Φυτρώνει άγρια ζάχαρη (εκδόσεις Κουκκίδα, 2021) ανάμεσα σε βραγιές παλαιών, καινών και κοινών δαιμονίων, ιδωμένων μέσα από ένα παραμορφωτικό πρίσμα, που δίνει έμφαση σε κρυμμένες ή κρυφές πτυχές του ονείρου και της πραγματικότητας, αναδεικνύοντας ελάσσονες εκδοχές τους.
Ένα φυτικό ανοσιούργημα η ποίηση -ελπίζουμε όχι οίηση-, αλειμμένη με τρόμο και αίμα το σώμα της. Παρά ένα τεσσαράκοντα ποιήματα, ατάκτως φυτρωμένα σε τρεις ανισομερείς ενότητες, περιελίσσονται στο κούρβουλο της επιθυμίας, καθώς το ποιητικό υποκείμενο αφουγκράζεται τη σιωπή, την αγονία, την αγωνία και τον ψίθυρο των πραγμάτων, των δευτερο- και τριταγωνιστών.
Πειραγμένος μύθος από την πλευρά των απατημένων, γδικημένων γυναικών, με πορφυρό δίχτυ και ξένο σπέρμα. Πηνελόπη και Κλυταιμήστρα, Περσεφόνη, σύγχρονες Αντιγόνες στη θηλιά της φρίκης, του πολέμου και της βίας, της αδικίας. Ανάμεσά τους, ο Ίκαρος, ο Αχιλλέας και ο Πάτροκλος, σφαγιασμοί, εναγισμοί, ολοκαυτώματα θεαινών, γυναικών, μυθικών, μυθολογικών πλασμάτων και τεράτων.
Μορφές από τα παραμύθια, σύγχρονες Κοκκινοσκουφίτσες στο σκοτεινό δάσος της γυναικοκτονίας (λέξη που μαρκάρει ως λάθος ακόμη κι ο απρόσωπος κέρσορας, αλλά πάλι ίσως να μην είναι μελάνι, αλλά αίμα η υπογράμμιση στην επιφάνεια της οθόνης του υπολογιστή). Αίμα είναι το τίμημα και στην εργασιακή παλαίστρα. Η Χωρίς Χέρια, σωματικά ή συναισθηματικά ακρωτηριασμένη, η ανάπηρη γυναίκα ή ίσως μια μητέρα διαζευγμένη, επαίτης -απότοκο των κοινωνικών αδικιών- πρέπει να αρθεί στο ύψος των κοινωνικών απαιτήσεων, των οικογενειακών και συζυγικών βαρέων βαρών.
Η θέα από την πλευρά της μητρυιάς, ο ηλικιακός ρατσισμός, τα κοινωνικά πρότυπα και ντιρεκτίβες, οι θεσμοί-δεσμοί-στηθόδεσμοι που δε σ’ αφήνουν να αναπνεύσεις, να ζήσεις λαθραία. Ερωτικές επιθυμίες και αιμομιξίες, πατρόν εκδίκησης, δολοφονίες, σώμα, πνεύμα και ψυχή φλεγόμενα από ερωτικό πόθο, πάθος και πάθη, απουσία και σπαραγμός.
Η Αντιγόνη ήταν το πρόσχημα για να ’ρθει στην επιφάνεια το κοινωνικό σχόλιο για την αρχαία σημερινή κατάσταση, για το έγκλημα της σιωπής, την αδιαφορία, το γυναικείο ζήτημα, τη γυναίκα εγκλωβισμένη στον έρωτα και στον γάμο. Η γυναίκα του πρωτομάστορα, του Κυανοπώγωνα, το κατοικίδιο-γυναίκα εξημερώθηκε άγριο πολύ «Δούλη δράκου», (σ. 27), η μαγεμένη κουρούνα στον κοινωνικό της ρόλο σαν σύζυγος, μητέρα, ερωμένη, κόρη, σαν υποδεέστερη ύπαρξη με κομμένα φτερά πουλιού
Ρίξ’ τα φτερά σου στη φωτιά και κάψ’ τα!
