Δεκανίκι
Δεν κρατάω λύσεις.
Κρατάω βάρδιες.
Στέκομαι δίπλα σου
όταν το μυαλό σου αφρίζει
κι οι λέξεις σπάνε
πριν γίνουν φωνή.
Δεν σε ηρεμώ.
Σε αντέχω.
Οι σιωπές σου
δεν είναι ποιητικές.
Είναι δωμάτια άδεια
με γυμνό φως.
Μπαίνω.
Κάθομαι.
Περιμένω.
Κάποιες μέρες
είμαι τα χέρια
που σε κρατούν
όταν πέφτεις προς τα μέσα.
Άλλες
μαζεύω τα κομμάτια σου
από το πάτωμα.
Δεν τα ενώνω.
Δεν είμαι σωτήρας.
Είμαι η αδελφή σου.
Σε φροντίζω
όχι για να σωθείς
αλλά για να μη μείνεις μόνος.
Το παραλήρημά σου
μου μένει στο δέρμα.
Κι όταν φεύγω,
κουβαλάω τη φωνή σου
σαν βουητό.
Τη γράφω
για να μη γίνει κραυγή.
Είμαι δεκανίκι.
Και τα δεκανίκια
δεν σώζουν.
Αντέχουν.
Καθαρμός με ελλέβορο
Τον ξυπνά πριν φέξει.
Τα μαλλιά δεμένα σφιχτά.
Στο πέτρινο γουδί
σπάζει ρίζες ελλεβόρου.
Τα χέρια της τρέμουν —
όχι από φόβο.
Από γνώση.
Ξέρει:
ό,τι καθαρίζει
δηλητηριάζει.
Ψιθυρίζει ονόματα
που δεν γράφτηκαν ποτέ.
Όχι σωτηρία.
Σιωπή.
Του δίνει να πιει.
Όχι σαν αδελφή.
Σαν ιέρεια
που δεν πίστεψε ποτέ
στους θεούς της.
Το σώμα του ιδρώνει.
Η τρέλα δεν φεύγει.
Τυλίγεται.
Σαν φίδι μέσα στο σπίτι.
Καίει βάλσαμο.
Η λουΐζα βράζει.
Δεν είναι θεραπεία.
Είναι τελετή.
Γονατίζει στο αναπόφευκτο.
Δεν υπάρχει εξορκισμός
για ανθρώπους χωρίς ενοχή.
Μόνο επιτήρηση.
Τη νύχτα
ακουμπά το αυτί στο πάτωμα.
Παραληρεί.
Άρα ζει.
Αν φύγει, θα λυτρωθεί;
Αν μείνει, θα καεί.
Επιλέγει το κάψιμο.
Όχι από αγάπη.
Από αρχαία τάξη.
Κάπως έτσι
κρατιέται όρθιος
ο κόσμος.


