“Αγώγιμο υλικό” του Χρήστου Τασιόπουλου
Κατερίνα Τσιτσεκλή

Το παλιό και το καινούργιο αναμειγνύονται στην ποίηση του Χρήστου Τασιόπουλου, όπως η σκέψη που διαμορφώνεται και αλλάζει σταδιακά από την εμπειρία και ολοένα διευρύνεται όσο γνωρίζει περισσότερο τον κόσμο, όπως το άνθος που γίνεται καρπός και ο καρπός της σκέψης εδώ είναι η ποίηση.

Αγώγιμο υλικό (εκδόσεις Διάνοια, 2025, ISBN: 978-618-239-090-0) είναι ο τίτλος τη πρώτης συλλογής του ποιητή ο οποίος έχει σπουδάσει μηχανικός βιοϊατρικής τεχνολογίας με διδακτορικές σπουδές στη βιομηχανική και βιοτεχνολογία. Αγώγιμο υλικό είναι κάθε υλικό που αφήνει τα ηλεκτρικά φορτία να περνούν ελεύθερα από μέσα του και ποιο είναι το πιο αγώγιμο υλικό για την ψυχή, αν όχι η συγκίνηση που αφήνει στην καρδιά του αναγνώστη η ποίηση.

Ο ποιητής, ο οποίος ζει και εργάζεται τα δέκα τελευταία χρόνια στη Στοκχόλμη μιλάει για τα ανάμεικτα συναισθήματα που άφησε στην ψυχή του η μετανάστευση σε ένα ξένο τόπο και για τη σταδιακή προσαρμογή του στο νέο περιβάλλον. Οι στίχοι του είναι το απόσταγμα αυτής της εμπειρίας που δημιούργησε στην καρδιά του μια ροή αντιφατικών συναισθημάτων. Συχνά οι νέοι που εργάζονται στο εξωτερικό δεν αποχωρούν από επιλογή, αλλά αναγκάζονται να αναζητήσουν καλύτερες προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης σε άλλες χώρες επειδή η χώρα μας δεν διαθέτει αρκετές θέσεις για επιστήμονες υψηλής εξειδίκευσης.

Η ποίησή του κρύβει ουσιαστικά μέσα της μια ιστορία μετανάστευσης, αλλά και την αναζήτηση μιας νέας, διευρυμένης, ταυτότητας που διαμορφώνεται σιγά – σιγά στην πορεία, από το νέο περιβάλλον και τις εμπειρίες που του προσφέρει η διαμονή του στο εξωτερικό.

Ο ποιητής γίνεται ο κοσμικός ταξιδιώτης που ζητάει φιλοξενία και αποδοχή, στην ξένη γη, λίγη θαλπωρή, ένα φίλο να μοιραστεί τον πόνο του και τον κρυφό καημό του, στο ομώνυμο ποίημα. Η ποίησή του  αποκαλύπτει τι κρύβεται στα μύχια της ψυχής του ανθρώπου που μεταναστεύει, τους αρχικούς φόβους, την αγωνία, τις προσδοκίες για φιλοξενία και αποδοχή, αλλά και τις φιλίες που αναπτύσσονται με τους ανθρώπους που συναντά για λίγο στο δρόμο του. Αναφέρεται στο κοινό συναίσθημα που ενώνει όλους τους ανθρώπους που αναγκάζονται να φύγουν από την πατρίδα για να βρουν καλύτερη ζωή σε άλλα μέρη του κόσμου:

Ο ξένος ψάχνει για μια γη, στάση να κάνει… λίγη θαλπωρή… / της ιστορίας το κουβάρι του σα ξεμπλεχτεί, / που ’χει απ΄τα χρόνια κόμπια κι έγινε τραχύ, / χείμαρρος π’ αδειάζει σε λίμνη μ’ ορμή.

«Έλα σιμά, κάτσε!»

Κυδώνι, μέλι και ψωμί έχω να σε φιλέψω. / Η πείνα μου ανήμερο θεριό κι η προσμονή μεγάλη / μερόνυχτα μοχθώ τα δυο τους πώς να θρέψω.

