
Στο παρόν φιλολογικό δοκίμιο επιχειρείται ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος «Καταραμένοι», το οποίο περιλαμβάνεται ως εναρκτήριο στιχουργικό σύνθεμα στην προσφάτως δημοσιευθείσα ποιητική συλλογή του Αλέξανδρου Δεδιλιάρη με τίτλο Μετά τα Νηπενθή (εκδόσεις Poema, 2024). O ποιητής, πρέπει να λεχθεί, διαθέτει προπτυχιακές σπουδές Κλασικής Φιλολογίας και μεταπτυχιακές σπουδές Νεοελληνικής Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ, μεταπτυχιακές σπουδές Ψυχολογίας στο University of East London, ενώ την περίοδο αυτήν εκπονεί την διδακτορική του διατριβή στο ΕΚΠΑ, έχοντας αναλάβει ερευνητική θεματική που φέρει τίτλο Η στιχουργική εξέλιξη του σονέτου στην Νεοελληνική ποίηση. Ως supervisor έχει τον περιώνυμο Καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ και ποιητή, Ευριπίδη Γαραντούδη, από τον οποίον ο Δεδιλιάρης διδάχτηκε μετρική θεωρία και στο σεμινάριο του οποίου γνώρισε την σπουδαία ποιήτρια, Σοφία Κολοτούρου, από την οποία επίσης έχει επηρεαστεί μορφικά και θεματικά. Οι προεξαγγελτικές αυτές επισημάνσεις πραγματοποιούνται προκειμένου να δηλωθεί εδώ ότι ο Δεδιλιάρης χαρακτηρίζεται από επάρκεια επιστημονική, αλλά και αισθαντικότητα χαρακτήρα, ώστε και η νεότευκτη λογοτεχνική δημιουργία του – που σηματοδοτεί και την είσοδό του στον χώρο της ποίησης – να θεωρείται όχι μόνο αναμενόμενη, μα και γεμάτη ελπιδοφόρες υποσχέσεις. Κατόπιν, παρατίθεται το ποίημα αυτούσιο και έπεται ο σχολιασμός του:
Λεγόμαστε «σοφοί» και «ποιητές»,
τίτλοι ενός αιώνα περασμένου,
ξεβράσματα απ’ άλλες εποχές,
ενός καιρού παλιού κι αγαπημένου.
Φίλοι και συγγενείς μας λοιδορούν
λέγοντας πως η τέχνη δεν προσφέρει
χρήματα στους ανθρώπους για να ζουν
μ’ ένα πιάτο φαΐ το μεσημέρι.
Μας φαίνεται η γνώμη τους ρηχή,
καταραμένοι δίχως αμαρτία,
στη σκέψη μας η ποίησις ηχεί
και πρόσω ολοταχώς ψωμοζητία!
Γυρίζοντας τον δρόμο σκεπτικοί
ψάχνουμε για τοπία και εικόνες,
ώσπου να έρθει η ώρα η κακή
να πρέπει να θεσπίσουμε κανόνες:
«Προέχει εργασία σταθερή,
ένας μισθός ίσα να μην πεινάμε!».
Μα κείνος απ’ την πένα μας στερεί
και μάταια σ’ αυτήν ξαναγυρνάμε.
Ορθόδοξοι πιστοί στη συγγραφή,
των ονείρων μας άξιοι Δον Κιχώτες,
στάζουμε τη μελάνη στο χαρτί
πλάθοντας δράκους, κάστρα και ιππότες.
