Για ένα σημείο εστίασης στην συλλογή ‘Ερωδιών παράξενες ιστορίες’ της Λίλιας Τσούβα” (ISBN: 978-618-5706-44-9)
Σταύρος Χρ. Αναστασόπουλος, Δρ. Κλασικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ & Συγγραφέας
Λίλια Τσούβα

Η Λίλια Τσούβα είναι εκλεκτή φιλόλογος της εποχής μας, ειδικευμένη στην Μεσαιωνική και Νεότερη Ελληνική Φιλολογία, και αισθαντική ποιήτρια και διηγηματογράφος. Τα τελευταία χρόνια έχει κατορθώσει μέσω της διεισδυτικής και γέμουσας σοβαρών ερμηνευτικών πραγματεύσεων κειμενικής παραγωγής της να αποκτήσει καλή φήμη και στον τομέα της λογοτεχνικής κριτικής, ώστε και να αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για οποιονδήποτε συγγραφέα να διαβαστεί και σχολιαστεί από εκείνην. Την επισήμανσή μου αυτήν επιρρωνύει η από την θέση του συνεργάτη σταθερή παρουσία της σε γνωστά περιοδικά του καιρού μας, έντυπα (Καρυοθραύστις, Σταφυλή) ή και ηλεκτρονικά (Literature, Fractal, ΣτίγμαΛόγου).

Στο παρόν φιλολογικό δοκίμιο επιχειρείται φιλολογική και φιλοσοφική προσέγγιση του ποιήματος «Ο πατέρας», το οποίο εμπεριέχεται στην άρτι δημοσιευθείσα ποιητική της συλλογή Ερωδιών παράξενες ιστορίες. Το βιβλίο κυκλοφορεί (2025) από τις έγκριτες και σταθερά ανοδικά κινούμενες εκδόσεις «Κοράλλι», τις οποίες διευθύνει ο οτρηρός εκδότης και ταλαντούχος ζωγράφος, Γιώργος Γκέλμπεσης. Ο εκφραστικός τίτλος της συλλογής, με την οξυδερκή μνεία στους πελαργόμορφους ερωδιούς, προδιαθέτει τον αναγνώστη για στιχουργικά συνθέματα με γνώρισμά τους την πραότητα, την εσωτερική γαλήνη, το παραμυθιακό στοιχείο, καθώς και την θεματική σύζευξη ατομικού και μυθικού. Τα κοσμοπολίτικα αυτά πτηνά ήσαν γνωστά ήδη από την εποχή των ομηρικών επών (Ομ. Ἰλ. 10.274-276: τοῖσι δὲ δεξιὸν ἧκεν ἐρωδιὸν ἐγγὺς ὁδοῖο/ Παλλὰς Ἀθηναίη· τοὶ δ’ οὐκ ἴδον ὀφθαλμοῖσι/ νύκτα δι’ ὀρφναίην, ἀλλὰ κλάγξαντος ἄκουσαν*), τα συναντάμε, επίσης, σε ένα αισχύλειο απόσπασμα [Fr. 7.1-2 (TrGF III 275): ἐρωδιὸς γὰρ ὑψόθεν ποτώμενος/ ὄνθῳ σε πλήξει νηδύος χαλώμασιν**], ενώ εντοπίζονται, εύλογα, και στους Όρνιθες του Αριστοφάνη, με την παρακολούθηση των οποίων οι θεατές μεταφέρονται συνειρμικά στην παραμυθοχώρα της Νεφελοκοκκυγίας με στόχο την καταπράυνση των εξαιτίας της πρόσφατης τότε Σικελικής εκστρατείας προκληθέντων αρνητικών συναισθημάτων, που αφορούν περισσότερο τους ανήκοντες στην συντηρητική πολιτική μερίδα (Αρ. Ὄρν. 881-886: καὶ ἥρωσιν ὄρνισι καὶ ἡρώων παισί, πορφυρίωνι καὶ πελεκᾶντι καὶ πελεκίνῳ καὶ φλέξιδι καὶ τέτρακι καὶ ταὧνι καὶ ἐλεᾷ καὶ βασκᾷ καὶ ἐλασᾷ καὶ ἐρωδιῷ καὶ καταρράκτῃ καὶ μελαγκορύφῳ καὶ αἰγιθάλλῳ***). Πλην τούτων, η συλλογή καταδεικνύει πλούσιες αναγνωστικές προσλαμβάνουσες της συγγραφέως, που εκτείνονται από την περιοχή της αρχαίας ελληνικής γραμματείας (ποίημα «Το γεύμα της Ενυώς»· εκ νέου γνώση της Ιλιάδας) και της Καινής Διαθήκης (ποιήματα «Του Ιούδα» και «Των μη προδωσάντων»), έως και την σύγχρονη ιστορία και σημερινή διεθνή πραγματικότητα (ποίημα «Μια γενιά»). Παρατίθεται, κατόπιν, το ποίημα «Ο πατέρας»:

