Η εξαιρετική συλλογή Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες των εκδόσεων Κοβάλτιο (2023) προτείνει μια εναλλακτική αναγνωστική προσέγγιση στη χριστουγεννιάτικη λογοτεχνία. Δίχως να επενδύει σε μια μονοδιάστατη γλυκύτητα ή σε υπερβολικά ηθικοπλαστικά σχήματα, το βιβλίο αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η γιορτή λειτουργεί ως πρίσμα για θεμελιώδη ανθρώπινα ζητήματα όπως είναι η μοναξιά και η μοναχικότητα, η λύτρωση και η συγχώρηση, η προσδοκία και η ελπίδα, ζητήματα δηλαδή που περικλείουν την καθημερινή αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Το σύντομο δοκίμιο του Τσαρλς Ντίκενς «Το νόημα των Χριστουγέννων καθώς μεγαλώνουμε», που θα υποδεχτεί “σαν πρόλογος” τον αναγνώστη και την αναγνώστρια, αποτελεί ένα τρυφερό και αφαιρετικό στοχαστικό σχόλιο για το πώς αλλάζει το νόημα των Χριστουγέννων όσο ο άνθρωπος ωριμάζει. Η παρουσία του Τσαρλς Ντίκενς προσδίδει στη συλλογή μια θεμελιακή διάσταση, αφού ο Ντίκενς είναι εκείνος που καλλιέργησε αποφασιστικά τη σύγχρονη εικόνα των Χριστουγέννων ως γιορτής αλληλεγγύης, οικογενειακής ενότητας και κοινωνικής ευαισθησίας. Η αναφορά του Ντίκενς, στο οπισθόφυλλο όπου «την ημέρα των Χριστουγέννων δεν αποκλείουμε από το τζάκι μας τίποτα και κανέναν», λειτουργεί ως άξονας της συλλογής, μια υπενθύμιση ότι η γιορτή είναι άνοιγμα προς τον έξω κόσμο, λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στη νοσταλγία της παιδικής εμπειρίας και στον ενήλικο επαναπροσδιορισμό της γιορτής.
Η συλλογή συνθέτει μια μικρή ανθολογία όπου συναντιούνται έξι διαφορετικές λογοτεχνικές φωνές από την Ιβηρική χερσόνησο και τη Βόρεια Αμερική, τη γερμανόφωνη Ευρώπη και τη Ρωσία. Παρά την ποικιλομορφία τους, όλα τα κείμενα μάς προκαλούν να αναμετρηθούμε με το ερώτημα: τι σημαίνει σήμερα η γιορτή, πέρα από την παιδική θαλπωρή και τη μυθολογία της;
Ο Αντόνιο Πέδρο ντε Αλαρκόν, στο διήγημα «Η Παραμονή του ποιητή», ξεκινά τη συλλογή με μια αφήγηση που ισορροπεί ανάμεσα στο εσωστρεφές και το ρομαντικό, που μας εισάγει σε έναν κόσμο όπου η χριστουγεννιάτικη νύχτα μετατρέπεται σε χώρο εσωτερικής εξομολόγησης. Η μετάφραση του Βασίλη Λαλιώτη, νομίζω ότι μεταφέρει την λεπτή του μελαγχολία με καθαρότητα και ζεστασιά. Η χριστουγεννιάτικη νύχτα λειτουργεί ως καταλύτης αυτογνωσίας, με μια υπόγεια μελαγχολία που ταιριάζει στην ισπανική λογοτεχνική παράδοση της ενδοσκόπησης.
Ακολουθούν δύο ιστορίες που φέρουν την ώριμη καθαρότητα της αμερικανικής γραφής: «Τα Χριστούγεννα του διαρρήκτη» της Γουίλα Κάθερ και «Μια χριστουγεννιάτικη έμπνευση» της Λ. Μ. Μοντγκόμερυ σε μετάφραση της Λαμπριάνας Οικονόμου. Η πρώτη κινείται μεταξύ χιούμορ και ηθικής ανατροπής, υπονοώντας ότι η καλοσύνη μπορεί να προκύψει από τους πιο απρόσμενους ανθρώπους· η δεύτερη αναδεικνύει, με χαρακτηριστική λογοτεχνική απλότητα, την ανάγκη για έμπρακτη στοργή στα πλαίσια μιας κοινότητας. Και στις δύο, η μετάφραση της Οικονόμου αποδίδει την καθαρή, ευθύβολη γραφή των συγγραφέων, διατηρώντας προφανώς την αμεσότητα του πρωτοτύπου, αναδεικνύοντας και το ήπιο χιούμορ σε ιστορίες που μιλούν για απροσδόκητες μεταστροφές και μικρές πράξεις καλοσύνης. Χωρίς να εξιδανικεύουν, υπογραμμίζουν ότι τα Χριστούγεννα είναι πρωτίστως μια πράξη ανθρώπινης προσέγγισης.