Κεντρικό θέμα του ποιήματος είναι η συγκρουσιακή σχέση ανάμεσα στους προικισμένους με ποιητικό χάρισμα ανθρώπους και τις κοινωνικές ή και οικονομικές δυστοπίες της εποχής στην οποία ζουν. Παρόλο που οι δηκτικές υπόνοιες των στίχων αφορούν τους σύγχρονους καιρούς, το λογοτεχνικό δημιούργημα προσλαμβάνει αυτομάτως διαχρονικό χαρακτήρα στον νου του αναγνώστη, αφού, ας ειπωθεί εδώ, η ζωή δεν υπήρξε ποτέ απλόχερη ή, καλύτερα, δίκαιη απέναντι στους γνήσιους ποιητές. Ο μελαγχολικός, μάλιστα, τόνος των στίχων, αν συνδυαστεί και με τον τίτλο της ποιητικής συλλογής, Μετά τα Νηπενθή, παραπέμπει αμέσως στον Κώστα Καρυωτάκη, τόσο θεματικά [διά της συνειρμικής ανάκλησης της συλλογής του Τριπολιτσιώτη ποιητή με τίτλο Νηπενθή (1921) και της μελαγχολικής ειρωνείας που εντοπίζεται στα ποιήματά του], όσο και τεχνικά, αφού ο Δεδιλιάρης χρησιμοποιεί την πλεχτή ομοιοκαταληξία προβαίνοντας σε εναλλαγή δεκασύλλαβων (πρώτος και τρίτος στίχος) και ενδεκασύλλαβων (δεύτερος και τέταρτος στίχος). Η ισοσυλλαβισμένη αυτή μετρική μορφή διατηρείται σε ολόκληρο το έργο, πράγμα αποδεικτικό συνθετικής επιδεξιότητας. Η δε συνομιλία με αυτό που αποκαλούμε «ποιητική παράδοση» είναι εμφανής και, μάλιστα, επαινετέα, καθώς σε μια εποχή στιχουργικής ομοιογένειας, ο νεαρός ποιητής αποπειράται να εκφραστεί λυρικά, δίνοντας στο κοινό του όχι μόνο στίχο, αλλά και ήχο.
Κυρίαρχη, λοιπόν, στο ποίημα είναι η αντιπαράθεση μεταξύ ιδεατής καλλιτεχνικότητας και στυγνής καθημερινότητας, αφού η ανάγκη για σταθερό εισόδημα προς αξιοπρεπή, έστω, διαβίωση καταπνίγει το ποιητικό ταλέντο και εντείνει την εκ μέρους της πλειοψηφίας απαξίωση της τέχνης του στιχουργείν. Εξάλλου, ο τίτλος «καταραμένοι» είναι καταφανώς σκωπτικός, όχι, ωστόσο, δηλώνοντας θρησκευτικού τύπου καταδίκη, η οποία θα είχε και ως απόρροια μια ηθικής μορφής ενοχή, αλλά κοινωνική επίκριση. Εν ολίγοις, η κοινωνία τείνει να απομονώνει τους έχοντες έφεση στην ποιητική δημιουργία ή και να τους κατηγορεί ως νωθρούς ακόμα, οι οποίοι πρέπει να υποστούν το τίμημα της αφοσίωσής τους στην τέχνη. Η δίχως περιστροφές αποδοχή της ύπαρξης λογοτεχνικού χαρίσματος φέρει εντός της και νιτσεϊκούς απόηχους – είτε ο Δεδιλιάρης το είχε κατά νου, είτε όχι –, προσδίδοντας στο ποίημα και μια βαθιά φιλοσοφική διάσταση. Κατά κάποιον τρόπο, ο δημιουργός υπαινίσσεται ότι οι ποιητές πληρώνουν ακριβά τον συγγραφικό προικισμό τους, τιμωρούνται, δηλαδή, για την μοίρα τους να είναι οι εκλεκτοί της εποχής τους. Η αξιοποίηση του πρώτου πληθυντικού καθ’ όλη την διάρκεια του ποιήματος («λεγόμαστε», «μας λοιδορούν», «μας φαίνεται» κ.ά.) ζωγραφίζει με μεγαλύτερη ένταση αυτήν την κοινότητα της μοίρας, ήγουν την περιθωριοποίηση των εξεχουσών φύσεων από τους πολλούς.
