες οι ηλικίες ψάχνουν μία για να νιώσουν ειλικρινείς;», απογειώνουν το στοχαστικό επίπεδο του κειμένου: εδώ διακρίνω την ιδέα ότι οι άνθρωποι, με το να αναζητούν, όσο μεγαλώνουν, χώρους αθωότητας για να ζήσουν τον έρωτα, πιο πολύ και από την βίωση του έρωτα επιθυμούν να ανακτήσουν την χαμένη τους αθωότητα, προσπαθούν να βρουν ένα κομμάτι του εαυτού τους που έχασαν με την πάροδο των ετών. Παραπάνω, δε, και από τους ανθρώπους του παρελθόντος, είναι ο ίδιος μας ο εαυτός που μας λείπει περισσότερο. Η ερμηνεία αυτή ανοίγει έναν πολύ ενδιαφέροντα διάλογο για το αν ο άνθρωπος είναι ον εγωιστικό ή όχι. Πάντως, σίγουρα υποκρύπτεται εδώ η ιδέα ότι μέχρι και στον έρωτα ο άνθρωπος είναι μόνος, όπως στην ζωή και τον θάνατο. Ανακαλεί κανείς εδώ τον Κώστα Τσιρόπουλο, που γράφει: «Οἱ σιωπές τοῦ ζεύγους συνιστοῦν σιωπές ἀβυθομέτρητης μόνωσης, αὐτονομίας ὑπαρξιακῆς, κατάφασης, ἀποδοχῆς τοῦ μυστηρίου τῆς μοναξιᾶς τῶν ὄντων».[7]
Η Κασσάνδρα Φουντουλάκη μας δίνει με την ποιητική της συλλογή Η μέρα που μικραίνει ένα δείγμα γραφής μοντερνιστικό, με έντονη την αποσπασματικότητα του λόγου, πηγαία την βίωση της ζωής και την συνακόλουθη έκφραση των αντιστοίχων συναισθημάτων. Έχουμε, δε, ενώπιόν μας μια πένα βαθύβλυστα εξομολογητική, η οποία, όμως, δεν επιτρέπει στον καταγραφόμενο λόγο να πέσει στο επίπεδο της ανούσιας κοινοτοπίας, αλλά τον διανθίζει με καίρια και αειδύναμα φιλοσοφικά ερωτήματα. Συνάμα, δε, η ποιήτρια είναι απόλυτα ενταγμένη στην πραγματικότητα της εποχής μας, βρίσκοντας στα κατάλληλα σημεία την ευκαιρία να ασκήσει κοινωνικού τύπου κριτική στα κακώς κείμενα του καιρού μας, αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο ότι είναι παιδί της οικονομικής κρίσης, της γενιάς μου, δηλαδή μιας γενιάς που απεχθάνεται μετά βδελυγμίας την άποψη ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και διεκδικεί να φτάσει στο όνειρο μόνο με τρόπο ηθικό, που δεν προσβάλλει την προσωπική αξιοπρέπεια. Νομίζω πως έχουμε να αναμένουμε πολλές σπουδαίες συγγραφές από την Κασσάνδρα Φουντουλάκη, η οποία οφείλει σύντομα να δοκιμάσει τις δυνάμεις της και στην πεζογραφία, παράλληλα, φυσικά, με την ενασχόλησή της με την ποίηση, την οποία και πρέπει να συνεχίσει με την ίδια ορμή. Το πλούσιο ταλέντο της είναι εμφανές και είναι βέβαιο ότι με την πάροδο των ετών θα συνεχίσει να στερεώνει την θέση της μεταξύ των χαρισματικών λογοτεχνών της εποχής μας.
Σημειώσεις
[1] «Ὅσο κι ἂν ἕνας ἰδιώτης εὐτυχῆ στὶς ἰδιωτικές του ὑποθέσεις, καταστρέφεται κι ὁ ἴδιος μαζὶ μὲ τὴν πατρίδα του, ἂν καταστραφῆ ἐκείνη. Ἂν ὅμως δυστυχήση, ἐνῶ ἡ πατρίδα του εὐημερεῖ, ἔχει πολλὲς ἐλπίδες νὰ σωθῆ». Η μετάφραση ανήκει στον Άγγελο Σ. Βλάχο.
[2] Βλ. Τσάτσος 1968 (τρίτη έκδοση 2009), 20.
[3] Βλ. Φουντουλάκη 2025, 37.
[4] «Στην γη μονάχος στέκομαι, τι άλλο μου απομένει; Κι αυτή μέχρι, νά, πού ’φυγε η ελπίδα από μένα» (η μετάφραση δική μου, σε δεκαπεντασύλλαβο).
[5] Βλ. Φουντουλάκη 2025, 39.
[6] Βλ. Πλ. Συμπ. 203b–c.
[7] Βλ. Τσιρόπουλος 2020, 12.
Βιβλιογραφία
Τσάτσος, Κ. 1968 (τρίτη έκδοση 2009). Ἀφορισμοὶ καὶ Διαλογισμοί, τόμ. 2, Ἀθήνα.
Τσιρόπουλος, Κ. Ἐ. 2020. Ἡ μόνωση ὡς συνομιλία, Ἀθήνα.
Φουντουλάκη, Κ. 2025. Η μέρα που μικραίνει, Αθήνα.


