Τρίτη ποιητική συλλογή η Ίσαλος γραμμή (εκδόσεις Το δόντι, 2024) για τη Νικολέττα Κατσιδήμα, είδε το φως της κυκλοφορίας το 2024 από τις πατρινές καλαίσθητες εκδόσεις «Το Δόντι», όπως άλλωστε και οι δύο προηγούμενες, το Ελεγείον έρωτος, 2014, και το Βιογραφικό σημείωμα, 2016. 10 χρόνια μετά την πρώτη ποιητική της εμφάνιση –προηγήθηκε το 2013 η συλλογή διηγημάτων «Τα περιστέρια», θα λέγαμε αφενός ότι κεντρική θεματική παραμένει ο έρωτας και αφετέρου ότι η ποιητική απόσταξη ρέει πρωτίστως από τη σκοτεινή πλευρά του.
Σύμμετρα, κομψά, με δουλεμένες αναλογίες και βαθιές ανατροπές, τα ποιήματα της Κατσιδήμα επενδύουν στις προσωπικές εμμονές, τη σχεσιακή βιοθεωρία, πρωτίστως δε σε αυτή που απορρέει από την κατεδάφιση της προσδοκίας και την κατανόηση της διάψευσης.
Μνημονική και έμπονη ποίηση φέρει στοιχεία γυναικείας γραφής, που αναγνωρίζονται κυρίως μέσω της αίσθησης βηματισμού μιας θηλυκής αφηγηματικής περσόνας, εσκαφέα της έλλειψης, αποδέκτη της απουσίας και παγιδευτή της ρωγμής. «Η διαδικασία που ακολουθεί η γυναίκα που γράφει», αναφέρει η Ρέα Γαλανάκη, «έχει ένα στοιχείο υπερβολής. Δηλαδή το δήθεν ασήμαντο νεκρώνεται για να ξαναγεννηθεί με καινούρια σημασία, λες κι αυτό γίνεται για να μην ξεχνά η γυναίκα συγγραφέας τη μακρινή της σχέση με τη λατρεία του Άδωνη. Κάθε αντικείμενο μεταμορφώνεται όπως εκείνη το φαντάζεται, όπως ορίζει δηλαδή η μνήμη της και η επιθυμία για τον εαυτό της».[1]
Συχνά, ένας μεταμορφωμένος καβαφισμός, διυλισμένος σε στίχους αποφθεγματικούς και επιτάφιους, επενεργεί αναγνωστικά ως αιφνίδιο τίναγμα σε μη αναμενόμενο πεδίο πρόσληψης. Γενικά, η νοηματική επενέργεια του ποιήματος εντοπίζεται δεμένη στο σώμα μιας ποίησης μετρημένης, καθαρόαιμης στην πεζολογική της ακρίβεια που εκμεταλλεύεται σαρδόνια τον εφησυχασμό του αναμενόμενου: Στα «στάδια» διαβάζουμε: Με θλιμμένη φωνή/ ο γιατρός του περιέγραφε/ ένα-ένα τα στάδια/ της νόσου. Θ’ αρχίσει να ξεχνάει/ να μην αναγνωρίζει πρόσωπα/ να μη θυμάται πια/ ποιος είναι.// Κι αυτός/ πώς κάθε στάδιο/ τον βύθιζε σε ευτυχία./ Πώς το χαμόγελό του/ πλάταινε/ όλο και πιο πολύ.[2] Με την οικεία αυτής δίστροφη δομή, καταφέρει η Κατσιδήμα μια γερή γροθιά στην πρόσληψη του ανύποπτου αναγνώστη, επιβάλλοντας ως ποθητή για τον πάσχοντα την αμνησία και υποβάλλοντας την απαρέσκειά του, τον πόνο ή τη συντριπτική θλίψη που του προξενεί η λειτουργία της μνήμης.