… Και τώρα είσαι ελεύθερη.
Ελεύθερη να μην πετάς
το πριγκιπόπουλο να παντρευτείς
παιδιά να ταχταρίσεις.
Μες στο παλάτι του γυρνάς. Γερνάς.
Τον περιμένεις ώς αργά
απ’ το κυνήγι κουρασμένος να επιστρέψει.
Σκύβεις του φέρνεις τις παντόφλες
προσφέρεις το ζεστό -πρώην πουλιού- κορμί
σε φλιτζανάκι του καφέ.
Πριγκίπισσα σωστή!
[…]
Θρηνείς καθώς θυμάσαι τον απέραντο ουρανό
κλαις τις σφαγμένες πτήσεις
και νοσταλγείς την πρωινή δροσιά
που στα φτερά σου πια δε θα ξανακυλήσει. «Μαγεμένη κουρούνα», (σσ. 23-4).
Εκτός από βιβλικά πρόσωπα, πρόσωπα από τη μυθολογία και τα παραμύθια, υπάρχει έντονη διακειμενικότητα με τη λογοτεχνία: Αγάπα στη σιωπή από το έργο Βασιλιάς Ληρ του Shakespeare, «Histrio», (σσ. 33-4), με τον Ευριπίδη, τον Σοφοκλή, τον Όμηρο, το δημοτικό τραγούδι. Ψηλαφούνται επιδράσεις, συμφυρμοί, αντανακλάσεις, διάλογος ανάμεσα στην τέχνη και τα έργα της. Η «Σπουδή στο κενό» συνδιαλέγεται με τον πίνακα Αυτοπροσωπογραφία με μοντέλο του Ernst Ludwig Kirchner, «Οι τρεις Ιούδες» με τον ομώνυμο πίνακα του Georges Rouault, σε μια προσπάθεια να αποκωδικοποιηθεί, να ανακαλυφθεί και να αποκαλυφθεί το βλέμμα των μοντέλων και του καλλιτέχνη μέσω των χρωμάτων και του χρωστήρα.
Στο Πικρό μέλι, που το γεύονται όχι μόνο οι ήρωες με ονοματεπώνυμο από την προηγούμενη ενότητα, αλλά και οι εδώ ανώνυμοι καθημερινοί ήρωες της ύπαρξης, με το σώμα τους σε παρακμή και παραίτηση, κυριαρχούν το σωματικό άλγος, η αρρώστια και η νοσηλεία σε νοσοκομεία, όπου δολιχοδρομούν γιατροί, νοσοκόμες και ασθενείς, περικυκλωμένοι από φακελάκια, ολόσωμα σπινθηρογραφήματα, θυρεοειδεκτομές, εγχειρίσεις, σπονδυλανατάξεις και άλλες παράξενες λέξεις.
Παρακάτω, απόπειρες και αυτοχειρίες. Και θάνατος. Θάνατος σε όλες τις εκφάνσεις του, όπως θάνατος απλός, πολλαπλός, μεταναστευτικός επί αγόνου γραμμής, έως οστέων γεγυμνωμένων, επί κασελακίου. Ανακομιδές εντός τειχών νεκροταφείου, καθώς και προσδοκία θανάτου και ανάστασης, σωματικής ή διαμέσου της ποίησης, με τη βοήθεια του ποιητή, ο οποίος
Ξεθάβει από το χώμα
μισολιωμένες λέξεις
τις ξεσκονίζει μ’ ευλάβεια
τις πλένει με κρασί
τις στεγνώνει στον ήλιο
μεθυσμένες
τις τοποθετεί στοργικά
ανάμεσα στις σιωπές.
