“Αμοντάριστα πλάνα” της Φροσούλας Κολοσιάτου

ημερομηνια

Ο ήλιος είναι πάντα χαρούμενος και ας έχει η ανθρωπότητα ξύπνημα λυπημένο…

Στη συλλογή της Φροσούλας Κολοσιάτου Αμοντάριστα Πλάνα, η εξαιρετική φωτογραφία του εξώφυλλου, έργο του Ιάσονα Στούμπου, με τους μικροσκοπικούς ανθρώπους της να περπατούν κάτω από τη βροχή σε μια πλατεία, κρατώντας ομπρέλες, τραβηγμένη από ψηλά, αφήνει μια υπερρεαλιστική αίσθηση και προλογίζει εύστοχα τη συλλογή προσφέροντάς μας το πρώτο της πλάνο. Φανερώνει την πρόθεση της ποιήτριας να μιλήσει για την κακοκαιρία που έχει ξεσπάσει στην εποχή μας και έχει οδηγήσει σε χαμηλό υψόμετρο τα όνειρα των ανθρώπων. Yιοθετεί μια υπερρεαλιστική οπτική που επικεντρώνεται, όχι τόσο στα ίδια τα γεγονότα, αλλά στην αίσθηση που αυτά αφήνουν πίσω τους. Η συλλογή περιέχει 44 ποιήματα και χωρίζεται σε δύο ενότητες, το Χαμηλό υψόμετρο και την Προσωπική γεωγραφία.

Κατάπληκτος ο κόσμος λικνίζεται και γέρνει/ Μπροστά ερωτευμένος χρόνος/ Ένα μοτίβο άνοιξη/ Η νευρική μέλισσα δεν είναι προτεραιότητα/ Μια σκιά φάνηκε πίσω από τα δάκρυα/ Όπως τη νύχτα των κρυστάλλων έκλαιγε η Ελένη

Με το σώμα του αέρα να γέρνει/Η αληθινή αιτία να πεθάνεις/ Με αναρίθμητες αφορμές/ Μοιάζει να είναι/ Ένα ρήγμα που βαθαίνει/ Ένας αόρατος μαγνήτης/ Μας τραβάει όλους προς τα κάτω/

Δεν χρειαζόμαστε αποδείξεις/ Ότι ζήσαμε/ Να αποκρυπτογραφήσουμε τη Μυστική γλώσσα των θαυμάτων/Το πιο πολύτιμο/ Απόλυτα εύθραυστο («Μαγνήτης»)

 Η ποιήτρια αφουγκράζεται τις λέξεις της σε ώρες ανύποπτες, καθώς κυλάει ο χρόνος και έρχονται και φεύγουν οι μέρες πάνω από μια ανθρωπότητα που είναι κυριευμένη από το φόβο μιας διεφθαρμένης ασθένειας. Ο περιορισμός της ελευθερίας των ανθρώπων που επιβάλλει η πανδημία φέρνει στη μνήμη της άλλες σκοτεινές εποχές, τότε που κυριαρχούσαν αβυσσαλέες προθέσεις. Ανησυχεί μήπως επανέλθουν με άλλη μορφή τέτοιες εποχές, μήπως ο πρόσκαιρος εγκλεισμός και η απομόνωση των ανθρώπων, με διάφορες αφορμές, γίνει συνήθεια ζωής. Η ποίησή της ανοίγει μυστικά περάσματα στο χρόνο για να θυμίσει σκοτεινά γεγονότα της ιστορίας. Μας παροτρύνει να μην ξεχνάμε.

…Η πόλη φάντασμα/  Σαν αδυναμία κοιμάται μέρα νύχτα/ Με τα δάκρυα του χρόνου/ Μια κρίσιμη βροχή θεριεύει στο σκοτάδι/ Βαρβαρότητα με πυρετό και βήχα/ Βάζει τριγμούς στην εργασία/ Η συναναστροφή στον αναπνευστήρα/ Ευθανασία στην ελευθερία/ Η καχυποψία φοράει μάσκα/ Ολόκληροι λαοί/ Ένα μοναχικό πλήθος πίσω από οθόνες/ Μπροστά η αγωνία και ο φόβος/ Έρχονται από τον θάνατο βουές/ Η ζωή σε παύση…  

