Η Ανατομία του Κενού Σώματος. Με αφορμή τη ‘‘Σάρκα’’ του David Szalay και την παθητικότητα στη σύγχρονη λογοτεχνία
Κατερίνα Γιαννακοπούλου

Σε έργα της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής, το σώμα παύει να είναι το όχημα της ψυχής και απλώς προσπαθεί να επιβιώσει. Το φαινόμενο αυτό αποτυπώνεται στο μυθιστόρημα Σάρκα του David Szalay (εκδόσεις Ψυχογυιός 2026), ένα έργο που αποτελεί τον κεντρικό άξονα για μια ευρύτερη, παράλληλη ανάγνωση γύρω από την παθητικότητα, δίπλα σε πρόσφατα έργα όπως Η νόσος των Ουρητηρίων του Μιχάλη Αλμπάτη (Εκδόσεις Νήσος 2026) και τα Πατημένα Τριάντα του Μιχάλη Νταγγίνη (Εκδόσεις Διόπτρα 2026).

Η Σάρκα του David Szalay μάς συστήνει μια ύπαρξη που ταξιδεύει τυφλά, παρασυρόμενη από το εκάστοτε ρεύμα, στερημένη από προσωπικές επιθυμίες και ουσιαστικές επιλογές. Ήδη από την εφηβεία του, ο Ίστβαν εμπλέκεται σε μια σεξουαλική σχέση με μια γειτόνισσα στην ηλικία της μητέρας του. Χωρίς να το επιθυμεί πραγματικά, παραδίδει το σώμα του στις ορμές της γυναίκας και απλώς συνηθίζει την επαφή. Αυτό το πρώτο μοτίβο σφραγίζει ολόκληρη τη μετέπειτα πορεία του, η οποία παρουσιάζεται ως μια σειρά από αποφάσεις των άλλων, στις οποίες ο ίδιος δεν προβάλλει καμία αντίσταση. Οι σεξουαλικές του συναναστροφές (που ξεκινούν πάντα με πρωτοβουλία των γυναικών), οι επαγγελματικές του επιλογές, ακόμα και η δημιουργία οικογένειας, διαδραματίζονται ως εξωτερικά γεγονότα που απλώς του συμβαίνουν, χωρίς ο ίδιος να έχει επιλέξει συνειδητά τίποτα από αυτά. Ο Ίστβαν περιγράφεται ως ένα σώμα που μεγαλώνει βιολογικά, αλλά κουβαλά μια ψυχή σχεδόν ανύπαρκτη, καταδικασμένη να λειτουργεί σε μια παιδική, άβουλη κατάσταση.

Αυτή η παθητικότητα κρύβει μέσα της μια βαθιά ειρωνεία γύρω από την ηθική και τη δράση. Όταν υπηρέτησε ως στρατιώτης, η αδράνειά του να βοηθήσει έναν σύντροφό του που πέθαινε τον γέμισε τύψεις, οδηγώντας τον στην ψυχοθεραπεία. Στην Αγγλία, επιχειρεί δύο φορές να ξεπληρώσει αυτό το χρέος σώζοντας ανθρώπους από τον θάνατο. Την πρώτη φορά, διασώζει έναν πλούσιο ευεργέτη και ανταμείβεται με μια καλή δουλειά, στην οποία όμως παρασύρεται και πάλι παθητικά σε πράξεις αχαριστίας. Τη δεύτερη φορά, σώζει τον γιο της γυναίκας του, αλλά αυτή η ηρωική του πράξη τον οδηγεί ειρωνικά στη φτώχεια. Αυτή η απουσία ηθικής ανταμοιβής διδάσκει τελικά στον ήρωα ότι η ανάληψη πρωτοβουλίας είναι μάταιη, ενισχύοντας την απόφασή του να παραμείνει ένα άδειο όχημα χωρίς δικά του συναισθήματα ή συνειδητές αποφάσεις.

Η εσωτερική κενότητα, όμως, αποτυπώνεται έντονα και στον τρόπο που βιώνει την απώλεια. Οι αλλεπάλληλοι θάνατοι που σημαδεύουν τη ζωή του -από τον σύζυγο της γειτόνισσας και τον στρατιώτη, μέχρι τον ευεργέτη του, την οικογένειά του και την ίδια του τη μητέρα- προσπερνιούνται από την αφήγηση γρήγορα, χωρίς συναισθηματική ανάπτυξη. Ο Ίστβαν στέκεται απέναντι στον χαμό των δικών του ανθρώπων με την ίδια παθητική αποδοχή που αντιμετωπίζει και την καθημερινότητα, αποδεικνύοντας ότι το σώμα του παραμένει ένα άδειο κέλυφος, μουδιασμένο ακόμα και μπροστά στο οριστικό τέλος. Το βιβλίο αποτυπώνει πώς η ζωή του μεταβάλλεται ραγδαία από τη φτώχεια στην κοινωνική άνοδο και πάλι πίσω, χωρίς όμως το σώμα του πρωταγωνιστή να γεμίσει ποτέ με αληθινά συναισθήματα ή δικές του αποφάσεις.