Εν γένει, η δίστροφη ή σπανιότερα τρίστροφη ποιητική μορφή εντείνει τον νοηματικό αιφνιδιασμό, κυρίως στην κατεύθυνση της κατά κράτος κυριαρχίας της ήττας. Προκειμένου για τη λογοτεχνική παρουσία της μνήμης, η Τζίνα Πολίτη παραδίδει πως «η έλευση του ιστορικού χρόνου συνέβαλε […] στον “πόλεμο των λέξεων”, αφού ο χρόνος επέτρεπε τώρα στην ανθρώπινη επιθυμία να παλινδρομεί και να περιπλανάται στα μονοπάτια της ανάμνησης ή να προτρέχει και να χάνεται στα αχάρακτα μονοπάτια της πρόθεσης».[3]
Η συλλογή απαρτίζεται από τέσσερα μέρη. Το αρχικό και πλέον ευμεγέθες στιγματίζει τη σχεσιακή διάρρηξη σε επίπεδο διαπροσωπικό και, κάποτε, πανανθρώπινο. Το δεύτερο, σημαντικά μικρότερο, αξιοποιεί παραδοσιακούς τρόπους, δημοτικοφανή στοιχεία, συγκρατώντας εξακολουθητικά το λυρικό αίσθημα. Ωστόσο και εδώ οι «προσωπογραφίες» αποκαλύπτουν το ανθρωποκεντρικό ανεύρυσμα που διέπει τη συλλογή. Το τρίτο μέρος απαρτίζεται από 16 haiku που άλλοτε ανασύρουν την πυκνή αποτύπωση μιας θανάσιμης μοίρας και άλλοτε τανύζουν την αχρονία της ομορφιάς, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του είδους. Το τελευταίο μέρος, όντας πεζόμορφο, συγγενεύει και ως προς τον λόγο καθαυτό και ως προς τη δυναμική του με τις προδιαγραφές του prose poem, ωστόσο ο διηγηματικός του χαρακτήρας πρυτανεύει. Συνολικά και παρά την επιφαινόμενη κλίση στο προσωπικό βίωμα, η ποίηση της Κατσιδήμα μπορεί να λογισθεί και ως «σπουδή στην ετερότητα», καθώς είναι η ανθρώπινη απειρία –διττώς εννοουμένη, και ως δραματική έλλειψη και ως το αριθμητικά ασύλληπτο της ανθρώπινης περιπέτειας- που γονιμοποιεί τις εμμονές της. «Η άπειρη ετερότητα», σταχυολογεί η Μαρία Λαϊνά από τον Alain Badiou,[4] «είναι απλούστατα ό,τι υπάρχει. Οποιαδήποτε εμπειρία είναι μια επ’ άπειρον εκδίπλωση άπειρων διαφορών. Ακόμη και η υποτιθέμενη αναστοχαστική εμπειρία του εαυτού μου δεν είναι καθόλου η διαίσθηση μιας ενότητας αλλά ένας λαβύρινθος διαφοροποιήσεων […]».[5]
Η Ίσαλος γραμμή άρχεται από την «Επίγνωση», ποίημα που σφραγίζει τη φιλοσοφική στάση του ποιητικού υποκειμένου με την ελεγειακή του ρυθμική βοή. Ωσάν πανανθρώπινη διακήρυξη, διαθέτει αρχαία καταγωγή, αναδίδοντας σκεπτικισμό επιτάφιου επιγράμματος: Γεννιόμαστε σοφοί./ Όταν το τρυφερό σκοτάδι/ της μήτρας/ εγκαταλείπουμε/ και βγαίνουμε στο φως/ θρηνούμε γοερά.[6] Η είσοδος στην ελεγεία του βίου ανοίγει έμπονα και, παραφράζοντας τον Καβάφη, «το φως θάναι τυραννία».[7]
Η Κατσιδήμα ωσάν θεραπεύτρια εστιάζει στο τραύμα, ψαύοντας τις πληγές της ετερότητας. Είναι η ίδια η διαδικασία του συγγράφειν που ανοίγει διάλογο με το έτερον ακόμη και αν πρόκειται για το ταυτόν. Η λογοτεχνία, εξάλλου, κατά τον Freud, είναι η λογική μιας μετάθεσης του τραύματος, μετάθεσης προοδευτικής, αδιάκοπης, μιας ατέλειωτης, με άλλα λόγια, ανάλυσης.[8]