Η ποίησή της λειτουργεί όπως η μνήμη, ξεχνά τη γραμμικότητα του χρόνου, αναδύεται ξαφνικά από μια εικόνα, φαινομενικά ασήμαντη, π.χ. λίγη ψίχα  ψωμιού στο τραπέζι μεγεθύνεται για να εκφράσει το βαθύτερο νόημα της πραγματικότητας που μας περιβάλλει:

…Από την ψίχα του ψωμιού/ Θα πλάσω/ Την ερημιά του ύστερου ανθρώπου/ Θα γεμίσω/ τις εγκοπές της βροχής και του σύννεφου/ Δίσταζαν τόσο καιρό/ Καθώς την αλήθεια έκρυβαν/ Ξαφνικά από νεότητα πάλιωσαν/ Όπως τα αισθήματα και τα ουράνια ψέματα/

Η αλήθεια είναι σαν το νερό/ Βρίσκει ρωγμές/ και αναδύεται

Πλανήτης με όλα τα βασίλεια/ Εκφράζει ο χρόνος την ανάγκη του

Οι υπερρεαλιστικές εικόνες της μιλούν για όσα ανυπεράσπιστα, τρωτά και ευάλωτα χάνονται μες στη σιωπή και δεν ξαναγεννιούνται πια· τα σπάνια ζώα και τα φυτά, τα καμένα δάση, θαρρείς και η σταδιακή ερήμωση της φύσης αντανακλά την ερημιά της ψυχής του σύγχρονου ανθρώπου.

Ανάμεσα στα καμένα δέντρα/ Τοπίο χαμένο στη φθορά/ Στον θάνατο/ Τοπίο άπιαστο σαν μελέτη πόνου/ Μορφές σκυφτές/ Δεν κατοικούνται από όνειρα/ Είναι οι απεγνωσμένοι/ Έχασαν το πρόσωπό τους/ Πώς να θυμούνται άραγε οι άνθρωποι/ Ένα στιγμιότυπο φωτεινό…

Το κάρβουνο ντύνει τώρα το φως και τη ζωή/ Μένει ο τόπος τσαλακωμένος/ Κάποια μέρα κάποιοι δεν γύρισαν/ Μαζί και το δάσος

και

…Ερήμωση/ Έχασε το νόημα το σήμερα/ Οι υλικές ανάγκες τόσο εφήμερες/ Η θνητότητα σε απόλυτους αριθμούς/ Μεγαλώνει μέσα στη ζέστη/ Κάποτε θα γεννιούνται παιδιά με άσπρα μαλλιά…

Η ποίηση της Φ. Κ., πάντα επίκαιρη, γίνεται ένα ποιητικό δελτίο ειδήσεων που δίνει φωνή σε όσους και όσα δεν μπορούν να μιλήσουν· μεταγγίζει τον πόνο από εκατομμύρια ψυχές που νιώθουν απόκληρες σε αυτόν τον κόσμο. Μιλάει για την ξενοφοβία και το ρατσισμό που αντιμετωπίζουν οι πρόσφυγες και οι μετανάστες στις χώρες της Δύσης, τη βία της αστυνομίας και τα ανθρώπινα δικαιώματα που καταπατούνται, ιδίως σε χώρες με δικτατορικά καθεστώτα, τη φτώχεια που υπάρχει στον κόσμο, τη βαθιά κρίση του Δυτικού πολιτισμού. Η ποίησή της υπερασπίζεται τις αξίες εκείνες που οδηγούν σε ένα δίκαιο κόσμο· αντιτάσσει την ευγένεια, την καλοσύνη και την αλληλεγγύη, μεταξύ των ανθρώπων, ενάντια στις ανισότητες και το διχασμό, τη βαρβαρότητα της εποχής.

Αφιερώνει το ποίημα της «I cant breathe» στον 46χρονο Αφροαμερικανό Τζορτζ Φλόιντ που δολοφονήθηκε άδικα, χωρίς να έχει κάνει το ελάχιστο παράπτωμα, από λευκό αστυνομικό στην Μινεάπολη των Η.Π.Α. Οι εικόνες της δολοφονίας του, με τον αστυνομικό να τον πνίγει, έχοντας βάλει τη μπότα του στο λαιμό του, έκαναν το γύρο του κόσμου:

Υπάρχει μια ράτσα λιώνει ανθρώπους/ Γοργά και θανάσιμα/ Μπαίνει στα τρομαγμένα νομοταγή κοπάδια/ Και ξεχωρίζει/ Κάνει κατάσχεση το όνομα/ Το όνειρο/ Ξεκάνει τις καρδιές μας…

