Στα είκοσι πέντε ποιήματα της συλλογής και στο θεατρικό μονόπρακτο Το κυνήγι της στιγμής του Δημήτρη Ζάχαρη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα (2025), ο χρόνος αναδεικνύεται σε θεμελιώδη και πολυεπίπεδη έννοια. Όπως επισημαίνει η Διώνη Δημητριάδου στον Πρόλογο (σ. 9), «ο χρόνος αποκτά ιδιαίτερες διαστάσεις. Όχι μόνον ως χρονικά διαστήματα – έτσι κι αλλιώς ανθρώπινες επινοήσεις στην προσπάθεια ορισμού του ατελεύτητου – αλλά κυρίως ως έννοια συνυφαίνεται τραγικά με τη ζωή του, θέτοντας αυτοβούλως και ερήμην του μπροστά του τα όρια και αναμένοντας τις αντιδράσεις του». Ο χρόνος παρουσιάζεται ως δύναμη που υπερβαίνει τη βούληση και τη λογική, ενσωματώνεται στη βιωματική εμπειρία και ορίζει, συχνά βίαια, τα όρια του «εγώ».
Σιωπή, μνήμη, χρόνος, πόνος και τραύμα, αγάπη, ανθρώπινες σχέσεις και ο ρόλος της ποίησης – τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό – συγκροτούν τους βασικούς θεματικούς άξονες της γραφής του Δ. Ζάχαρη. Οι θεματικές αυτές αποτυπώνονται με λόγο λιτό, άμεσο και έντονα εικονοπλαστικό, ο οποίος άλλοτε λειτουργεί δηλωτικά και άλλοτε υπαινικτικά, ενώ σε πολλά ποιήματα διακρίνεται σαφής υπερρεαλιστική διάθεση.
Ο ποιητής εστιάζει στο προσωπικό βίωμα, το οποίο μεταπλάθει σε συλλογική εμπειρία, αναδεικνύοντας την αμφίδρομη σχέση του ατομικού με το κοινωνικό. Η χρονικότητα λειτουργεί κυκλικά και άδηλα, σαν ένας μηχανισμός που επαναφέρει συνεχώς στο παρόν τα ίχνη του παρελθόντος και οργανώνεται γύρω από τις τρεις θεμελιώδεις χρονικές βαθμίδες – παρελθόν, παρόν και μέλλον – οι οποίες λειτουργούν ως φορείς ονείρων, σχεδίων, ταξιδιών αλλά και οδυνηρών θραυσμάτων μνήμης. Το ποιητικό υποκείμενο αποκαλύπτει με εξομολογητικό τόνο αυτή τη συσσώρευση μνήμης στο ποίημα «Το αποτύπωμα» (σ. 20): «Έχω ένα ξύλινο ερμάρι/υψώνεται σαν αρχοντικό/που κοιμάται όρθιο/ με θεμέλια βυθισμένα/σε αλλοτινούς καιρούς.// Το κλειδί του/-σιδερένιο και βαρύ/λες και δεν φτιάχτηκε για ανθρώπους./Μέσα του άμμος και ρετσίνι/χαρτιά θρυμματισμένα/ένας χάρτης μεθυσμένος από δάκρυα/φωτογραφίες καμένες απ’ το φως/κομμάτια από αγαπημένα πρόσωπα/που κράτησα με πόνο.[…]». Έτσι, η μνήμη γίνεται ένας «χώρος» διαρκώς ενεργός, ρευστός, ανοίκειος και ταυτόχρονα βαθιά οικείος.
Τα όνειρα για το μέλλον, ενίοτε εύθραυστα και ενίοτε απατηλά, συμπλέκονται με τον ανθρώπινο πόνο και τη σιωπή, αξιοποιώντας ο ποιητής το αντιθετικό δίπολο ουρανός – χώμα, και αντιμετωπίζουν την «αστραπή του χρόνου», όπως υποδηλώνεται στο ποίημα της σ. 30. «Σύννεφα κρατούσα στα χέρια – ταξίδια για τα όνειρά μου/φλούδες αγάπης έσπερνα/λες και θα πίστευε το χώμα στο αύριο.// Όμως το χώμα γέλαγε/γιατί ήξερε πως όλα τα ανθρώπινα/στο τέλος υποκλίνονται/στην αστραπή του χρόνου.//Μαύρισαν με τον καιρό τα σύννεφα/και ξέσπασαν σε κλάμα/ήπιε το χώμα δάκρυα/και φύτρωσαν μονάχα λάθη -/σωρός από άγρια/μικρά βλαστάρια.//Τα στερεμένα σύννεφα/ξέμειναν σε δέντρα κρεμασμένα/μαράθηκε στην τσέπη μου κι η αγάπη.// Με δίδαξε σιωπή το χώμα» (σ. 30). Η σιωπή, ως εμπειρία μάθησης και αποδοχής, καθίσταται τελικά ένα από τα σημαντικότερα μοτίβα του ποιητή.