Και πιες με χούφτες το νερό, τη δίψα μου να σβήσεις / του δρόμου σου τους στεναγμούς, αν θες, /  μπορείς για μια στιγμή, / στους ώμους μου ν’ αφήσεις.

Κι εκεί, απάνω στην πνοή και στης ρωγμής το χρόνο, / οι δυο ψυχές που γίναν μια, η καθεμιά στη μοιρασιά, / από έναν κρυφό καημό και πόνο

Ο ποιητής φιλεύει τον ξένο με τα προϊόντα της ελληνικής γης που κουβαλάει στο σακίδιό του, κυδώνι, μέλι και ψωμί, θυμίζει την περίφημη ελληνική φιλοξενία που φημιζόταν από την αρχαιότητα και είχε σαν σύμβολό της τον Ξένιο Δία.

Στο ποίημα «Το αέναο κύμα» εμφανίζεται και η σταδιακή προσαρμογή στο νέο τόπο που τον υποδέχθηκε σαν δεύτερη πατρίδα, που αν και είναι όμορφος, και η αύρα του γλυκιά, δεν μπορεί να συγκριθεί με την αύρα της θάλασσας και την ομορφιά της πατρίδας.

Της ξενιτιάς οι δρόμοι, / θάλασσα τρικυμισμένη. / Του χρόνου το μεταίχμιο κανείς δε γλίτωσε, / όλοι του κόσμου οι ξορκισμένοι.

Ο τόπος που σε δέχτηκε, / νερό πολύ γεμάτος. / Ας ειν’ η αύρα του γλυκιά, / δεν έχει δράμι αρμύρα / και πώς θα ζήσω δίχως σε, ω της θαλάσσης κράτος!

Έγειρα ν’ αποκοιμηθώ / και τ’ αφρισμένα σου νερά / πάλι στον ύπνο μου είδα. / Στεντόρεια φωνή με ξύπνησε: /  «Μην κλαις, μην απελπίζεσαι / κι ολούθε είναι πατρίδα»…

Το ποίημα αναφέρεται στο μεγάλο κύμα αποχώρησης που έσπρωξε εκείνον και τόσους άλλους νέους επιστήμονες  στο εξωτερικό την εποχή της οικονομικής κρίσης. Θυμίζει όμως στο τέλος και την παρήγορη, αρχαίας προέλευσης, φράση « Όπου γης και πατρίς», μιας και τις ρίζες του τις κουβαλάει κανείς μέσα του.

Με τον ίδιο τρόπο οι μνήμες της πολιτισμικής μας ταυτότητας ριζώνουν αόρατα στην ποίησή του και δημιουργούν τον κορμό της με όχημα τη γλώσσα που διατηρεί κάποιους προφορικούς ιδιωματισμούς από το παρελθόν, αλλά και την ομοιοκαταληξία, χαρίζοντάς της μια ιδιάζουσα πρωτοτυπία, αφού παραπέμπει στη γλώσσα των ποιητών που έγραψαν στις αρχές του 20ου αιώνα, όπως ο Σολωμός, ο Παλαμάς, ο Δροσίνης, ο Πολέμης, ο Κάλβος… Τότε υπήρξαν και τα πρώτα μεγάλα μεταναστευτικά κύματα ελλήνων εργατών, χαμηλής ειδίκευσης, κυρίως προς τις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Αυστραλία, οι οποίοι δημιούργησαν σφιχτοδεμένες κοινότητες που διατηρούν ακόμα ισχυρούς δεσμούς με την πατρίδα, σε συνθήκες τόσο διαφορετικές από τις σημερινές. Στην εποχή μας με τη χρήση του διαδικτύου η επικοινωνία είναι πλέον καθημερινή και την ίδια στιγμή που συμβαίνουν τα νέα μαθαίνονται, ωστόσο οι σύγχρονες κοινότητες δεν φαίνεται να είναι τόσο δεμένες.