Η πρώτη στροφή του ποιήματος εγκαθιδρύει την εικόνα της συλλογικής ταυτότητας, ενώ οι ποιητές παρουσιάζονται ως φέροντες τίτλους «ενός αιώνα περασμένου», κάτι που υπογραμμίζει, καβαφικώ τω τρόπω, την αποξένωσή τους από την παροντική πραγματικότητα. Έπειτα, η λέξη «ξεβράσματα», συναισθηματικώς φορτισμένη και συναρμόττουσα την περιφρόνηση με την νοσταλγία, δηλοί, ενδεχομένως, πως οι ποιητές παραμένουν ζωντανοί, σαν να τους ξέβρασε η θάλασσα του παρελθόντος στην σύγχρονη εποχή. Ο «παλιός κι αγαπημένος καιρός» εντείνει την νοσταλγική αναπόληση, μα ενέχει και αντίφαση, αφού πάντοτε οι ποιητές υφίσταντο διωγμό από τους υπόλοιπους. Τούτω τω τρόπω, περισσότερο καθίσταται εναργής η αντίφαση που υπάρχει μέσα στην ψυχή του Δεδιλιάρη, παρά επικυρώνεται η πραγματικότητα, καθώς, στην ουσία, οι καιροί που σήμερα λογίζονται ως παλιοί και αγαπημένοι, στο δικό τους παρόν έφεραν τα ίδια γνωρίσματα με τους σημερινούς. Έτσι, εν προκειμένω δεν είναι η πραγματικότητα που ορίζει τα πράγματα, αλλά η έμφυτη συναισθηματική ένταση με την οποία προικίζεται κάθε αληθινός ποιητής ή και φιλόσοφος. Για παράδειγμα, ας θυμηθούν οι αναγνώστες τις αναλύσεις του Ιωάννη Συκουτρή περί ηρωικού ανθρώπου ή την κατάδηλη γνωστική απομόνωση (η οποία δηλοί διανοητική υπεροχή) του Σωκράτη από τους άλλους συμπότες στο πλατωνικό Συμπόσιον. Κάθε άνθρωπος που έχει αγγιχτεί από το μαγικό ραβδάκι της τέχνης ζει την ζωή του με πικρία, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ τις ατυχείς συγκυρίες που του εμφανίζονται. Αυτό σημαίνει ότι οι ποιητές ή και φιλόσοφοι, ακόμα και αν δεν περιθωριοποιούντο ή φθονούνταν από τους υπόλοιπους, πάλι θα είχαν ροπή στην απογοήτευση. Είναι η φύση των πραγμάτων τέτοια και είναι αυτή, ακριβώς, η πίκρα που δίνει φτερά στην φαντασία μας.
Πέρα, όμως, από τα προρρηθέντα, απότοκα της φιλοσοφικής βιοθεωρίας του γράφοντος την παρούσα φιλολογική ανάλυση, ο Δεδιλιάρης δεν σφάλλει στις εκτιμήσεις του, αφού στην δεύτερη στροφή του ποιήματος έρχεται να επικυρώσει την εικόνα της επίκρισης των ποιητών: ώς και οι συγγενείς και οι φίλοι εκτοξεύουν λοιδορίες εναντίον τους, λέγοντάς τους ρητά πως είναι αναγκαίο να στραφούν στον βιοπορισμό, αφήνοντας στην άκρη τις ποιητικές ονειροπολήσεις οι οποίες δεν γεμίζουν το στομάχι. Μήπως παρόμοια δεν είναι η μοίρα των ηθοποιών, τραγουδιστών και όλων των καλλιτεχνών εν γένει; Γι’ αυτό και ο ποιητής χρησιμοποιεί την λέξη «τέχνη», ώστε να εντάξει εννοιολογικά τους ποιητές στην ευρύτερη κατηγορία των καλλιτεχνών. Σε κάθε περίπτωση, ο ιδεαλισμός της πρώτης στροφής αναιρείται πανηγυρικά από τον ρεαλισμό της δεύτερης.
Στην τρίτη, τώρα, στροφή το σκηνικό μεταφέρεται εντός της ψυχοσύνθεσης των ποιητών, οι οποίοι αμύνονται ηρωικά, αδιαφορώντας για τις παραπάνω επιθέσεις. Πάντως, η σθεναρή αυτή στάση τους αίρεται, κάπως, από την σαφή επίγνωση της ίδιας τους της ύπαρξης, αφού χαρακτηρίζονται ως «καταραμένοι δίχως αμαρτία», οι οποίοι, με το να αναζητούν διαρκώς την ποίηση, αυτοκαταδικάζονται σε πενιχρή οικονομικώς ζωή. Ο Δεδιλιάρης υπονοεί ότι ναι μεν το ενδότερο ένστικτο οδηγεί συνεχώς στην καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά οι ποιητές δεν δύνανται, από την άλλη, να υπερβούν την απηνή πραγματικότητα: η κοινωνία δεν ανταμείβει το χάρισμά τους και τους οδηγεί μέχρι και στην ζητιανιά. Ποτέ οι καιροί δεν ήταν καλοί για καλλιτέχνες. Ας προσεχθεί και η λέξη «ποίησις» (και όχι «ποίηση»), η οποία παραπέμπει ξανά στον Καρυωτάκη και τον στίχο του «κι η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε», στίχο που, λεκτέον, απογειώνει το ποίημα «Είμαστε κάτι…» (Ελεγεία και Σάτιρες, 1927).