Κεντρική θέση στην ποιητική του Ζάχαρη κατέχει και η εμπειρία του ψυχικού πόνου. Η κατάθλιψη προσωποποιείται και εισβάλλει στον χώρο και τον χρόνο του ποιητικού υποκειμένου, δημιουργώντας ένα σκηνικό θεάτρου που υπογραμμίζει τη δραματικότητα της ψυχικής φθοράς: «Στήνει σκηνή στο δωμάτιο,/σβήνει τα φώτα,/κρεμάει βαριές κουρτίνες/κι αφήνει τον χρόνο/να περπατά ξυπόλητος.// Κι εσύ,/θεατής χωρίς εισιτήριο,/βλέπεις το κενό να παίζει/τον ρόλο σου.//Άδεια μπουκάλια στο πάτωμα/ποιήματα στο τραπέζι/η σιωπή τα καταπίνει/ένας πρόλογος που δεν αρχίζει ποτέ.» (σ. 31), αποδίδοντας με οξύτητα ο ποιητής την αίσθηση αποξένωσης, απώλειας εαυτού και υποκατάστασης του βιωματικού «είναι» από το μηδέν.
Η πάλη ανάμεσα στο κενό και στη δημιουργική ανάγκη επανέρχεται στο ποίημα της σ. 39, στο οποίο η ποίηση λειτουργεί ως μια προσωρινή, εύθραυστη λύτρωση από την εσωτερική άβυσσο: «Αχ! Αυτές οι στιγμές/που νιώθω άδειος/πόσες οδύνες ξυπνάνε.// Και προσπαθώ μια ανάμνηση να βρω /να παρασύρει το μυαλό/να έχει να σκεφτεί/να υπολογίσει/να μελαγχολήσει.// Να φύγει πάντως/αυτό το κενό.// Για να πάρει σειρά το φως /στην τέταρτη διάσταση του χρόνου/να αρχίσει μέσα μου/να τρέχει ένα ποτάμι/πνιγμένο για αέρα/γεμάτο εικόνες/και μελωδίες.//Τα αφήνω όπως έρχονται/να πέφτουν στην κενή σελίδα/και τα βαφτίζω ποίημα.// Και μετά είμαι- για λίγο – /πάλι άδειος.» (σ. 39). Η ποίηση γεννιέται μέσα από το κενό, το οποίο όμως επανέρχεται, απαιτώντας εκ νέου τη γέννηση λόγου.
Η διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας και η υπαρξιακή αγωνία του δημιουργού αποτυπώνονται με ιδιαίτερη ενάργεια στο ποίημα ποιητικής «Το σπίτι του ποιητή» (σσ. 24–25). Εδώ, ο ποιητής μεταφέρει τον/την αναγνώστη/-στρια στο εσωτερικό του «εργαστηρίου» του, αποκαλύπτοντας τη σύνθετη και συχνά επώδυνη διαδικασία της παραγωγής του ποιητικού λόγου. «Ο ποιητής δεν γράφει-/σαν αρχιτέκτονας του άυλου/χτίζει με λέξεις/που νοικιάζει ή και δανείζεται.//Υψώνει τοίχους από τραύματα/παράθυρα και πόρτες από μεταφορές/θεμέλια και σιωπές/πατώματα που τρίζουν από λάθη/και στέγη από απώλεια που στάζει νοσταλγία.//[….]Μέσα σ’ αυτό το σπίτι/που δεν κοιμάται ποτέ/ζει ο ποιητήςˑ/μονάχος στη σοφίτα.//Είναι ο πυρήνας του-/ένα εύφλεκτο θαύμα/έτοιμο πάντα να καταρρεύσει.//Αλίμονο!//Σε κάθε σελίδα μυστικά περάσματα/οδηγούν σε άλλες σελίδες/σε άλλα βιβλία/σε άλλες εποχές.//Αλίμονο!//Σπίτια δεν χτίζω-/παρά μονάχα έναν λαβύρινθο υφαίνω με τα χρόνια/και μέσα του έχω εγκλωβιστεί.//Αλίμονο!//Θα ψάξει να με βρει άραγε κανείς;». Η αρχιτεκτονική αυτή μεταφορά δεν είναι απλώς αισθητική επιλογή· λειτουργεί ως αφηγηματικό σχόλιο για τον τρόπο με τον οποίο το τραύμα, η μνήμη και η απώλεια συνιστούν τον πρωτογενή δομικό ιστό της ποιητικής δημιουργίας, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα την αίσθηση του εγκλωβισμού και της μόνωσης που συνοδεύουν την ποιητική διαδικασία.
