Ένα εστιακό σημείο στην ποιητική συλλογή “Η καλοσύνη διαχωρίζει τη μέρα από τη νύχτα” της Marija Dejanović (ISBN: 978-618-5463-49-6)
Ν. Γ. Λυκομήτρος

Γεννημένη στην πόλη Prijedor της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης το 1992, η Marija Dejanović ξεπήδησε μέσα από τις φλόγες του πολέμου της Βοσνίας. Σ’ αυτό το σημείωμα θα ασχοληθούμε με το ποίημα «Το διαβατήριο» από την τρίτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Η καλοσύνη διαχωρίζει τη μέρα από τη νύχτα» (μτφ. Irena Gavranović Lukšić, Θράκα, 2023).

Το ποίημα ξεκινά θίγοντας το ζήτημα της γλώσσας από τη βρεφική ηλικία έως τα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσης. Η πρώτη επαφή με τη γλώσσα έρχεται με κάποια καθυστέρηση («Τους πρώτους μήνες/δεν μιλούσα», σελ. 9) αλλά το πρόβλημα γρήγορα ξεπερνιέται («Όταν άρχισα να μιλάω, δεν μπορούσα να σταματήσω», ό.π.). Ωστόσο, παρατηρείται μια δυσκολία στη χρήση της ως μέσου αυτοπροσδιορισμού («Για όλα μπορούσα να μιλήσω/εκτός από τον εαυτό μου», ό.π.), η οποία θα διαρκέσει για είκοσι ολόκληρα χρόνια.

Η ποιήτρια ανακαλεί στη μνήμη τις πρώτες της λέξεις, οι οποίες δεν ήταν αυτές που συνηθίζουν να αρθρώνουν τα βρέφη και να προκαλούν ρίγη συγκίνησης στους γονείς. Συν τοις άλλοις, δεν υπήρχε κανείς που θα μπορούσε να «έλεγε ψέματα πως η πρώτη μου λέξη ήταν μπαμπά» (σελ. 9). Αυτές οι πρώτες λέξεις δημιουργούν ετερόκλητα συναισθήματα στους δυνητικούς τους αποδέκτες. Ο πατέρας στενοχωριέται γιατί δεν ήταν εκεί να τις ακούσει, η μητέρα οργίζεται για την απουσία του πατέρα, ενώ η ποιήτρια αισθάνεται αυτοπεποίθηση γι’ αυτό το πρώτο της κατόρθωμα.

Η απουσία του πατέρα αποτελεί ένα κομβικό σημείο της αφήγησης και, κατ’ επέκταση, της ζωής του ποιητικού υποκειμένου. Αναγκάζεται να δουλεύει σε άλλη πόλη για να εξασφαλίζει τα προς το ζην αλλά αυτό έχει ως αποτέλεσμα να είναι απών από την καθημερινότητα της οικογένειας («δεν έτρωγε ποτέ μαζί μας», σελ. 9). Η απουσία είναι άμεσα συνυφασμένη με τη σιωπή. Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας γευματίζουν σιωπηλά εν τη απουσία του και, αντίστοιχα, τον υποδέχονται σιωπηλά όταν επιστρέφει, εκφράζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την απογοήτευσή τους. Αυτός ο ιδιότυπος χορός της σιωπής φαίνεται να στοιχειώνει την παιδική ηλικία της αφηγήτριας.

Η μητέρα, που λειτουργεί ως κολώνα και ως συνδετικός κρίκος της οικογένειας, εκφράζει με έντονο τρόπο την πικρία της για την απουσία του συζύγου («καλύτερα θα ήταν αν δεν γύριζες», σελ. 10) αλλά η ποιήτρια γνωρίζει ότι πίσω από την πικρία κρύβεται η απόγνωση που προκαλεί η παρατεταμένη απουσία («Εκείνο που ήθελε να πει ήταν/καλύτερα θα ήταν αν δεν έφευγες», ό.π.).

Ο πόλεμος φαίνεται ν’ απλώνει τη σκιά του υπόρρητα πάνω από την οικογένεια. Το πέρασμα του χρόνου, ωστόσο, φέρνει κατανόηση για όσα συνέβησαν και για τις επιλογές των γονέων:

«Καλύτερα θα ήταν αν κανένας δεν έπρεπε να φύγει
Οι αναχωρήσεις αυτές ήταν αναχωρήσεις εκείνων

που ποτέ δεν ήθελαν να φύγουν

Έτσι φεύγουν εκείνοι που δεν έχουν πού να επιστρέψουν» (σελ. 10)

Ανακύπτει, έτσι, το ζήτημα του ξεριζωμού και του «ανήκειν». Το ξέσπασμα του πολέμου οδηγεί αναγκαστικά στη μετανάστευση. Ούσα κροατικής καταγωγής, η ποιήτρια θα βρεθεί σε διάφορες πόλεις της Κροατίας, καθώς η «έλλειψη πατρίδας» υποχρεώνει την οικογένειά της να αναζητεί διαρκώς εστία. Το ζήτημα της προέλευσης θα ανακύπτει διαρκώς («κατά τη διάρκεια των σπουδών μου θα με ρωτούσαν από που είμαι»), ώσπου η μετάβαση στο εξωτερικό θα λύσει το πρόβλημα («εκεί […] όλες οι προφορές ακούγονταν ίδιες», σελ. 10).