Άλλοτε με τους κοκάλινους ήχους τους
ποτάμια κελαηδούν πάνω σε βότσαλα
πουλιά
κελαρύζουν τον έρωτά τους
άλλοτε προσελκύουν με τη μυρωδιά του κρασιού
σφήκες και μέλισσες.
Όσο για τους περαστικούς
ούτε ξέρουν τι θέλουν.
Πότε μένουν εκστατικοί στην ομορφιά της μουσικής
πότε λένε ο βόμβος των εντόμων
τους κλέβει την ανεμελιά
το σμάρι τους ισκιώνει το ηλιόλουστο της μέρας.
«Μουσικός μελωδός», (σ. 39).
Flora clandestina, κρυφή χλωρίδα, περικοκλάδες και παρακλάδια, ζιζάνια και βοτάνια, αρωματικά και ανυπεράσπιστα λουλούδια θεριεύουν στις ανισόπεδες διαβάσεις του ύπνου. «Παράξενοι κήποι», των οδυνών παρά των ηδονών ή μήπως ωδίνων, όπου θα τευχθεί το παράλογο της ύπαρξης, θλίψη και τύψη, άνθη-έρωτες κρυφές-αγάπες και μη-μου-άπτου, καρδιές-μήλα.
Η καρδιά δεν είναι μήλο
κόκκινο σε ψηλό κλωνάρι
να μην τη φτάνεις
να την τινάζει
ο άνεμος με δύναμη
να την καίει η παγωνιά.
Δεν έχει βιταμίνες
να τρως
μια την ημέρα να κάνει πέρα
τον γιατρό.
Η καρδιά δεν
Είναι
Ένα μήλο
Η καρδιά
με τη διατίμησή της
τον κερδοσκόπο έμπορά της
με τα οξέα της και ανθυγιεινά
με τα μαύρα κουκούτσια
τη ζουληγμένη σάρκα
με το σκουλήκι βαθιά μέσα της
ένα μήλο είναι
η καρδιά.
«Η καρδιά δεν είναι μήλο», (σ. 65).
Σε δάση και λιάνες ενεδρεύει η παραμόρφωση της πραγματικότητας. Εκεί επιχωριάζουν πουλιά. Κοτσύφια, παραδείσια και διαψεύσεις, εξωτικές τρίλιες και λυγμοί, το ψυχικό άλγος, για το οποίο η τέχνη, ιαματική και τοξική, καταρρακτώδης και στάγδην, επανέρχεται ως αντίδοτο, ικανή να μας σώσει με την αμείλικτη ομορφιά της.
Σε μια απόπειρα να ειπωθεί το άρρητο, να γραφεί το άφατο, το απατηλό, το φευγαλέο, το ανήκουστο, με πρόφαση τα άψυχα, οδηγούμαστε σε ψυχικές ταλαντώσεις, δονήσεις, απογοητεύσεις και αραιά και πού, σποραδικές εκτινάξεις ηδονής σε ένα ηλεκτροκαρδιογράφημα οδύνης, σε μια ποίηση που σφύζει από φυτά και αυταπάτες, οστά και πούπουλα, θάνατο και αδυσώπητο φως.
Μέθυσέ μας, καράβι
αρόδο σε μαύρα νερά.
Τα οινοπνευματί σου φώτα
κρασί
χύσε
στις φλέβες της νύχτας.
Με το τεράστιο κύτος σου
τρέλανε τα σφηνωμένα
στον λιμενοβραχίονα της αυταπάτης
παλιρροιόμετρα.
Πάρε μας
στρείδια κολλημένα στην καρίνα σου.
Μπηγμένοι ως τα μάτια σε λάσπη κινούμενη πίσσα
ανέλκυσέ μας στο φως.
Μέθυσέ μας, καράβι
με την κούφια υπόσχεση του ταξιδιού.
Μην αργείς να σφυρίξεις
βιαστικά ο βυθός μας βουλιάζει.
«SS Poesia», (σ. 73).