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έγραψε κάποτε ο Σεφέρης. Η φράση αυτή βρίσκει δυστυχώς πάλι τον απόηχό της στο τραγικό δυστύχημα των Τεμπών που συγκλόνισε την παγκόσμια κοινή γνώμη και φανέρωσε για άλλη μια φορά την ανεπάρκεια, την ολιγωρία, αλλά και τη διαφθορά που υπάρχει μέσα στους κόλπους του πολιτικού μας συστήματος. Ο ποιητής αφιερώνει ένα  συγκινητικό ποίημα στη μάνα των Τεμπών που συνδιαλέγεται με το ποίημα  που έγραψε ο Σολωμός για την καταστροφή των Ψαρών ως προς το σπαραγμό της εικόνας. Και εδώ, όπως και στο ποίημα του Σολωμού, μια γυναίκα τριγυρνά στα ερείπια, κρατώντας ένα δαδί αναμμένο ψάχνοντας να βρει τα σκοτωμένα παιδιά της, μόνο που το συναίσθημα που προκαλεί εδώ η εικόνα είναι θλίψη και ντροπή. Η φωνή της σκίζει  τα σκοτάδια, γίνεται η φωνή της δικαιοσύνης, μιλάει στις καρδιές όλου του κόσμου.

Το ποίημα «Ο πυρσός του Προμηθέα», αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο Καβάφη, διαφέρει από τα άλλα γιατί είναι γραμμένο σε ελεύθερο στίχο και έχει ύφος συμβουλευτικό. Αναφέρεται στο μύθο του Προμηθέα που θεωρείται ως εμπνευστής των ανθρώπινων τεχνών και επιστημών και σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία έκλεψε τη φωτιά και την έδωσε στον άνθρωπο για να δημιουργήσει πολιτισμό, αψηφώντας τους θεούς. Ο ποιητής απευθύνεται στους νέους θυμίζοντάς τους το χρέος που έχουν να κρατούν τη φλόγα του πνεύματος αναμμένη στην καρδιά τους και τους καλεί να αντισταθούν στην κυρίαρχη τάση της εποχής όπου όλα εξαγοράζονται.

Εν συνεχεία, η ποίησή του παίρνει μια σατιρική στροφή για να σχολιάσει τα κακώς κείμενα της ελληνικής πραγματικότητας όπου ακόμα και η δικαιοσύνη φαίνεται να είναι τυφλή, θυμίζοντας αχνά τον μεγάλο σατιρικό μας ποιητή Γεώργιο Σουρή:

Μπορεί και να ’σουν η πανόπτης,
μα πλέον είσαι η τυφλή
αλλού τα ζύγια δίνεις

κι αλλού μπήγεις το σπαθί.

«Η τύφλωση»

Στο ποίημα «Η ντροπή» κάνει λογοπαίγνιο μεταξύ των τριακοσίων ανδρών του Λεωνίδα που έπεσαν μαχόμενοι στη μάχη των Θερμοπυλών μετά από την προδοσία του Εφιάλτη και των τριακοσίων βουλευτών του ελληνικού κοινοβουλίου:

Τριακόσιοι ήταν αρκετοί

στο πέρασμα, να ειπωθεί ανδρεία

κι ενός τυχαίου διώκτη η ντροπή

να συνδεθεί αιώνια η προδοσία.

 Σε μία διαστροφή του λόγου,
μακριά, σ’ αιώνων την πορεία,
τριακόσιοι περαστικοί, ξεδιάντροπα,

ως άλλοι Εφιάλτες γράφουν ιστορία.

 Υπάρχουν στιγμές που από το μυαλό περνά σαν αστραπή μια σκέψη που ματώνει και αν τότε στάξει στο χαρτί γίνεται ποίηση, προτού περάσει η συγκίνηση και η στιγμή τελειώσει, γράφει ο ποιητής για την έμπνευση, στο ποίημα «Η στιγμή».

Η νοσταλγία για την πατρίδα ολοένα επανέρχεται στη σκέψη του και τον στοιχειώνει, όπως και η πικρία της ξενιτιάς:

Αχ, συ, στοιχειό

που τον αδάμαστό σου αχό,
νοσταλγικά, τ’ όστρακο βουίζει
και στης καππάρεως τον ανθό,

ενδοτικά, η αρμύρα σου ταγγίζει.