Ακολουθεί «Η κομπίνα», στην οποία η Κατσιδήμα δικαιώνει από πλάγια οδό το αδικαίωτο, μέσω μιας φαντασιακής εκτροπής. Διασώστης του αφανισμένου, συνήγορος του ανυπόστατου, εξεγείρεται έναντι του νομοτελειακά συντελεσμένου. Εδώ είναι τα «ανεκπλήρωτα όνειρα» που θα τύχουν, μετά τον θάνατό τους, παραδείσου, «αιώνια να ονειρεύονται πως εκπληρώθηκαν».[9]
Στο δίστροφο «Βιβλίο ποίησης», ποίημα ποιητικής, που φέρει την αφιέρωση «Μνήμη Χρίστου Λάσκαρη», η γραφή σωματοποιείται στη φόρμα μιας μινιμαλιστικής conseptual ποιητικής. Η παραδοξότητα εμφωλεύει στον ρεαλιστικό σχεδιασμό, ενώ η υπερρεαλιστική γραμμή ερεθίζει τη συμβολιστική ανάγνωση: Μ’ ένα μαχαίρι/ κόβω τις άκοπες σελίδες.// Και δεν πτοούμαι/ από το αίμα.[10]
Μονόστιχο ποίημα ο «Τελευταίος χρησμός» λειτουργεί ως λόγος τελεστικός, προστακτική Πυθίας. Μια απωανατολική καθαρότητα δένει τα μέλη του ποιήματος, αναδεύοντας τον κύκλο της εμπειρίας και της προσδοκίας: «Τελευταίος χρησμός»: Κοίτα τ’ αποδημητικά πουλιά.[11]
Στη «Διευκρίνιση», που ταλαντώνεται από την αποφατική στην αποφαντική διατύπωση, η β΄ στροφή «ξεπλένει» τη ρομαντική ποιητική στάση της α΄, δοκιμάζοντας ένα απρόσμενο πεζολογικό λεκτικό που ηλεκτρίζει και ανανεώνει την πρόσληψη: Δεν είναι δρόμος/ στρωμένος με ροδοπέταλα / αυτός.// Εκείνο το κάθαρμα/ ο έρωτας είναι/ που τρέφεται απ΄ τη σιωπή/ και τη φριχτή αμφιβολία.[12]
Απέραντες, αδέσμευτες κατά τη γέννησή τους, κάποτε αβυσσαλέες οι επιθυμίες αποκτούν με το ποίημα «Έμβρυα στη φορμόλη» τον επιτάφιο θρήνο τους, χωνεμένο σε ένα θρησκευτικού τύπου θεατρικό δρώμενο, οξύ, δραματικό, αιφνιδιαστικά ρεαλιστικό, παρά τον διαρκώς μεταφορικά σχεδιασμένο λόγο που οξύνει την ειρωνεία της ανθρώπινης αυταπάτης.: Με πόση τρυφερότητα/ κυοφορούνται οι επιθυμίες/ σε μήτρες ωκεάνιες.// Και λίγο πριν τη γέννηση/ η άμβλωση.// Τα καταματωμένα μέλη τους/ δεν πετιούνται μαζί/ με τα υπόλοιπα νοσοκομειακά/ λύματα. […][13] Το μοτίβο των ματαιωμένων επιθυμιών θα απασχολήσει εκ νέου την ποιήτρια στο «Δεν περιμένει πια» όπου, μέσω της βασικής εναρκτήριας παρομοίωσης που διασχίζει το ποίημα (ο άνθρωπος δέντρο), το όνειρο της ανθοφορίας αποφαίνεται τυραννική πλάνη: Σα δέντρο ξερό/ που το ’καψε/ μέχρι τη ρίζα κεραυνός// κι επιτέλους/ μια και καλή/ με τ’ όνειρο πως κάποτε/ θ’ ανθίσει.[14]
Ο σεφερικός μετασχηματισμός, έντεχνος και μελετημένος στη «Βεργίνα», τόσο στον μονολεκτικό τίτλο όσο και στη χρήση των «ασπαλάθων». Ωστόσο εδώ δεν είναι ο σεφερικός «πανάθλιος τύραννος» μα η Άνοιξη που θα διακορευτεί από την αιχμηρή τους προέλαση: Ο κίτρινος στρατός/ των ασπαλάθων// με φάλαγγας σχηματισμό/ εφορμά//στης Άνοιξης/ την τρυφερή την ήβη.[15]