Από την άλλη πλευρά,  Η νόσος των ουρητηρίων του Μιχάλη Αλμπάτη προσεγγίζει το άδειασμα του σώματος μέσα από μια δυστοπική, ιατρική συνθήκη. Το έργο παρουσιάζει σώματα που, ενώ αρχικά υπήρξαν εντελώς κενά από καλλιτεχνικές ανησυχίες, ξαφνικά γεμίζουν με νέους στόχους ζωής και δημιουργικά ενδιαφέροντα εξαιτίας μιας παράξενης νόσου. Ωστόσο, αυτή η «πλήρωση» είναι πλασματική, καθώς οι ήρωες παραμένουν άδειες σάρκες, στερημένες από ελεύθερη βούληση. Ο ιός που εισβάλλει στον οργανισμό τους τούς κατευθύνει απόλυτα, παρασύροντάς τους σε ερωτικές σχέσεις και αποφάσεις ζωής που μοιάζουν εντελώς παράταιρες με την πρότερη καθημερινότητά τους. Οι σάρκες λειτουργούν ως άβουλες μαριονέτες της νόσου, αλλάζοντας ριζικά σεξουαλικές και επαγγελματικές προτιμήσεις. Το αποκορύφωμα της τραγικότητας έρχεται όταν η νόσος τελικά υποχωρεί. Τα σώματα επανέρχονται βίαια στον προηγούμενο, πεζό τρόπο ζωής τους, για να διαπιστώσουν έντρομα ότι πέρασαν από μια σειρά εμπειριών που, αν και έντονες, ήταν τελικά κενές, αφού ποτέ δεν τις είχαν συνειδητά επιλέξει.

Αντίστοιχα, τα Πατημένα Τριάντα του Μιχάλη Νταγγίνη έρχονται να μεταφέρουν αυτή την υπαρξιακή συνθήκη στο πεδίο μιας συγκεκριμένης κοινωνικής πραγματικότητας, παρουσιάζοντας μια ολόκληρη γενιά ως σώματα άδεια από όνειρα. Οι τριαντάρηδες χαρακτήρες του βιβλίου μπλέκουν στα δίχτυα της διαφθοράς, προβαίνουν σε λανθασμένες ερωτικές και επαγγελματικές επιλογές στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν, απομακρύνονται από κοντινούς ανθρώπους, προδίδουν και παραπλανούν. Μετατρέπονται, εντέλει, σε σάρκες άδειες από ηθική και αυθεντικό συναίσθημα, προκειμένου να καταφέρουν να ορθοποδήσουν σε μια βαθιά αβέβαιη εποχή, όπου πρωτεύουσα σημασία έχει το υλικό κέρδος και όχι ο τρόπος ή το ηθικό τίμημα της κατάκτησής του.

Συμπερασματικά, και τα τρία αυτά έργα παρουσιάζουν τις σάρκες ως οχήματα, συσκευασίες άδειες από γνήσια συναισθήματα και εσωτερικό κίνητρο, είτε αυτό συμβαίνει συνειδητά είτε ασυνείδητα. Και αυτός, ακριβώς, ενδέχεται να είναι ο λόγος που οι αναγνώστες γοητεύονται και ακολουθούν τα συγκεκριμένα σώματα στις σελίδες των βιβλίων αυτών. Μέσα από την κενότητα των ηρώων, οι αναγνώστες καθρεφτίζουν και αναγνωρίζουν ένα κομμάτι της δικής τους καθημερινότητας, η οποία συχνά προχωρά μηχανικά, χωρίς πραγματικές επιλογές, εγκλωβισμένη σε μια παθητική αποδοχή των όσων διαδραματίζονται γύρω της. Άλλωστε, όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στη Σάρκα, «Υπάρχει κάτι φρικτό στο πώς επιβάλλεται η κανονικότητα. Στο πώς το καλοκαίρι επιμένει να συμβαίνει» (σελ.344). Αυτή η τρομακτική επιμονή της καθημερινότητας είναι που σφραγίζει το μούδιασμα των ηρώων, αφήνοντάς τους -και μαζί τους κι εμάς- αιχμαλώτους μιας ζωής που συνεχίζει να κυλά ερήμην μας.

 

Περισσοτερα αρθρα