Από την αισθητικοποίηση του πόνου στη μαρτυρία του τραύματος (για την ποιητική συλλογή “Οι αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου” της Αθανασίας Δρακοπούλου – ISBN: 978-618-5540-31-9)
Βίκυ Κατσαρού

Η ποιητική συλλογή Οι αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου της Αθανασίας Δρακοπούλου (εκδόσεις Τύρφη, 2025) αποτελεί ένα πυκνό και μακρόπνοο ποιητικό εγχείρημα, που διεκδικεί θέση όχι μόνο στη σύγχρονη ελληνική ποίηση αλλά και στη συζήτηση γύρω από το πώς εγγράφονται σήμερα η μνήμη, το τραύμα και η ιστορία. Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν επιζητά την ευκολία, ούτε αισθητικά ούτε συναισθηματικά. Αντίθετα, επενδύει στη συσσώρευση, στην επιμονή και στη διαρκή επαναφορά μοτίβων, σαν να επιχειρεί να αναπαραστήσει όχι απλώς το περιεχόμενο της μνήμης αλλά τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας της.

Ο τίτλος θέτει εξαρχής το βασικό διακύβευμα: το «κωλόπαιδο» δεν λειτουργεί ως προκλητικό εύρημα, αλλά ως αυτοπροσδιορισμός ενός υποκειμένου που μεγάλωσε σε καθεστώς άγνοιας κινδύνου όχι επειδή ο κίνδυνος απουσίαζε, αλλά επειδή είχε κανονικοποιηθεί. Η παιδικότητα εδώ δεν ταυτίζεται με την αθωότητα, αλλά με μια πρώιμη έκθεση στη φθορά.

Θεματικά, η συλλογή αρθρώνεται γύρω από τέσσερις βασικούς άξονες: την οικογένεια (και κυρίως τη μητέρα), τον χρόνο, το σώμα και την ιστορία. Η μητέρα εμφανίζεται επανειλημμένα ως πρόσωπο-πυρήνας, όχι όμως με τη γνώριμη λυρική ή εξιδανικευμένη λειτουργία. Είναι ταυτόχρονα καταφύγιο και πηγή τραύματος, μορφή φροντίδας αλλά και σιωπής· ένας οργανισμός που φέρει τον δικό του πόνο και τον μεταβιβάζει, συχνά άθελά του. Η σχέση μητέρας–παιδιού παρουσιάζεται ως σχέση αμοιβαίας έκθεσης, όπου καμία δεν προστατεύει πραγματικά την άλλη.

Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα:

ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΟΝΕΣ

Σε φοβίζει ο θάνατος, μητέρα;
Κι εμένα απ’ την κούνια.
Σε κείνα τα κάγκελα που γράπωνα
τα πρώτα μου δάχτυλα και
του έριχνα σαλιασμένα
γελάκια.
Μα δεν μπορεί
τόσος αιώνιος μύθος
που τον τυλίγει, κάτι θα έχει

κι αυτός να μας προσφέρει.

Προς επίρρωση των παραπάνω, το ποίημα αρθρώνει μια πρώιμη, σχεδόν συγγενική σχέση με τον θάνατο, όπου ο φόβος δεν είναι επίκτητος αλλά συνυφασμένος με τη γέννηση. Η εικόνα της κούνιας και των κάγκελων μετατρέπει την παιδική ηλικία σε πρώτο όριο εγκλεισμού, ενώ η κοινή ομολογία μητέρας και παιδιού καταργεί την ιεραρχία προστασίας: καμία δεν είναι ασφαλής. Η καταληκτική αναφορά στον «αιώνιο μύθο» δεν προσφέρει παρηγοριά, αλλά μια εύθραυστη υπόσχεση νοήματος, την ύστατη άμυνα απέναντι σε μια μοναξιά που προϋπάρχει της ζωής.

Η Δρακοπούλου εξετάζει την απώλεια όχι ως συναίσθημα αλλά ως δοκιμασία ηθικής και υπαρξιακής ωριμότητας, αντιπαραθέτοντας έναν παλιό, σχεδόν τελετουργικό τρόπο κατανόησης του ορίου με έναν σύγχρονο κόσμο εμπορευματοποίησης, όπου ακόμη και το πένθος μετατρέπεται σε θέαμα.