Το φως της χαράς αποκαθηλώνεται στο «Αγκάθι», δια παντός. Η ρομαντική δυναμική μιας μνείας Σολωμού στον εισαγωγικό στίχο «Ολάνθιστη μέρα», συνοδευόμενη από την πασχαλινή έκρηξη «Μέρα βεγγαλική» θα διαψευστούν από το μικρόσωμο στίχο «Κι εκεί» που θα ορθωθεί ως πύλη στη χώρα του «πάντα», στη χώρα της ακάνθινης οδύνης: Ολάνθιστη μέρα./ Μέρα βεγγαλική./ Κι εκεί/ στο βάθος της κάθε χαράς/ ολάνθιστο πάντα/ και τ’ αγκάθι του καημού σου.[16]
Η γλώσσα κυριεύει το ποιητικό υποκείμενο στο «Έναν τρόπο», δρώντας ομοιοπαθητικά, καθώς ανασταίνει ως βιωμένη μεταφορά τον αυθεντικό του χρήστη, απολεσθέν πλέον πρόσωπο, τη μητέρα. Το ποίημα τρυφερό κι ανθρώπινο, ξεδιψά στις ρίζες της παράδοσης: Δε λέω σαλόνι πια / μα σάλα. Ούτε αυλόπορτα/ αλλά πορτόνι./ Και τα εξώφυλλα/ των παραθύρων/ τα λέω πλέον σκούρα. […][17]
Στα «Καλάβρυτα», με μεταφυσικό βηματισμό κι ένα λοξοκοίταγμα προς τις ποιητικές γειτονιές του Παυλόπουλου, η Κατσιδήμα εξεικονίζει με κινηματογραφική ενάργεια την επιστροφή των σκοτωμένων παιδιών στο σχολείο τους. Η υποκριτική αθωότητα του ποιητικού υποκειμένου λειτουργεί υποβλητικά μετακενώνοντας την αίσθηση του ιερού, ενώ η 2η στροφή με τη μεταφορική της αναγωγή επιτείνει τη μεταφυσική ατμόσφαιρα: Τα σκοτωμένα παιδιά/ πρώτη του Σεπτέμβρη/ φόρεσαν τα καλά τους/ και πήγαν σχολείο.// Εκείνη τη χρονιά/ -ένα περίεργο πράγμα- ξεστράτιζαν μέσα στις τάξεις/ απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα/ όλο πουλιά.[18]
Μια δονητική, αφηγηματικού τύπου, ποιητική παραβολή, «Ο Ζητιάνος», ορίζει τον έρωτα μέσα από τη ρητή δήλωση ταυτότητας του ιδίου. Το ποίημα κινείται γύρω από την κεντρική μορφή ενός ζητιάνου που προκαλεί με την εκτεθειμένη ανάγκη του τον οίκτο και την οργή όσων απαντά. Η πλαστή γραμμή εκκινεί από την αρχή του ποιήματος και η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται παρά μόνο στην εξόδιο στροφή, με αποτέλεσμα το τέλος να «δρα» ρηξικέλευθα. […] Κι αν ίσως ήλπιζαν/ πως θα είχε τουλάχιστον/ την αξιοπρέπεια/ ν’ αυτοκτονήσει//αυτός// ρωμαλέος ορθώνεται/ μπρος στη γελοία/ ελπίδα τους/ ρωμαλέος και όμορφος πολύ/ και τους περιγελά:// Δειλοί,/ δεν έχω αξιοπρέπεια εγώ!/ Εγώ ειμί ο Έρως/ ο αιώνιος Ζητιάνος.[19]
Στο μονόστιχο ποίημα «Διαζύγιο»,[20] που έχει ως σώμα του τον στίχο Φτιάξανε χωριστούς τάφους, η Κατσιδήμα εκθέτει ασχολίαστα μα εκκωφαντικά τη μωρία της οίησης, ικανής να διεκδικήσει έως και τη μεταθανάτια τύχη του σώματος, ενώ η ειρωνεία θριαμβεύει.