Στην τέταρτη στροφή μεταφερόμαστε σε ένα τοπίο περιπλάνησης («γυρίζοντας τον δρόμο σκεπτικοί»), το οποίο, με την σειρά του, περιγράφει με σαφήνεια και τον τρόπο κατασκευής ενός ποιήματος. Εν ολίγοις, είναι απαραίτητες οι αντληθείσες από την ζωή ποικίλες εμπειρίες προκειμένου η φύσει ενυπάρχουσα εντός των ποιητών έμπνευση να μετουσιωθεί σε λογοτεχνική σύνθεση. Η περιδιάβαση, εντούτοις, στο όνειρο διακόπτεται απότομα από την ανάγκη για πειθαρχία, κάτι που καταδεικνύει και την σύγκρουση ανάμεσα στην ελευθερία (ποιητές) και την υποταγή (βιοπορισμός). Τελικά, στην πέμπτη στροφή θεσπίζονται εξαναγκαστικά κανόνες, δηλαδή οι ποιητές ενδίδουν στην αμείλικτη αναγκαιότητα για εργασία και, άρα, επιβίωση. Ο βιοπορισμός, όμως, «τους στερεί από την πένα», η ποιητική τους επιβίωση βρίσκεται υπό απειλή (και τούτο δείχνει ότι ο άνθρωπος δεν δείται μόνο τροφής, μα και συναισθήματος). Γι’ αυτό και οι ποιητές επιστρέφουν στην τέχνη τους, με το επίρρημα «μάταια» να είναι περιγραφικό όχι απουσίας τελεσφόρησης, αλλά κυρίως εθισμού στην τέχνη. Αναγκαστικά οι ποιητές επιστρέφουν στην πηγή έμπνευσής τους, δεν δύνανται να πράξουν διαφορετικά. Με την κυριολεκτική σημασία του επιρρήματος, μάταια πασχίζουν να «προδώσουν» την ποίηση.
Στην έκτη, τελευταία στροφή του ποιήματος, ο Δεδιλιάρης αξιοποιεί ιπποτικές μεταφορές, προερχόμενες από τον κόσμο του μυθιστορήματος (Δον Κιχώτης του Miguel de Cervantes Saavedra), απεικονίζοντας την ενασχόληση με την ποίηση ως ιερή αποστολή ή και ως μάχη που λαμβάνει χώρα στην περιοχή του φανταστικού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το έργο οδηγείται σε κορύφωση λογοτεχνική, αφού διά της εξιδανίκευσης της ποιητικής δραστηριότητας, οι ασκούντες αυτήν συμβολίζονται ως άνθρωποι αυθεντικά ηρωικοί, αλλά συνάμα και καταδικασμένοι στην αφάνεια. Η δε εικόνα της μελάνης («στάζουμε τη μελάνη στο χαρτί») επιτρέπει την καλλιτεχνικά ποιοτική παρείσφρηση του υλισμού στην περιοχή της φαντασίας.
Συνολικά, το ποίημα «Καταραμένοι» του Αλέξανδρου Δεδιλιάρη είναι σοβαρό έργο ποιητικής, από τα καλύτερα που έχω διαβάσει, άξιο, μάλιστα, και προς διδασκαλία στις σχολικές ή και πανεπιστημιακές αίθουσες. Αν αναλογιστεί κανείς πως αποτελεί μέρος της πρώτης ποιητικής απόπειρας του νεαρού ποιητή, συνειδητοποιεί ότι ο επίδοξος συνεχιστής του Καρυωτάκη, Δεδιλιάρης, πραγματοποιεί μια δυναμική εμφάνιση στον χώρο των γραμμάτων και, δη, της λογοτεχνίας. Συνδυάζοντας αρμονικά επιστημονική κατάρτιση, πηγαίο λυρισμό και φαντασία, είναι βέβαιο πως, αν συνεχίσει την εντατική εργασία του, θα λάβει πρωτεύουσα θέση στην ελληνική ποίηση των ερχόμενων ετών.