Στο ποίημα:

ΑΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΤΗ

Ωραία τα έλεγε η Γραία
είχε εφεύρει τη γραμματική
της απώλειας.
Όπου ο Θεός βάζει τελεία
ο άνθρωπος δεν δικαιούται
ερωτηματικό.
Ωραία τα έλεγε
για όσους σέβονται τους κανόνες
γιατί απ’ το άνοιγμα εισαγωγικών
μέχρι την τελεία μεσολαβούν τόσα
θαυμαστικά ξεδιάντροπα
θαυμαστικά έτοιμα
να σε πουλήσουν
κι αυτά.
Αλλά εσύ δεν το ξέρεις
μιας και στον κόσμο
της προσφοράς
και της ζήτησης
είσαι πάντα

το πολύ πέντε ετών.

η γραμματική μετατρέπεται σε ηθικό σύστημα. Η συλλογή επανέρχεται εμμονικά σε υποκείμενα που παραμένουν «παιδιά» όχι από αθωότητα αλλά από ανικανότητα να αντέξουν το τετελεσμένο, αποκαλύπτοντας πώς η γλώσσα, ο έρωτας, η μνήμη και το σώμα αλλοιώνονται όταν εντάσσονται στη λογική της αγοράς. Έτσι, συγκροτείται μια αυστηρή, μη παρηγορητική ποιητική πρόταση, όπου η ευθύνη απέναντι στην απώλεια καθίσταται το κεντρικό μέτρο της ανθρώπινης στάσης.

Ο χρόνος στη συλλογή δεν λειτουργεί γραμμικά. Το παρελθόν εισβάλλει διαρκώς στο παρόν όχι ως αφήγηση, αλλά ως υλικό κατάλοιπο: ως οσμή, ως αντικείμενο, ως σωματική αίσθηση. Ρούχα, κουζίνες, λεωφορεία, σκουπίδια, αυλές λειτουργούν ως φορείς μνήμης. Η ποιήτρια επιδεικνύει ιδιαίτερη δεξιοτεχνία στη μετατροπή του καθημερινού σε αρχειακό υλικό ύπαρξης: τίποτα δεν είναι ουδέτερο· όλα έχουν περάσει από ανθρώπινα χέρια, έχουν φθαρεί, έχουν χρησιμοποιηθεί, έχουν εγκαταλειφθεί.

Κεντρική θέση κατέχει το σώμα, όχι ως σύμβολο αλλά ως πεδίο εγγραφής. Πονά, αιμορραγεί, κουβαλά ουλές, γερνά. Η γλώσσα της Δρακοπούλου είναι έντονα σωματική και συχνά ωμή, χωρίς να γίνεται επιδεικτική. Η βία δεν εξωραΐζεται ούτε θεαματοποιείται· παρουσιάζεται ως σχεδόν καθημερινή συνθήκη, ενσωματωμένη στη ζωή, όπως η εργασία, η φτώχεια ή η οικογενειακή ρουτίνα. Ο αναγνώστης δεν καλείται να συγκινηθεί εύκολα, αλλά να αντέξει.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο η συλλογή συνομιλεί με την ποιητική παράδοση, και ειδικότερα με τον Καρυωτάκη. Η Δρακοπούλου δεν τον επικαλείται τιμητικά, αλλά του απαντά, αποδεικνύοντας το άχρονο της ποίησης και τον διάλογο ζώντων και τεθνεώτων ποιητών:

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΚΕΙΜΗΛΙΑ

Ήταν λάθος σας, κύριε Καρυωτάκη
η μοιραία έλλειψη κατανόησης.
Η γυναίκα που αγαπήθηκε
δεν θα γεράσει ποτέ
ούτε θα πεθάνει.
Θα ζει συνεχόμενα Χριστούγεννα
μέσα σε δυο καπάκια κονιάκ, που
τρυφερά διασχίζουν τη ζύμη
ή σε μια σειρά από μικρές
πέρλες, που βγαίνουν
από ένα ασήμαντο χρυσό κουτί
σχεδόν κοιμισμένες
σε ροζ βαμβάκι.
Η γυναίκα που αγαπήθηκε
θα νιώθει τα μικρά τρυφερά
φιλιά στον λαιμό κι ένα ελαφρύ
δάγκωμα στον λοβό του αφτιού
μέσα σε μια διασκευή του
A love so fine My

Valentine.