Σβήνει η ανάσα του Τζορτζ Φλόιντ/ Κάτω από την μπότα του φασίστα/ Καθώς το διαλυμένο σώμα είναι στην άσφαλτο/ Σαν κάποιος να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του διπλανού σπιτιού/ Η σιωπή χτυπάει τα τύμπανα/ Φωνάζει:/ «Τι φταίμε άλλωστε εμείς/ Αν αυτοί είναι αναρχικοί πρόσφυγες/ Μετανάστες αλλόθρησκοι/ Ομοφυλόφιλοι ή/ Μαύροι;»…

Ένα ποίημα, παρηγορητικό σαν νανούρισμα αφιερώνει και στην 28χρονη Χελίν Μπολέκ, τραγουδίστρια του συγκροτήματος Grup Yorum που πέθανε μετά από 288 μέρες απεργίας πείνας, στην Κωνσταντινούπολη, διαμαρτυρόμενη για την ελευθερία της έκφρασης που τόσο ανελέητα πλήττεται στη χώρα της. Δείχνει ότι δεν σβήνει η φωνή αυτών που θέλουν να μιλήσουν:

Χαρίζει ευγενή μέταλλα με τη φωνή της/ Να ισορροπήσουν μέρες αβεβαιότητας/ Χωρίς συμβάντα/ Έτσι ακούστηκε μια μελωδία/ Γέμισε τη χώρα/ Πανικό τη νύχτα φέρνουν τυφλές πεποιθήσεις…

Γράφει για τον άστεγο που κοιμάται στο δρόμο και οι άνθρωποι προσπερνούν χωρίς να βλέπουν, ίσως γιατί στη θέα του διακρίνουν την απειλή μιας δυστυχίας που φοβούνται και απεύχονται:

Μια κολασμένη αθέατη πλευρά κάθε μέρα στο ίδιο μέρος/ Έξω από την πούλια νυχτώνει αργά/ Ένας άστεγος στο δρόμο κοιμάται/ Σε μια γωνιά/ Δεν την πιάνει ο αέρας…

Είναι το φάντασμα/ η άλλη όψη των πραγμάτων…

Νιώθει βαθιά αλληλεγγύη για τους πρόσφυγες, τους μετανάστες, γνωρίζει την πίκρα των ανθρώπων που έχουν ξεριζωθεί από τον τόπο τους και αναζητούν καταφύγιο σε ξένα μέρη:

…Ήρθαν με το νερό/ Άραξαν στη στεριά/ Εδώ θα μείνουν/ Μακριά από τον τόπο τους/ Κάτω από έναν γκρεμισμένο ουρανό/ Περιμένουν τα πουλιά να περάσουν/ Χάνονται στον ορίζοντα της αποδημίας/ Ξεχνούν τα μάτια τους…

Στην Προσωπική γεωγραφία, το δεύτερο μέρος της συλλογής, η ποιήτρια μας δεξιώνεται στα μονοπάτια της σκέψης της και μοιράζεται μαζί μας ακριβές στιγμές της ζωής της. Η ποίησή της ξεχειλίζει από ένα περίσσευμα αγάπης. Θυμίζει εκείνο το κομμάτι της ψυχής μας που διαφυλάσσει τις αξίες και τα ιδανικά μας, την ανθρωπινότητά μας και πρέπει να παραμείνει ακέραιο, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις:

Tαΐζει τον γάτο/ Mπήκαμε στο καθιστικό των συναισθημάτων

…Ίχνη χαράς στο τρίχωμα/ με τη θαυματουργή του όσφρηση/ Κλαψουρίζει σαν βροχή μες στην αγάπη/ Ξέρει πολλά

…Τι ωραία να πίνουμε τσάι μαζί με τον Βίκτωρα/ Κάθε απόγευμα/ Βόρεια του μεσημεριού/ Εκεί που ξετυλίγεται/ η νεότητα του χρόνου/ Και η άλλη πλευρά του εαυτού μας/ Έξω/ Από όσα κρύβει μέσα της/ Η μέρα…