Πλέον, η μετακίνηση παύει να είναι αναγκαστική, όπως, αντίστοιχα, και η παραμονή («Τώρα φεύγω μόνο όποτε θέλω/Και μένω όσο χρειάζεται», ό.π.).

Καθώς το ποίημα προχωρά, καθίσταται σαφής στον/ην αναγνώστη/ρια η αίσθηση της σύνδεσης με το φυσικό περιβάλλον που διατρέχει την ποίηση της Dejanović. Ανακαλεί στη μνήμη το πρώτο δέντρο που αντίκρισε στην Ελλάδα («μια νεραντζιά») και αντιστοιχίζει τα αιωρούμενα παρτέρια με τους κήπους που έχουν οι συμπατριώτες της στην Κροατία. Η επαφή με το περιβάλλον είναι ζωτικής σημασίας για το ποιητικό υποκείμενο («πρέπει να έχω κήπο», σελ. 11), διότι διαμορφώνει έναν απαραίτητο τόπο χαλάρωσης και ξεγνοιασιάς.

Μια άλλη δραστηριότητα που σχετίζεται με στιγμές ξενοιασιάς είναι το ποδόσφαιρο («Σχεδόν σε όλα τα παιδικά μου χρόνια/έπαιζα ποδόσφαιρο με τα αγόρια της γειτονιάς/απολύτως ίση με τους άλλους παίκτες», σελ. 12). Μέσα στα ερείπια του πολέμου, το ποδόσφαιρο είναι το μοναδικό, ίσως, σπορ που μπορεί να παιχθεί από τα παιδιά μιας ρημαγμένης χώρας, καθώς απαιτεί μόνο μία μπάλα και τίποτα περισσότερο. Ο ερχομός της εφηβείας και η ανάδυση της θηλυκότητας αναδιαμορφώνουν την εμπειρία του ποδοσφαίρου σε σχέση με τα χρόνια της παιδικότητας («έπειτα μου μεγάλωσαν τα στήθη/Δε μπορούσα πια να βγάζω τη μπλούζα/να βρέχω με νερό το γυμνό στέρνο/όταν ο ήλιος ψήνει τα αυτοκίνητα», ό.π.).

Το ποδόσφαιρο ζωντανεύει και πάλι ως ανάμνηση κατά τον ερχομό στην Ελλάδα, για να σηματοδοτήσει την απώλεια του ελεύθερου χώρου που προκαλείται από τον υπερτουρισμό και τον εξευγενισμό (gentrification). Όπως ο δρόμος που έπαιζε ποδόσφαιρο κατακλύζεται πλέον από αυτοκίνητα, έτσι και η παραλία όπου ο συνομιλητής του ποιητικού υποκειμένου έκανε καγιάκ κατακλύζεται πλέον από τους τουρίστες. Ο ερχομός τους συμβαδίζει με την καπιταλιστική «ανάπτυξη»:

«Μετά από τους τουρίστες έρχονται τα μεγάλα εμπορικά κέντρα

μαζί τους φεύγει η κοινότητα και έρχεται ένα κράτος σκλάβων

[…]

Μας υπενθυμίζουν ότι ο χώρος δεν είναι δικός μας
ούτε όταν σε αυτόν περνάμε

σημαντικό μέρος της ζωής μας

Μας διδάσκουν πως το να έχεις και το να ανήκεις

δεν είναι το ίδιο» (σελ. 13)

Πράγματι, με τον τουρισμό, η ιδιοκτησία και η κατανάλωση («η θορυβώδης αφθονία», σελ. 13) εξαλείφουν την κοινότητα και την αυθεντική εμπειρία, υποκαθιστώντας τες με μια ψευδή συνείδηση.

Προς το τέλος του ποιήματος, η ποιήτρια επιστρέφει στο ζήτημα της σιωπής. Αναφέρει ότι άφηνε τους αγαπημένους της ανθρώπους «να αναπαύονται στη σιωπή», διότι «η σιωπή αυτή ήταν το καλύτερο/που μπορούσα να τους δώσω» (σελ. 14). Ωστόσο, τα πράγματα έχουν πλέον αλλάξει. Η σιωπή δεν είναι πια η λύση στο πρόβλημα («Σήμερα προσπαθώ να τα πω/ακριβώς όπως νομίζω πως είναι», ό.π.). Το πέρασμα του χρόνου φέρνει την απελευθέρωση και τη συνειδητοποίηση. Τα μικρά πράγματα είναι τα σημαντικότερα («μια αυλή είναι μεγαλύτερη από μια χώρα») και τα φαινομενικά ασήμαντα είναι αυτά που αξίζει κανείς/καμιά να κρατήσει στη μνήμη του.

«Καθώς περπατώ στον δρόμο
προσπαθώ να κρατώ στη μνήμη μου όλα

τα ασήμαντα πράγματα» (σελ. 15)

Μέσα από το ποίημα «Το διαβατήριο» αναδύεται όλος ο πλούτος της ποίησης της Marija Dejanović. Θίγονται τα ζητήματα της γλώσσας, της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης, του πολέμου, της σύνδεσης με τη φύση και της οικολογικής καταστροφής, ενώ μέσα από τους στίχους ξεπροβάλλει μια κατασταλαγμένη, στιβαρή γυναικεία ποιητική φωνή. Μια φωνή που μας καλεί να εξερευνήσουμε και τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής «Η καλοσύνη διαχωρίζει τη μέρα από τη νύχτα», γνωρίζοντας ότι σίγουρα δεν θα βγούμε χαμένοι.

Περισσοτερα αρθρα