Ομώνυμο της συλλογής το ποίημα «Ίσαλος γραμμή»: Νάρκες βυθού/ τορπίλες/ και πνιγμένοι/ στα ύφαλα του πλοίου./ Ακύμαντη κι ανέκφραστη/ η ίσαλος γραμμή.[21] Μιας συλλογής για τα σκότη της αβύσσου, για τους πνιγμένους νεκρούς που μας συνοδεύουν στο θαλασσινό μας ταξίδι. Επικίνδυνες τρικυμίες που εξαπολύει το id, απώλειες παραχωμένες στα ύφαλα του σκαριού μας, αδιόρατες νάρκες που σκαν αναπάντεχα στην έσω και έξω ποντοπορία μας και τόσα άλλα που δεν έχουμε ξορκίσει μα επιβιώνουν μυστικόπαθα και δεν προδίδονται από «την ίσαλο του πλοίου μας γραμμή».
Το δεύτερο μέρος άρχεται πανηγυρικά με το ομώνυμο ποίημα «Στο πανηγύρι», μια νευρώδη έκρηξη αφενός δημοτικής και αφετέρου αρχαιοελληνικής και δη παγανιστικής κοπής, με κρουστή ρυθμική ανάκρουση, ανθρωποπαγές ζουμάρισμα, εξπρεσιονιστικές εν είδει στροβίλου εικόνες: «[…] Και είδα σα σε όνειρο θαρρώ/ Άη Γιώργη μου συχώρα με γι’ αυτό/ τον Διόνυσο να σέρνει τον χορό».[22]
«Στο καφενείο του χωριού», με εναλλαγή πλεχτής και ζευγαρωτής ομοιοκαταληξίας ανά στροφή, απολαμβάνουμε ένα σκηνικό επεισόδιο που ζουμάρει τόσο στο σχεσιακό πεδίο όσο και στον περιβάλλοντα χώρο. Εξ ολοκλήρου προϊόν ετεροπροσδιορισμού, καθώς ο ποιητικός φακός διέρχεται από την κόρη, που χρόνια μετά την παρουσία της σ’ ένα καφενείο μαζί με τον πατέρα της, αναπαράγει για μας τη σκηνή με έναν περήφανο συγκινησιακό τόνο: […] Κουβέντα, η σοδειά, οι φόροι/ γλάστρα μ’ ασίκη βασιλικό/ «Πάμε σιγά σιγά ρε κόρη;»/ ζητά ο πατέρας λογαριασμό/ και χαιρετάει την παρέα./ «Κυρ Άγγελε, είν’ απ’ τον Ανδρέα».[23]
Τόσο στον «Μονόλογο της στάχτης»[24] όσο και στο «Νανούρισμα»[25] ένας καββαδιακός αέρας δυναμώνει την ποιητική, ενώ στο «Μια καλυβούλα»[26] η μονόστιχη απομονωμένη έξοδος «Τίποτε άλλο» ανασύρει το ομώνυμο ποίημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.
Τα 16 haiku διέπονται γενικά από μια οικεία ελληνοκεντρική θεματική ανάπτυξη. Οπωσδήποτε, όμως, τα ποιήματα δεν παραγνωρίζουν το είδος που υπηρετούν, καθώς η ποιήτρια, ως τεχνίτρια του αναπάντεχου, μας επιφυλάσσει και εδώ ποικίλες «στοχαστικές προσαρμογές» και απολαύσεις.