Ο πατέρας είχε μάτια
σαν του Ατλαντικού το κύμα.
Το καροτσάκι δεν τσούλησε
όπως μπαμπάδες άλλοι.
Σύννεφα μάζευε βαριά στο σπίτι.
Στα κορδόνια του παπουτσιού του
έμπλεκε
επιδημίες έσπερνε.
Η αγάπη του τσακ-
ίζονταν στο δάσος.
Στης ζωής το σούρουπο,
σε γέννηση και θάνατο, ανάμεσα
τα παραμύθια χωρίς τέλος άρχισε.
Χρυσό πρωινό
τότ’ έγινε·

πλατύ ζεστό ένα φως.

Γύρνα, πατέρα, τα παραμύθια να τελειώσεις.
Λείπεις, πολύ λείπεις.

Έτσι την ουσία σου, έμαθα.

Κεντρικό θέμα του ποιήματος είναι η έννοια της απώλειας και, δη, της πατρικής φιγούρας, η εξοικείωση με την ουσία της οποίας επέρχεται μέσα από την συνήθεια της απουσίας. Η ποιήτρια είναι βαθιά αφηγηματική, εξομολογητική και επιτρέπει στην φαντασία της να ξετυλιχθεί διά της ανάκλησης παρελθοντικών βιωμάτων, τα οποία αποτυπώνονται ωραία μέσα από τον παλλόμενο βηματισμό του χρησιμοποιούμενου ελεύθερου στίχου. Εισηγούμαι ότι το έργο χωρίζεται σε δύο ευδιάκριτες ενότητες, μέσα από τις οποίες η απογοήτευση συναρμόττεται με την έγκαιρη βίωση μιας λειψής, έστω, χαράς.

Το ποίημα ξεκινά με μια οπτική περιγραφή του πατέρα, η οποία οξύνει τις αισθήσεις του αναγνώστη μέσα από την έντονα μεταφορική χρήση του λόγου («μάτια σαν του Ατλαντικού το κύμα», δηλώνεται το διαπεραστικό βλέμμα). Κατάδηλη εδώ η αποτύπωση της επιβλητικής, σχεδόν μυθικής πατρικής μορφής εντός της παιδικής ψυχοσύνθεσης. Βέβαια, η εικόνα αυτή, που εγείρει συναισθήματα ευφροσύνης, ανατρέπεται εμφατικά αμέσως παρακάτω, όταν και τονίζεται ότι ο πατέρας δεν υπήρξε σαν τους υπόλοιπους, αφού «το καροτσάκι δεν τσούλησε όπως μπαμπάδες άλλοι». Εν ολίγοις, η περιγραφή εκτείνεται στο ζήτημα της ηθικής απουσίας, ζωγραφισμένης εν είδει προσωπικού παραπόνου. Βαθύτερη λογοτεχνική ένταση αποκτά το παράπονο, όταν, έπειτα, η συγγραφέας αναφέρεται στην καθημερινή παρουσία του πατέρα, την καταφανώς αποδιοργανωτική της οικογενειακής γαλήνης μέσω ενός προμηνύματος επερχόμενης καταιγίδας («σύννεφα μάζευε βαριά στο σπίτι»). Η αδυναμία του πατέρα να σταθεί στο ύψος του βαρυσήμαντου ρόλου του εκφράζεται θαυμάσια και με την εικόνα που τον εμφανίζει σαν μολυσματικού τύπου κοσμική απειλή («επιδημίες έσπερνε»). Η επιτυχημένη συνύφανση προσωπικού τραύματος και συλλογικής απειλής χαράσσει τον πατέρα βαθιά στην ψυχή του ποιητικού υποκειμένου, κατευθύνοντας ανάλογα και την μελαγχολική ροή των στίχων. Η δε καταγραφή αυτών είναι σκόπιμα μπερδεμένη, ώστε να προκαλείται στον αναγνώστη η εντύπωση ότι η μία λέξη συγκρούεται με την άλλην, πράγμα που, με την σειρά του, δείχνει ότι ο πατέρας δρα με τρόπο βλαπτικό της οικογενειακής συσπείρωσης.