Οι αναμνήσεις της πλημμυρίζουν τα ποιήματά της και αναδίδουν το άρωμα της αγάπης. Το πατρικό σπίτι, οι παλιές φωτογραφίες που την ταξιδεύουν στο τούνελ του χρόνου, το παιδικό δωμάτιο, η αυλή με τις τριανταφυλλιές, οι φιγούρες του πατέρα και της μητέρας, γίνονται ποίηση. Θυμάται με νοσταλγία τις συνήθειες μιας ζωής περασμένης που χάθηκε και έγινε πια μέρος του προσωπικού της μύθου, συνδέει την προσωπική της με τη συλλογική απώλεια:

…Πρώτα ο μύθος του Νοέμβρη/ Καθώς οι μέρες του αυτές/ Με τις οικογενειακές συναθροίσεις/ Δεν θα ξανάρθουν/

Κανένας δεν είναι πλάι στον άλλο/ Και ο πατέρας έφυγε/ Άνθισε όμως ο κήπος γέμισε κόκκινο/ Αγαπημένο και απαγορευμένο/ Όπως ο Πενταδάκτυλος

Η ποιήτρια μας ξεναγεί στα τοπία της ιδιαιτέρας της πατρίδας της Κύπρου και σε κομμάτια της ιστορίας της. Μνημονεύει τα Φυλακισμένα Μνήματα, μνημείο που φιλοξενεί ένα τραγικό κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας του νησιού της:

 Τόση ομορφιά/ Σκαμμένη στην επιφάνεια της ιστορίας/ Σε ένα σιωπητήριο πουλιών/ Μια βροχή έφερε δάκρυα/ Και την έγνοια του θανάτου/ Αγχόνες και νεκρά παλληκάρια/ Να σας κρατήσω/ Όπως το χάδι/ Αβάστακτο/ Στην απουσία που κρύβεται τόση θυσία/

Να επισκεφθείς τα Φυλακισμένα Μνήματα  

Η ποιήτρια μιλάει υπαινικτικά και με ευγένεια ψυχής για τα οδυνηρά αγκάθια της μνήμης, για τα διεθνή συμφέροντα και τις πολιτικές καταστάσεις εκείνες που οδηγούν τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, για τις χαμένες πατρίδες. Εφοδιάζει την ποίησή της με μνήμες που κάποιοι επιθυμούν να κλείσουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας και ρίχνουν φως στη σημερινή πραγματικότητα.

Αφιερώνει τα ποιήματά της σε ανθρώπους που υψώνουν τη φωνή τους και παλεύουν για ένα καλύτερο κόσμο και σε εκείνους που πλήρωσαν σκληρά, το χρώμα και την καταγωγή τους… Ο πόνος είναι διάχυτος και απροσδιόριστος, όπως και η νοσταλγία, αλλά έρχεται πάντα να τον παρηγορήσει η άνοιξη, σαν ένα αισιόδοξο μήνυμα, σαν μια νέα αρχή, θυμίζοντας πως ο κόσμος θα μπορούσε να ήταν ένας επίγειος παράδεισος.

Σε μια κλειστοφοβική εποχή που μοιάζει βυθισμένη σε έναν ατέρμονο χειμώνα, η Φροσούλα Κολοσιάτου εμμένει στην εποχή της άνοιξης και στους συμβολισμούς της που φέρνουν την ανανέωση της γης και πυροδοτούν το όνειρο στην ψυχή των ανθρώπων. Εικόνες της φύσης, ο άνεμος, η θάλασσα, τα δάση εγγράφονται σιωπηλά στην ποίησή της και η παρουσία τους δημιουργεί ένα πλέγμα αντίστασης στη ζοφερή πραγματικότητα  της εποχής μας. Οι λέξεις της ίπτανται ανάλαφρες σαν τα πουλιά, φωτογραφίζουν τον κόσμο στην καθολικότητά του, αφήνουν ένα μήνυμα ελπίδας, μιλούν για όσα είναι πολύτιμα, για όσα αξίζει να αγωνιστεί ο άνθρωπος:


…Όταν έχεις μεγαλώσει στο νησί
Ο κόμπος του ονείρου
Έχει τη δυνατότητα πολύμορφης πανίδας
Καρπός διάφανος
Ένα φως δυνατό
Μέσα από τα χαλάσματα
Φως περίεργο
Όπως το σώμα του αλόγου
Το βλέμμα του σκαλίζει την ψυχή μας
Σε μια αδιόρατη εμμονή αγάπης

Κατερίνα Τσιτσεκλή

 

Περισσοτερα αρθρα