Στο τελευταίο μέρος των short stories, διαβάζουμε τρεις μικρές ιστορίες με αναπτυγμένο γλωσσικά και δομικά το στοιχείο του απροσδόκητου, ιδιαίτερα, ως είθισται, στην έξοδο των κειμένων. Πιο συγκεκριμένα, η «Εθελουσία»[27] αποτελεί ένα μικρό αφήγημα με κριτικές σφήνες που συνθέτουν ένα ειρωνικό πλέγμα, σκληρό και συνάμα εύκαμπτο, ικανό να φρενάρει τη σκέψη του αναγνώστη, ευαισθητοποιώντας τον στο ακανθώδες θέμα των απαράδεκτων συχνά συνθηκών εργασίας. Στα «Προσφυγικά»,[28] η γλώσσα στήνει βουνά, αποδεικνύοντας πως είναι το ταχύτερο μέσο μεταφοράς που διαθέτουμε, ενώ στο «Μια μικρή ιστορία στον μεγάλο κήπο»[29] με κομμένη την ανάσα παρακολουθούμε έναν φόνο, μέσω του οποίου η ποιήτρια παραδίδει μάθημα αναγνωστικού αιφνιδιασμού.
Τέλος, με αφορμή το δίστιχο «Μάχη»: Με νεροπίστολα οι λέξεις/ μπρος στα κανόνια της σιωπής,[30] διατεινόμαστε πως διόλου νεροπίστολα δεν είναι οι λέξεις της Νικολέττας Κατσιδήμα – Λάγιου, έτσι όπως εξακολουθητικά κανονιοβολούν τον ανύποπτο αναγνώστη.
* Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, για την οποία και γράφτηκε.
Παραπομπές
[1] Ρέα Γαλανάκη, «Βασιλεύς ή στρατιώτης». Σημειώσεις, σκέψεις, σχόλια για τη λογοτεχνία, Αθήνα, Άγρα 1997, σελ. 114 – 115.
[2] Νικολέττα Κατσιδήμα – Λάγιου, Ίσαλος γραμμή, «Τα στάδια», σ. 41, Πάτρα, Το Δόντι 2024.
[3] Τζίνα Πολίτη, Περί αμαρτίας, πάθους, βλέμματος και άλλων τινών, Αθήνα, Άγρα 2006.
[4] Alain Badiou, κ.ά., Η ηθική. Δοκίμιο για τη συνείδηση του κακού, Scripta 1998.
[5] Μαρία Λαϊνά, «Εμείς και οι άλλοι», Οδός Πανός, τχ. 143, σελ. 3-6.
[6] Νικολέττα Κατσιδήμα – Λάγιου, Ίσαλος γραμμή, «Επίγνωση», σελ. 9, Πάτρα, Το Δόντι 2024.
[7] Κωνσταντίνος Καβάφης, «Τα παράθυρα», απόσπασμα: “ Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία. Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει».
[8] Julia Kristeva, Νόημα και μη νόημα της εξέγερσης, Μετάφραση Νίκος Ηλιάδης, Αθήνα, Scripta 2010, σελ. 65.
[9] Ό.π., «Η κομπίνα», σελ. 12.
[10] Νικολέττα Κατσιδήμα, ό.π., «Βιβλίο ποίησης», σελ. 14.
[11] Ό.π., «Τελευταίος χρησμός», σελ. 15.
[12] Ό.π., «Διευκρίνιση», σελ. 18.
[13] Ό.π., «Έμβρυα στη φορμόλη», σ. 20.
[14] Ό.π., «Δεν περιμένει πια», σ. 22.
[15] Ό.π., «Βεργίνα», σ. 21.
[16] Ό.π., «Το αγκάθι», σ. 23.
[17] Ό.π., «Έναν τρόπο», σ.24.
[18] Ό.π., «Καλάβρυτα», σ. 29.
[19] Ό.π., «Ο Ζητιάνος», σ. 33.
[20] Ό.π., «Διαζύγιο», σ. 39.
[21] Ό.π., «Ίσαλος γραμμή», σελ. 70.
[22] Ό.π., «Στο πανηγύρι», σ. 75.
[23] Ό.π., «Στο καφενείο του χωριού», σ. 76.
[24] Ό.π., «Ο μονόλογος της στάχτης», σ. 78.
[25] Ό.π., «Νανούρισμα», σ. 80.
[26] Ό.π., «Μια καλυβούλα», σ. 81.
[27] Ό.π., «Εθελουσία», σ. 93.
[28] Ό.π., «Προσφυγικά», σ. 94.
[29] Ό.π., «Μια μικρή ιστορία στον μεγάλο κήπο», σ. 95.
[30] Ό.π., «Μάχη», σ. 65.