Με τ’ άρωμά σου ραίνω,
σαν αγιασμό, τις νύχτες και ξορκίζω,
μα, στ’ όνειρό μου βλέπω,

με καημό, το μπλε σου και δακρύζω.

Έλα στ’ ύπνου, απόψε, να χαρείς,
την αγκαλιά μου λίγο,
πριν σβήσει τ’ άστρο της αυγής,

σε μια στιγμή ελεύθερος να φύγω.

«Ωδή στο στοιχειό»

Το σύνθημα «ψωμί –  παιδεία – ελευθερία» εμπεριέχεται στις τρεις στροφές του ποιήματος «το σύνθημα» που σατιρίζει, όχι δίχως πικρία, την εποχή της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, αλλά και την ψηφιακή εποχή που  απομονώνει τους ανθρώπους.  Στην ποίησή του υπάρχει κρυμμένη πάντα μια διττή έννοια, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο προφανής που ζητάει από τον αναγνώστη να την αποκωδικοποιήσει.

Στο ποίημα «Τα σύννεφα» περιγράφει τη νύχτα που πήρε την απόφασή του να φύγει:

Όλα κει έξω πυρωμένα / το ίδιο και τα μέσα μου. / Μου ’λέγαν «μην τα σγαρλάς, ασ’ τα να σιγοκαίνε» / μα, μ’ εξατμίσανε σα θέριεψε ο αέρας μια νυχτιά. / Στα τέσσερα σημεία, εκεί που μας σκορπούνε, / στα πέρατα, θα βρίσκω πλέον συντροφιά…

Απόσπασμα από το ποίημα «Τα σύννεφα»

Η ποίηση του κρύβει στoν πυρήνα της νοσταλγία για την πατρίδα. Ένα συναίσθημα που μοιράζεται με την μεγάλη κοινότητα των νέων επιστημόνων που αυτή τη στιγμή ζουν και εργάζονται μακριά από την Ελλάδα και εξαρτάται από το ελληνικό κράτος να δημιουργήσει προοπτικές για να επιστρέψουν πίσω, γεγονός που, αν συνέβαινε, μόνο καλό θα έκανε στη χώρα μας. Ωστόσο, ο ίδιος πιστεύει ότι η μέρα αυτή θα αργήσει να έρθει και δεν περιμένει κάποιον μεσσία να αλλάξει την κατάσταση.

Το άρμα που μας έφερε ως εδώ, / το έχουμε στο μέλλον μας περίτεχνα προσδέσει / με γρανάζια διαπλοκής… / με σκέψη πολλή και καρδιά λίγη. /

Ποιος θα λύσει τώρα το δεσμό; / Ποιος θα εκπληρώσει ένα χρησμό;

Όχι δα για να λυτρωθούμε /  ₋ άλλωστε, στο ύψος των περιστάσεων / πρέπει να σταθεί κι αυτός για τη λύτρωση / αλλά για να περιδέσουμε το επόμενο!

«Ο μεσσίας»

Η υπαρξιακή του αγωνία για το χρόνο που περνάει είναι άμεσα συνδεδεμένη με το μέλλον που είναι άγνωστο, αλλά σβήνει από την παρουσία της αγαπημένης του, αφού δυο ερωτευμένες ψυχές δημιουργούν μαζί έναν ολόκληρο κόσμο, στο πολύ όμορφο ποίημα  «Κόσμου γένεσις».

Ο Χρήστος Τασιόπουλος σε αυτήν την πρώτη του ποιητική συλλογή μιλάει με ειλικρίνεια για ένα πολύ ευαίσθητο θέμα και αποκαλύπτει με αμεσότητα και αυθορμητισμό τα συναισθήματα που υπάρχουν στην καρδιά του. Η χρήση της ομοιοκαταληξίας θα έκανε αυτό το εγχείρημα πολύ δύσκολο, αν δεν υπήρχε γνήσια ποιητική έμπνευση, αλλά υπάρχει και τον ευχαριστούμε που τη μοιράστηκε μαζί μας.

Περισσοτερα αρθρα