Η συλλογή αποκτά πιο σύνθετες αποχρώσεις με το «Χριστούγεννα στην Κοχινκίνα» του Γιόζεφ Ροτ και τα «Πενήντα μάρκα και καλά Χριστούγεννα» του Χανς Φάλαντα. Ο Ροτ παγιδεύει τον αναγνώστη σε μια ατμόσφαιρα, όπου τα Χριστούγεννα είναι περισσότερο η ανάμνηση μιας παιδικής εμπειρίας και η υποκειμενικότητα του αυτοματοποιημένου συσχετισμού της ανάμνησης με την γιορτή, παρά η ίδια η γιορτή. Ο Φάλαντα, από την άλλη, φέρνει στο προσκήνιο τη μικροαστική αγωνία της επιβίωσης και την εύθραυστη ισορροπία της αξιοπρέπειας μέσα σε οικονομική ανέχεια και μετατοπίζει την προσοχή στη σκληρή πραγματικότητα των μικροαστικών αγώνων. Η ιστορία του, καλοζυγισμένη ανάμεσα σε πίκρα και ελπίδα, φέρνει τη γιορτή στα όρια της καθημερινής ανάγκης, χωρίς περιστροφές και χωρίς εξιδανίκευση. Η μετάφραση της Αγγελικής Κορρέ διατηρεί τον λεπτό τόνο αποξένωσης που χαρακτηρίζει τον Ροτ, αναδεικνύοντας μια ιστορία όπου η μνήμη έχει μεγαλύτερη δύναμη από την παρούσα στιγμή, και ενισχύει την τραχύτητα του Φαλάντα και τον παλμό των κειμένων του μεσοπολεμικού γερμανικού χώρου.
Τελευταίο της συλλογής το ρωσικό διήγημα «Τα ιδιαίτερα Χριστούγεννα του μπάρμπα-Πανόφ» του Τολστόι, σε μετάφραση του καλού μεταφραστή Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, που αν και κινείται στη σφαίρα της παραβολής, δεν διολισθαίνει στην ηθική διδαχή. Αντίθετα, η ιδέα της συμπόνιας και της ανιδιοτελούς προσφοράς προσεγγίζεται με διαύγεια και ζεστασιά, αποδεικνύοντας την ικανότητα του Τολστόι να ακουμπά τα βαθύτερα στρώματα της ηθικής συνείδησης, όπου η ηθική δύναμη της γιορτής, βρίσκεται στις πράξεις και όχι στα σύμβολα.
Ως σύνολο, η συλλογή Χριστουγεννιάτικες ιστορίες αναδεικνύει την έννοια των Χριστουγέννων ως χώρο συναισθηματικής μνήμης, συλλογικής παράδοσης και εσωτερικής αναζήτησης. Και αυτό το τριπλό νόημα – μνήμη, κοινότητα, αυτογνωσία – είναι ακριβώς ό,τι επιχειρεί να ανασύρει και να επιδείξει μέσα από τις διαφορετικές φωνές των συγγραφέων της. Φωνές που δεν αναπαράγουν απλώς ένα νοσταλγικό παρελθόν. Αντιθέτως, δείχνουν ότι η χριστουγεννιάτικη αφήγηση μπορεί να παραμείνει ζωντανή, πολυεπίπεδη και βαθιά ανθρώπινη. Το βιβλίο προσφέρει μια πολυεπίπεδη θέαση των Χριστουγέννων. Οι καταξιωμένοι μεταφραστές, θαρρώ, μας παρέδωσαν μεταφράσεις προσεκτικές, που σέβονται την ιδιοσυγκρασία κάθε συγγραφέα, ενώ ο καλαίσθητος εκδοτικός σχεδιασμός των εκδόσεων Κοβαλτίου και το σπάνιο, πολύ ατμοσφαιρικό φωτογραφικό υλικό που συνοδεύει τα διηγήματα, προσδίδουν μια αξιοθαύμαστη μοναδικότητα στο βιβλίο.