Η ποίηση του Ζάχαρη χαρακτηρίζεται, μεταξύ των άλλων, και για τον έντονο κοινωνικό προβληματισμό της και τη βαθιά ευαισθησία απέναντι στις αντιφάσεις του σύγχρονου αστικού – συχνά δυστοπικού – τρόπου ζωής. Η καθημερινή αστική εμπειρία μετατρέπεται σε αφορμή ηθικής αναστοχαστικότητας. «Παραπάτησα και έπεσα.//Ένιωσα το παγωμένο πεζοδρόμιο-/σαν παλιό παράπονο.// «Χτύπησες;»/Γύρισα και τον είδα/στην είσοδο ενός κλειστού μαγαζιού -/σπήλαιο σύγχρονης δυστοπίας.//Δυο χαρτόνια διπλό μπουφάν/σκούφος γάντια μια κουβέρτα.//Ένας σκύλος στα πόδια του/και πλαστικές σακούλες -/το Βασίλειό του.// «Θες βοήθεια;» με ρώτησε.//Θυμήθηκα/πόσο κρύο ήταν το τσιμέντο.//Άνοιξα την καρδιά μου/και του είπα: «μπες!»//Καιρός ήταν μα βρεθεί/κάποιος να τη ζεστάνει/και να ζεσταθεί.» (σ. 40), αποτυπώνοντας με οξύτητα την αθέατη πλευρά του αστικού χώρου: την περιθωριοποίηση, την απώλεια της αξιοπρέπειας, την αορατότητα των πιο ευπαθών κοινωνικών ομάδων. Ο ψυχρός, αφιλόξενος χαρακτήρας του αστικού περιβάλλοντος επανέρχεται στο ποίημα «Με τη Ναιφέλη» (σ. 42), όπου οι πόλεις παρουσιάζονται ως τόποι εξάντλησης και υπαρξιακής διάρρηξης. «[….]Παγωμένες ψυχές στα πεζοδρόμια/διαλυμένες ζωές στα αυτοκίνητα/σκόρπια όνειρα παντού.//Οι πόλεις που δεν κοιμούνται ποτέ/έχουν τους πιο σκοτεινούς δρόμους». Σε άλλο ποίημα του βιβλίου «Τα φώτα της πόλης» (σ. 47) λειτουργούν αντιστικτικά με το εσωτερικό ατομικό και συλλογικό σκοτάδι και την απώλεια της αγάπης. «Ξημερώνει.//Τα φώτα στους δρόμους σβήνουν/κι εξαφανίζονται βιαστικά/τα τέρατα της νύχτας/που δεν αντέχουν το φως -/δίνοντας ξανά ραντεβού με το σκοτάδι.//Στο πρώτο του άπλωμα/ο ήλιος προλαβαίνει να ανταλλάξει/δυο ματιές μαζί τους/ίσως κι ένα δειλό χαμόγελο ˑ/ένα καταδικασμένο φλερτ/διάρκειας λίγων μόνο λεπτών.//Έτσι όμως/πώς να αγαπήσεις/και πώς να αγαπηθείς;//Γι’ αυτό τα φώτα της πόλης/ζουν και αγαπούν μόνο στο σκοτάδι». Με τις ποιητικές αυτές αναπαραστάσεις, ο Ζάχαρης αρθρώνει μια σύγχρονη, βαθιά ανθρωποκεντρική προβληματική γύρω από τον αστικό βίο με την πόλη να εμφανίζεται ως χώρος αντιφάσεων: σκληρή αλλά και ικανή για πράξεις απρόσμενης τρυφερότητας, αδιάκοπη αλλά εσωτερικά απονεκρωμένη, φωτεινή αλλά ταυτόχρονα φτιαγμένη από σκοτάδι.
Το θεατρικό μονόπρακτο λειτουργεί όχι ως πρόσθετο κείμενο αλλά ως οργανικό τμήμα της ποιητικής συλλογής. Εντάσσεται στη θεματική της χρονικότητας και της υπαρξιακής αγωνίας και επεκτείνει την ποιητική προβληματική σε έναν χώρο δράσης και διαλόγου. Το «Κυνήγι της στιγμής» αποτελεί μεταφορά της ανθρώπινης προσπάθειας να συλλάβει το εφήμερο, να στερεώσει ό,τι κατά φύση διαφεύγει. Έτσι, το μονόπρακτο λειτουργεί ως θεατρική επιβεβαίωση του προϋπάρχοντος ποιητικού σύμπαντος.
Ο Δημήτρης Ζάχαρης οικοδομεί μια ποιητική που συνδυάζει το βιωματικό βάθος με την κοινωνική ευαισθησία, αναδεικνύοντας τον χρόνο ως κεντρικό ρυθμιστή της ανθρώπινης ύπαρξης. Με εικονοποιητική δύναμη και υπαρξιακό στοχασμό, η γραφή του εκτείνεται από την προσωπική μνήμη προς το συλλογικό τραύμα, ενώ η ποίηση αναδεικνύεται ως πράξη αντίστασης απέναντι στη φθορά και ως μέσο διατήρησης της εσωτερικής συνοχής του υποκειμένου.