Τα προαναλυθέντα φτάνουν στην ανώτατη ποιητική τους αποτύπωση, όταν λέγεται ότι «η αγάπη του τσακ-/ ίζονταν στο δάσος». Το εκούσιο κόψιμο του ρήματος στην μέση λειτουργεί άριστα ως ηχητική και συναισθηματική ρωγμή, που εκφράζει το σπάσιμο της στοργής, την οποία κάθε παιδική ύπαρξη αναζητά. Η δε χρήση του δάσους ως τοπίου απώλειας συνιστά εμπνευσμένη λογοτεχνική σύλληψη, αφού μέσα στην απεραντοσύνη του διαρρηγνύεται η σχέση του παιδιού με τον πατέρα. Επιπρόσθετα, το χάος του δάσους έρχεται σε σαφή αντίθεση με την ασφάλεια του σπιτιού, η οποία απειλείται από την πατρική ανευθυνότητα, ενώ επιβεβαιώνει και ως τοπίο παραμυθιού τον μυθοπλαστικό χαρακτήρα μεγάλου μέρους της ποιητικής συλλογής. Στο σημείο αυτό ολοκληρώνεται η πρώτη από τις δύο ενότητες του ποιήματος.

Οι στίχοι που ακολουθούν (δεύτερη ενότητα) αναιρούν, σε κάποιον βαθμό, το προηγηθέν σκοτάδι μέσα από την καταγραφή και χαρούμενων αναμνήσεων, με συνέπεια και το έργο να μετατρέπεται από αρχικά μελαγχολικό και επικριτικό σε γλυκύπικρο. Ο πατέρας, στο τέλος σχεδόν της ζωής του («στης ζωής το σούρουπο»· το σούρουπο εκφράζει ρομαντικά την οριακότητα του πράγματος, ήτοι ότι χάθηκε χρόνος, αλλά δεν χάθηκαν όλα), αρχίζει εξαίφνης να κατανοεί και ανταποκρίνεται ως εδώ και χρόνια όφειλε στον σπουδαιότατο ρόλο του. Η φράση «τα παραμύθια χωρίς τέλος άρχισε» δεικνύει την αγωνιώδη προσπάθεια του πατέρα για ανάκτηση της χαμένης αγάπης. Ο αγώνας του αυτός καρποφορεί μεν, καθώς το κάλεσμά του βρίσκει ανταπόκριση («Χρυσό πρωινό/ τότ’ έγινε·/ πλατύ ζεστό ένα φως»· αξιοσημείωτος ο εσωτερικός ρυθμός των στίχων), αλλά είναι ήδη αργά, καθώς ο άτεγκτος χρόνος τον παίρνει μακριά απ’ το παιδί. Γι’ αυτό και η ποιήτρια ολοκληρώνει το ποίημα οδυρόμενη και απαιτώντας την επιστροφή του πατέρα· όχι, όμως, του ανεύθυνου, αλλά του πατέρα των πρεσβυτικών χρόνων, αυτού που κατόρθωσε, επιτέλους, να γεμίσει με φως την ψυχή του παιδιού του. Η Τσούβα καταφέρνει εδώ να είναι αληθινά συγκινητική. Τελικά, απομένει έντονη η αίσθηση της απουσίας, η οποία συνοδηγεί και σε φιλοσοφική κατανόηση της ουσίας του πατέρα. Όπως το ψύχος συλλαμβάνεται λόγω της ύπαρξης της ζέστης, έτσι και η ίδια η ζωή νοείται λόγω της παρουσίας του θανάτου. Η ζωή εντός του σύμπαντος προώρισται να κυλάει μέσα από το ζευγάρωμα αντιθέτων.