Μα εσείς, αιώνιος Νηπενθής
θα γράφετε ποιήματα της απώλειας
και ποιήματα της φθοράς μαζί
με τη μοναξιά της βροχής.
Ενώ εκείνη, στα πίσω
καθίσματα ενός αυτοκινήτου
στο πάτωμα ενός μπεζ ωρομίσθιου δωματίου
θα γεύεται την ιστορία της φθοράς
πριν την ανεπαίσθητη φθορά της
με μια σειρά από μικρές πέρλες
που πνίγονται στον λαιμό της
κι ένα ζευγάρι γόβες
που ταξιδεύουν απ’ το Μιλάνο
κι έναν εισβολέα αντίχειρα
που λατρεύει να ματώνει.
Η γυναίκα που αγαπήθηκε
οι γυναίκες που αγαπήθηκαν
πριν και μετά απ’ τη μάνα
αγαπήθηκαν παράφορα ως

κτηνώδεις ερωμένες.

Εδώ η ποιήτρια ανατρέπει την παραδοσιακή ποιητική της απώλειας: η γυναίκα που αγαπήθηκε δεν ανήκει στη φθορά, αλλά στη διαρκή ενσάρκωση της μνήμης. Τα «οικογενειακά κειμήλια» -κονιάκ, πέρλες, μουσική- λειτουργούν ως μικρές τελετουργίες αθανασίας, όπου ο έρωτας διασώζει το σώμα όχι ως ιδέα, αλλά ως αισθητηριακή εμπειρία. Η επίπληξη προς τον Καρυωτάκη δεν είναι ύβρις, αλλά διορθωτική χειρονομία.

Παράλληλα, τα ποιήματα αυτά φωτίζουν μια έμφυλη ασυμμετρία βαθιά εγγεγραμμένη στη λογοτεχνική παράδοση: οι άντρες ποιητές, ιστορικά προνομιούχοι ως υποκείμενα λόγου, συχνά αισθητικοποιούν τον πόνο, τον μετατρέπουν σε αντικείμενο στοχασμού και μορφικής επεξεργασίας, διατηρώντας απόσταση από το ίδιο το τραύμα. Αντίθετα, πολλές γυναίκες ποιήτριες γράφουν από θέση σωματικής και βιωματικής έκθεσης, όπου ο πόνος δεν εξιδανικεύεται αλλά εγγράφεται στο σώμα, στη μνήμη και στη γλώσσα ως κάτι που συμβαίνει και συνεχίζει να συμβαίνει. Δεν πρόκειται για ηθική ανωτερότητα, αλλά για διαφορετική ιστορική εμπειρία: άλλος γράφει για την πληγή και άλλος γράφει από μέσα της.

Σε επίπεδο γλώσσας, η Δρακοπούλου κινείται με άνεση ανάμεσα στον λυρισμό και την πεζολογική καταγραφή. Οι στίχοι της συχνά εκτείνονται, σωρεύουν εικόνες, επιμένουν – μια πληθωρικότητα συνειδητή, άρρηκτα δεμένη με το θεματικό βάρος του βιβλίου. Η δομή της συλλογής είναι εκτενής και απαιτητική· δεν προσφέρεται για αποσπασματική ή γρήγορη ανάγνωση. Το νόημα προκύπτει σωρευτικά, μέσα από επαναλήψεις και επιστροφές. Ο αναγνώστης καλείται να παραμείνει, γνωρίζοντας ότι δεν θα υπάρξει κάθαρση με την κλασική έννοια.

Αισθητικά και ηθικά, Οι αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου εντάσσεται σε μια γραμμή σύγχρονης ποίησης που απορρίπτει τον εξωραϊσμό και την εύκολη συγκίνηση. Η ποίηση εδώ δεν λειτουργεί ως παρηγοριά, αλλά ως πράξη ευθύνης απέναντι στη μνήμη, απέναντι στους νεκρούς, απέναντι στο παιδί που υπήρξε το ποιητικό υποκείμενο. Το βιβλίο δεν υπόσχεται λύσεις ούτε συμφιλίωση· προτείνει, όμως, έναν τρόπο να κοιτάξουμε κατάματα ό,τι συνήθως αποσιωπάται.

 

Περισσοτερα αρθρα