Καταληκτικά, το ποίημα τούτο επιτυγχάνει διά της νοηματικής του δυαδικότητας να γεννήσει μέσα στην ψυχή του αναγνώστη μια παλέτα συναισθημάτων, από την οργή μέχρι και την πρόσκαιρη, έστω, χαρά και προσωπική λύτρωση. Η έννοια της μεταστροφής του πατέρα εντείνει την τραγικότητα της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης, αφού το ποιητικό υποκείμενο αναγνωρίζει, μεν, την προς το καλύτερο συναισθηματική αλλαγή του πατέρα, αλλά δεν ξεχνά το κόστος της καθυστέρησης, με αποτέλεσμα και να απαιτεί την επιστροφή του πενθώντας τον. Πρόκειται εδώ για γνήσια λογοτεχνική ανατροπή, σχεδόν μυθιστορηματικού τύπου, την οποία ο αναγνώστης δεν αναμένει, αφού ούτε ο τίτλος του ποιήματος την προδίδει, ούτε οι πρώτοι στίχοι του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Τσούβα αναδεικνύεται τόσο θεματικά όσο και τεχνικά σε σοβαρή ποιήτρια της εποχής μας, διαθέτοντας πλούσια φαντασία και μεγάλη πείρα στον τομέα της λογοτεχνίας. Πετυχαίνοντας να μεταπλάθει το ατομικό σε συλλογικό, δημιουργώντας, μάλιστα, ποιητικές ιστορίες με πεζογραφικές αρετές, και γράφοντας αξιοθαύμαστο ελεύθερο στίχο, θα απασχολήσει, φρονώ θετικά, την σύγχρονη λογοτεχνική κριτική με την ποιητική της συλλογή Ερωδιών παράξενες ιστορίες.

 

 

 

Σημειώσεις

* Σε δική μου μετάφραση: «Εκείνη την στιγμή, σταλμένος απ’ την Αθηνά Παλλάδα, φτάνει στην δεξιά πλευρά του δρόμου ερωδιός· τούτοι δεν τον είδαν με τα μάτια τους μέσα στην μαύρη νύχτα, μα το κρώξιμό του ακούσαν». Ο Οδυσσέας και ο Διομήδης έχουν μόλις φορέσει τα όπλα τους και αντιλαμβανόμενοι δι’ ακοής τον ερωδιό εκλαμβάνουν την εμφάνισή του ως θετικό σημάδι. Κατόπιν, στέκονται αμφότεροι και προσεύχονται στην θεά Αθηνά.

** Επιλέγεται εδώ το χαλώμασιν, που αποτελεί διόρθωση του Diels, αντί της γραφής χειλώμασιν που παραδίδεται από τα χειρόγραφα. Σε δική μου μετάφραση: «Διότι ο ερωδιός, καθώς πετάει σε ύψος από πάνω σου, θα σε χτυπήσει με τα περιττώματά του έχοντας χαλαρώσει την κοιλιά του». Το απόσπασμα προέρχεται από την χαμένη τραγωδία Ψυχαγωγοί του Αισχύλου. Ομιλεί εδώ ο μάντης Τειρεσίας απευθυνόμενος στον Οδυσσέα και προφητεύοντας τον τρόπο του επερχόμενου θανάτου του ήρωα. Η σκηνή αντλεί θεματικά από το παραδοσιακό μοτίβο της Νέκυιας. Για ενδελεχή σχολιασμό, βλ. Ζ. Καλαμάρα, Μετά τα Τρωικά: Ο νόστος των Αχαιών στα τραγικά αποσπάσματα του Αισχύλου και του Σοφοκλή, διδ. διατριβή, Θεσσαλονίκη 2023, 111-122. Επειδή, πάντως, ο προφητευόμενος τρόπος θανάτου του Οδυσσέα προκαλεί γέλιο, ερευνητές θεώρησαν πως πρόκειται για σατιρικό δράμα και όχι τραγωδία. Βλ., επί παραδείγματι, W. B. Stanford, The Ulysses Theme. A Study in the Adaptability of a Traditional Hero, Michigan 1968, 103.

*** Σε μετάφραση Θρασύβουλου Σταύρου: «και στους πετούμενους ήρωες και στων ηρώων τα παιδιά, στον κοκκινομύτη και στον ξυλοφαγά και στον πελεκάνο και στον τσουτσουλιάνο και στο φασιανό και στο παγόνι και στον ελεά και στον τσοπανάκο και στον γκιόνη και στον τσικνιά και στο γλαρόνι και στον μπεκαφίκο και στο τρυποκάρυδο».

Περισσοτερα αρθρα